Στη Silicon Valley υπάρχει ένας παλιός κανόνας για τις νεοφυείς επιχειρήσεις ημιαγωγών: μην εμπιστεύεσαι τα παιδιά. Η Etched φαίνεται αποφασισμένη να τον διαψεύσει.
Η startup τεχνητής νοημοσύνης ιδρύθηκε από τρεις 24χρονους πρώην φοιτητές του Harvard, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις σπουδές τους, και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να συγκεντρώσει σχεδόν 2 δισ. δολάρια.
Τώρα η εταιρεία κατασκευής AI chips έχει κλείσει τον πρώτο της μεγάλο πελάτη, τη χρηματιστηριακή εταιρεία ποσοτικών συναλλαγών Jane Street, έχει ήδη ξεκινήσει να παραδίδει τους επεξεργαστές της και έχει εξασφαλίσει παραγγελίες άνω του 1 δισ. δολαρίου.
Παράλληλα, η Jane Street ηγείται νέου γύρου χρηματοδότησης ύψους 700 εκατ. δολαρίων, ο οποίος αποτιμά την Etched στα 21 δισ. δολάρια. Η αποτίμηση αυτή ξεπερνά τα 20 δισ. δολάρια που κατέβαλε η Nvidia τον Δεκέμβριο για να αποκτήσει άδεια χρήσης τεχνολογίας και να προσλάβει τη διοίκηση της ανταγωνίστριας startup Groq.
Στον νέο γύρο συμμετέχουν επίσης οι Kleiner Perkins, Sequoia Capital, Andreessen Horowitz, Tiger Global, Bain Capital Ventures, Neo και Blackstone.
Η Etched δεν κατασκευάζει λογισμικό, όπως πολλές από τις νεότερες εταιρείες AI. Κατασκευάζει ημιαγωγούς, έναν κλάδο όπου το υψηλό κόστος ανάπτυξης και οι μεγάλοι χρόνοι παραγωγής παραδοσιακά ευνοούν στελέχη με πολυετή εμπειρία.
«Μην επενδύετε στα παιδιά των chips», ήταν, σύμφωνα με τη Sonya Huang της Sequoia Capital, η κυρίαρχη αντίληψη μεταξύ των επενδυτών. Η ίδια αναγνωρίζει πλέον ότι η Etched έχει καταφέρει να αλλάξει αυτή την εικόνα.
«Production is the product»
Το εγχείρημα βασίστηκε από την αρχή στην ταχύτητα. Η εταιρεία υιοθέτησε το μότο «Production is the product» και αποφάσισε να επενδύσει επιθετικά στην κατασκευή και δοκιμή των δικών της συστημάτων, αντί να περιμένει να ολοκληρωθεί σταδιακά κάθε στάδιο της ανάπτυξης.
Δαπάνησε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για διαγνωστικό εξοπλισμό, ανέπτυξε λογισμικό και σχεδίασε ειδικά racks για τους διακομιστές της πριν ακόμη κατασκευαστεί η πρώτη παρτίδα των chips. Για δύο μήνες την άνοιξη, οι εργαζόμενοι δούλευαν ακόμη και ολονυχτίες.
Στα γραφεία της στο Σαν Χοσέ υπάρχει μάλιστα ένα μικρό data center ισχύος 2 MW. Ο χώρος είναι γεμάτος συστήματα διακομιστών στο μέγεθος ψυγείου και ο θόρυβος από τα συστήματα ψύξης είναι συνεχής. Το data center επιτρέπει σε υποψήφιους πελάτες να αποκτούν απομακρυσμένη πρόσβαση στα chips και να τα δοκιμάζουν σε πραγματικές εργασίες AI.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα που υποστηρίζει η Etched είναι η ταχύτητα με την οποία κατάφερε να περάσει από το πρώτο silicon στην πραγματική λειτουργία. Η εταιρεία λέει ότι χρειάστηκε μόλις 44 ημέρες από τη στιγμή που παρέλαβε τα δοκιμαστικά chips από την Taiwan Semiconductor Manufacturing έως ότου αυτά λειτουργήσουν σε workloads inference. Συνήθως, η αντίστοιχη διαδικασία απαιτεί έξι μήνες ή περισσότερο.
Το inference είναι το στάδιο κατά το οποίο ένα εκπαιδευμένο μοντέλο AI επεξεργάζεται ένα αίτημα και παράγει απάντηση. Η Etched έχει επιλέξει να επικεντρωθεί ακριβώς σε αυτή την πλευρά της υπολογιστικής AI, σε μια περίοδο που η ζήτηση για υποδομές inference αυξάνεται καθώς τα μοντέλα χρησιμοποιούνται μαζικά από επιχειρήσεις και καταναλωτές.
«Cluster-scale memory»
Η τεχνολογία της βασίζεται σε μια αρχιτεκτονική που η εταιρεία αποκαλεί «cluster-scale memory», η οποία επιτρέπει σε πολλαπλά chips μέσα σε έναν διακομιστή να επικοινωνούν ταχύτερα και να λειτουργούν ουσιαστικά σαν ένας ενιαίος επεξεργαστής.
Η Etched υποστηρίζει ότι εργασίες επικοινωνίας που απαιτούν περίπου 4.000 nanoseconds σε έναν επεξεργαστή Nvidia Blackwell, μπορούν να ολοκληρωθούν σε περίπου 700 nanoseconds από τα δικά της chips, χάρη στην αρχιτεκτονική και τις ειδικές διασυνδέσεις τους.
