Ξεπέρασαν τα 11 δισ. ευρώ οι εκδόσεις ομολόγων από τράπεζες και επιχειρήσεις το 2025

Από τις αρχές του 2026 οι τράπεζες έχουν εκδώσει επιπλέον ομόλογα, ύψους 2,3 δισ. ευρώ. Πώς διαμορφώθηκαν οι αποδόσεις

Ομόλογα, τράπεζες © freepik.com

Ομόλογα τόσο υψηλής (senior) όσο και χαμηλής (subordinated) εξοφλητικής προτεραιότητας, ύψους 1,4 δισ. ευρώ και 0,9 δισ. ευρώ αντίστοιχα, έχουν εκδώσει από τις αρχές του 2026 οι ελληνικές τράπεζες.

Οι εκδόσεις αυτές, αθροιστικού ύψους 2,3 δισ. ευρώ έρχονται να προστεθούν στις εκδόσεις συνολικού ποσού 7,4 δισ. ευρώ που πραγματοποίησαν οι τράπεζες (περιλαμβάνονται εκδόσεις και από μη σημαντικές τράπεζες) το 2025.

Όπως αναφέρεται στην Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ελληνικές τράπεζες έχουν εκδώσει ομόλογα συνολικής αξίας περίπου 30 δισ. ευρώ από το 2018. Από τα υφιστάμενα ομόλογα, περίπου 15,2 δισ. ευρώ αφορούν ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, εκ των οποίων 5,5 δισ. ευρώ είναι εκδόσεις πράσινων ομολόγων, και περίπου 8,6 δισ. ευρώ αφορούν ομόλογα χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

Η εκδοτική δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών «πυροδοτήθηκε» το 2025, καθώς συνεχίστηκαν οι θετικές εξελίξεις στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών. Στις αναβαθμίσεις αυτές συνέβαλαν τόσο οι αναβαθμίσεις του κρατικού αξιόχρεου, όσο και η βελτίωση στα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών τραπεζών. Όπως καταγράφει συνοπτικά η ΤτΕ, αναβαθμίσεις σε ελληνικές τράπεζες το 2025 καταγράφηκαν από τους οίκους S&P (Ιανουάριος), Moody’s (Μάρτιος και Οκτώβριος), Fitch (Απρίλιος και Οκτώβριος) και Morningstar-DBRS (Μάρτιος και Απρίλιος).

Τον Ιανουάριο του 2026 ο οίκος S&P αναβάθμισε τις προοπτικές για τις ελληνικές σημαντικές τράπεζες σε θετικές, ως αποτέλεσμα των καλών επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας και της βελτίωσης των προοπτικών των τραπεζών για την επίτευξη ενισχυμένης κερδοφορίας. Τον Μάρτιο, μετά την αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οίκος Moody’s μετέτρεψε τις προοπτικές για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σε σταθερές (από θετικές), τονίζοντας ωστόσο ότι αναμένει τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών να παραμείνουν ισχυρά και η ποιότητα του ενεργητικού να βελτιωθεί περαιτέρω.

Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν οδηγήσει σε αξιόλογη μείωση του κόστους χρηματοδότησής τους από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, γεγονός πολύ σημαντικό δεδομένου ότι εξακολουθεί με ισχυρούς ρυθμούς η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από τις κεφαλαιαγορές. Ωστόσο, μετά την έναρξη των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή οι αποδόσεις των ομολόγων των ελληνικών τραπεζών έχουν αυξηθεί, σε συνάφεια με τις αντίστοιχες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή αγορά τραπεζικών ομολόγων. Ως συνέπεια των αναβαθμίσεων, όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες αξιολογούνται πλέον στην επενδυτική κατηγορία. Αυτό παρέχει στήριξη εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας διεθνώς, με τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των ελληνικών τραπεζών να μεταβάλλονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών τραπεζών με αξιολόγηση ΒΒΒ.

Από την αρχή του έτους, η απόδοση για τα νεοεκδοθέντα ομόλογα υψηλής και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας από τις τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες ανέρχεται σε 3,3% και 5,1% αντίστοιχα (μέση απόδοση στην έκδοση: 2025: 3,1% και 5,8%, 2024: 4,3% και 6,2%, αντίστοιχα).

Οι εκδόσεις ομολόγων από τις επιχειρήσεις

Από την πλευρά τους, οι ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις προχώρησαν το 2025 σε οκτώ νέες εκδόσεις συνολικού ύψους 3,67 δισ. ευρώ, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί με σημαντικά χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης σε σχέση με τις προηγούμενες εκδόσεις. Το 2024 άντλησαν χρηματοδότηση ύψους 2,13 δισ. ευρώ μέσω της έκδοσης πέντε ομολόγων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, από το 2013, οι ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν εκδώσει σε διεθνείς αγορές, μέσω θυγατρικών τους, ομόλογα συνολικής αξίας περίπου 16,74 δισ. ευρώ, με υφιστάμενο υπόλοιπο 6,43 δισ. ευρώ. Στην εγχώρια αγορά, από το 2016 έχουν εκδοθεί ομόλογα συνολικού ύψους περίπου 6,27 δισ. ευρώ, με υφιστάμενο υπόλοιπο 4,76 δισ. ευρώ. Το γεγονός αυτό αφενός αναδεικνύει τις προοπτικές της χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές ως εναλλακτικής του τραπεζικού δανεισμού για τις μεγάλες και εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις, αφετέρου στηρίζει την κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας θετικά και στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.

Το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων από την αγορά ομολόγων είναι απόρροια της σημαντικής μείωσης των αποδόσεων στη δευτερογενή αγορά. Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις των ομολόγων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στη δευτερογενή αγορά ακολουθούν πτωτική τάση ήδη από το δεύτερο εξάμηνο του 2024, συγκλίνοντας σταδιακά προς τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων στο όριο της επενδυτικής κατηγορίας (BBB). Το 2025 οι αποδόσεις των ομολόγων ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώθηκαν περαιτέρω, ενώ η πτωτική τάση συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026. Μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στις αρχές Μαρτίου καταγράφηκε αύξηση στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων παραπλήσια με την αύξηση στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων.

Αναλυτικότερα, η μεσοσταθμική απόδοση των ομολόγων στο τέλος του 2025 ήταν 3,66%, ελαφρώς υψηλότερη εκείνης των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων με αξιολόγηση BBB (iBoxx euro corp non-fin BBB: 3,55%), καταγράφοντας μικρή μείωση σε σχέση με τις αρχές του έτους, ενώ αντίθετα οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων ΒΒΒ αυξήθηκαν. Στις 20.3.2026 η μεσοσταθμική απόδοση κατέγραψε αύξηση σε σχέση με το τέλος του 2025, παρόμοια με αυτή των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων κοντά στο όριο της επενδυτικής κατηγορίας (BBB).