Οι μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και τη Βρετανία δαπανούν κατά μέσο όρο το 28% του προϋπολογισμού τους για λογισμικό σε αναβαθμίσεις, μεταφορές συστημάτων και αλλαγές στις άδειες χρήσης που επιβάλλονται από τους προμηθευτές τους και τις οποίες οι ίδιες δεν θα είχαν επιλέξει να πραγματοποιήσουν.
Οι πρακτικές αυτές συνεπάγονται πρόσθετα κόστη που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αλλά και λειτουργικούς κινδύνους, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις επιταχύνουν την υιοθέτηση λύσεων τεχνητής νοημοσύνης (AI), σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας συντήρησης λογισμικού Origina.
Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν περισσότερες από 2.000 επιχειρήσεις, χαρακτηρίζει ως ιδιότυπο «φόρο λογισμικού» (software tax) αυτές τις επαναλαμβανόμενες και δύσκολα αποφεύξιμες δαπάνες, καθώς και τις λειτουργικές διαταραχές που προκαλούν.
«Όταν η εναλλακτική λύση απέναντι σε μια ανεπιθύμητη αναβάθμιση είναι η απώλεια τεχνικής υποστήριξης για συστήματα στα οποία βασίζεται η λειτουργία μιας επιχείρησης, η αποδοχή της αναβάθμισης αποτελεί συχνά ορθολογική επιλογή», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Origina Τόμας Ο’Λίρι.
Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν την έκταση της εξάρτησης των επιχειρήσεων από τους μεγάλους προμηθευτές λογισμικού, αλλά και το οικονομικό και λειτουργικό κόστος που συνεπάγεται αυτή η σχέση.
Ειδικότερα, το 95% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι έχει πληρώσει για αναβάθμιση λογισμικού που επιβλήθηκε από τον προμηθευτή, παρότι εκτιμούσε ότι θα είχε αρνητικές συνέπειες. Παράλληλα, το 80% ανέφερε ότι η διακοπή της συνεργασίας με έναν μεγάλο προμηθευτή λογισμικού θα προκαλούσε σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησής του.
Επίσης, το 84% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι τα ανώτερα στελέχη των ομάδων μηχανικών και τεχνολογίας αφιερώνουν «πάντα» ή «συχνά» χρόνο σε αλλαγές λογισμικού που επιβάλλονται από τους προμηθευτές, αντί να επικεντρώνονται στην καινοτομία ή στην ανάπτυξη λύσεων που εξυπηρετούν τις επιχειρηματικές ανάγκες.
Τέλος, το 91% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι, κατά την τελευταία τριετία, αναγκάστηκε να αποσύρει εξοπλισμό που εξακολουθούσε να λειτουργεί κανονικά, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες λήξης της τεχνικής υποστήριξης των προμηθευτών. Ως αποτέλεσμα, χάθηκαν κατά μέσο όρο 1,65 έτη από την υπολειπόμενη ωφέλιμη ζωή του εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τον Ο’Λίρι, το πρόβλημα είναι σε μεγάλο βαθμό οικουμενικό και αφορά και άλλες γεωγραφικές περιοχές, πέραν των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Μάλιστα, οι μεγαλύτερες προκλήσεις εντοπίζονται στις παλαιότερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν σύνθετες και βαθιά ενσωματωμένες τεχνολογικές υποδομές, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη μετάβαση σε εναλλακτικές λύσεις.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η πιο πρόσφατη αλλαγή λογισμικού που επιβλήθηκε από προμηθευτή προκάλεσε στις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα μέσο ετήσιο κόστος 12,87 εκατ. δολαρίων.