Παρά το νεαρό της ηλικίας των ιδρυτών, η εταιρεία έχει συγκεντρώσει σημαντική εμπειρία από την Nvidia. Περίπου το 15% των περίπου 400 εργαζομένων της έχει εργαστεί προηγουμένως στη Nvidia, ενώ η startup έχει στρατολογήσει στελέχη και μηχανικούς και από άλλες μεγάλες εταιρείες ημιαγωγών.
Μεταξύ αυτών είναι ο Jimmy Daley, πρώην αντιπρόεδρος μηχανικής συστημάτων data center της Nvidia, ο οποίος αποχώρησε από την εταιρεία τον Ιούλιο και είναι επενδυτής στην Etched.
Στην Etched εργάζεται επίσης ο Brian Loiler, μηχανικός συστημάτων που πέρασε σχεδόν 23 χρόνια στη Nvidia. Από τότε που εντάχθηκε στη startup, έχει προσελκύσει περίπου δώδεκα πρώην συναδέλφους του από τη Nvidia, ορισμένοι από τους οποίους απέρριψαν αντιπροσφορές για να παραμείνουν στην προηγούμενη εταιρεία τους.
Η εταιρεία έχει προσλάβει και τον Saptadeep Pal ως επικεφαλής αρχιτέκτονα των chips. Ο Pal είχε ερευνήσει στη Nvidia την παράλληλη λειτουργία πολλαπλών GPU, δηλαδή τρόπους σύνδεσης πολλών chips ώστε να λειτουργούν μαζί. Αργότερα συνίδρυσε την Auradine, εταιρεία που κατασκευάζει chips για εξόρυξη bitcoin.
Η Etched δεν περιορίζει τον έλεγχο της παραγωγής στον σχεδιασμό των chips. Διατηρεί ομάδα περίπου 20 ανθρώπων στην Ταϊβάν και δική της μονάδα που κατασκευάζει εξαρτήματα για τους διακομιστές της. Παράλληλα, πραγματοποιεί σχεδόν όλες τις δοκιμές των τελικών προϊόντων εσωτερικά, αντί να αναθέτει μεγάλο μέρος αυτής της διαδικασίας σε εξωτερικούς συνεργάτες, όπως κάνουν πολλές startups του κλάδου.
Η επιλογή της Jane Street ως πρώτου πελάτη είναι επίσης στρατηγική. Οι εταιρείες ποσοτικών συναλλαγών χρειάζονται εξαιρετικά ισχυρούς επεξεργαστές για να εκτελούν επενδυτικά μοντέλα όσο το δυνατόν ταχύτερα. Ακόμη και ένα μικρό κλάσμα του δευτερολέπτου μπορεί να επηρεάσει την απόδοση μιας συναλλαγής.
Έτσι ξεκίνησαν οι τρεις ιδρυτές
Οι τρεις ιδρυτές γνωρίστηκαν στο Harvard. Ο Gavin Uberti και ο Chris Zhu ήταν συμφοιτητές στο Math 55, ένα από τα δυσκολότερα προπτυχιακά μαθήματα θεωρητικών μαθηματικών του πανεπιστημίου, στο οποίο λιγότεροι από τους μισούς φοιτητές καταφέρνουν να περάσουν. Ο τρίτος ιδρυτής, Robert Wachen, ήταν προγραμματιστής και έμενε στον ίδιο όροφο με τον Uberti.
Ο Wachen είχε προηγουμένως δημιουργήσει εταιρεία εκπαιδευτικής τεχνολογίας και στη συνέχεια ανέλαβε το Prod, έναν φοιτητικό μη κερδοσκοπικό accelerator στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης. Από το Prod προέκυψαν μεταξύ άλλων ο coding agent Cursor και η πλατφόρμα προσλήψεων στον χώρο της AI Mercor.
Στην αρχή, η Etched δυσκολεύτηκε να πείσει επενδυτές και πιθανούς πελάτες. Η ηλικία και η έλλειψη εμπειρίας των ιδρυτών θεωρούνταν σοβαρό μειονέκτημα για έναν κλάδο τόσο σύνθετο όσο οι ημιαγωγοί.
Η εταιρεία απάντησε επενδύοντας ακριβώς εκεί όπου οι επικριτές της θεωρούσαν ότι δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί: στην παραγωγή.
Το αποτέλεσμα είναι μια startup που, μέσα σε λίγα χρόνια, πέρασε από την αμφισβήτηση σε αποτίμηση 21 δισ. δολαρίων, με τον πρώτο της πελάτη να είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς χρήστες υπολογιστικής ισχύος στη Wall Street και με ένα σημαντικό κομμάτι του προσωπικού της να προέρχεται από την ίδια τη Nvidia.
Για την Etched, το επόμενο μεγάλο τεστ είναι πλέον πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιμετώπισε στην αρχή. Δεν χρειάζεται μόνο να αποδείξει ότι οι νέοι της επεξεργαστές λειτουργούν.
Πρέπει να δείξει ότι μπορούν να παραχθούν και να παραδοθούν σε μεγάλη κλίμακα και ότι η ταχύτητα που αποτελεί σήμερα το βασικό της πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή εμπορική θέση απέναντι στη Nvidia και στους υπόλοιπους μεγάλους παίκτες της αγοράς.
