Κόκκινα δάνεια: 81,5 δισ. παραμένουν στα χέρια των servicers, 11,8 δισ. έχουν μεταπωληθεί

Το 2025 η διαχείριση δανείων αγορασμένων από funds πέτυχε ανακτήσεις 4 δισ. μέσω αποπληρωμών, ρευστοποιήσεων εξασφαλίσεων και διαγραφών

Servicers © Freepik

Δάνεια 81,5 δισ. ευρώ που έχουν αγοραστεί από funds βρίσκονται στα χέρια των servicers, με τη συντριπτική πλειονότητα (84%) να είναι κόκκινα που πρέπει να εξυγιανθούν για να επιστρέψουν στο τραπεζικό σύστημα.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, από το 2019 που ξεκίνησε η δραστική αντιμετώπιση των NPLs μέσω των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής», μέχρι σήμερα, έχουν μεταπωληθεί στη δευτερογενή αγορά κόκκινα δάνεια 11,8 δισ. ευρώ. Την περασμένη εβδομάδα, δε, ολοκληρώθηκε από την doValue και η πρώτη πώληση θεραπευμένων, πλέον, πρώην κόκκινων δανείων που περιλαμβάνονταν στην τιτλοποίηση Cairo του «Ηρακλή», σηματοδοτώντας και την πρώτη επιστροφή κρατικών εγγυήσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στη δευτερογενή αγορά δανείων, η οποία αφορά συναλλαγές επί των δανείων που διαχειρίζονται οι διαχειριστές πιστώσεων, την περίοδο 2019-2025 πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές που αφορούσαν 170 χαρτοφυλάκια δανείων, με συνολική αξία απαιτήσεων 11,8 δισ. ευρώ. Μετά την κορύφωση της δραστηριότητας το 2024, οπότε μεταβιβάστηκαν 43 χαρτοφυλάκια δανείων συνολικής αξίας απαιτήσεων 4,9 δισ. ευρώ (αξία κατά την ημερομηνία μεταφοράς), το 2025 πραγματοποιήθηκαν 24 συναλλαγές, συνολικής αξίας απαιτήσεων 2,7 δισ. ευρώ. Η δραστηριότητα στη δευτερογενή αγορά δανείων στην Ελλάδα αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς οι servicers εντατικοποιούν τις ενέργειές τους για την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων τους, ιδίως σε συνάρτηση με το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής».

Ανακτήσεις 4 δισ. ευρώ το 2025

Τα ανοίγματα, ύψους 81,5 δισ. ευρώ, που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό επενδυτών (funds) είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους επιχειρηματικά δάνεια  (49,5%) και ακολούθως στεγαστικά (31%) και καταναλωτικά (19,4%).

Σύμφωνα με τη «χαρτογράφηση» της ΤτΕ, από τα υπό διαχείριση μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα η πλειονότητα είναι καταγγελμένα (77,7%), ενώ το 17,2% αφορά ανοίγματα σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών και το 5,1% ανοίγματα ταξινομημένα ως αβέβαιης είσπραξης (σ.σ. ακόμη και αν βρίσκονται σε καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών).

Η διαχείριση των ανωτέρω ανοιγμάτων το 2025 συγκέντρωσε ανακτήσεις 4 δισ. ευρώ μέσω αποπληρωμών, ρευστοποιήσεων εξασφαλίσεων και διαγραφών. Συγκεκριμένα, οι αποπληρωμές ανοιγμάτων ανήλθαν σε 2,2 δισ. ευρώ, οι ρευστοποιήσεις υφιστάμενων εξασφαλίσεων (πλειστηριασμοί) σε 1 δισ. ευρώ και οι διαγραφές ανοιγμάτων σε 0,8 δισ. ευρώ.

Ρυθμίσεις για το 21,3% του συνολικού χαρτοφυλακίου

Οι ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2025 αφορούν το 21,3% του συνολικού χαρτοφυλακίου υπό διαχείριση για λογαριασμό των funds. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ρυθμισμένων ανοιγμάτων αποτελούν οι λύσεις οριστικής διευθέτησης (61,1%) -μάλιστα, το μερίδιο των οριστικών διευθετήσεων αυξήθηκε σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024 (55,7%)- και ακολουθούν οι μακροπρόθεσμες λύσεις ρύθμισης (34%) και οι βραχυπρόθεσμες λύσεις ρύθμισης (4,9%).

Σύμφωνα με την ΤτΕ, τον Δεκέμβριο του 2025 το υπόλοιπο των ρυθμισμένων ανοιγμάτων στα οποία έχουν εφαρμοστεί λύσεις οριστικής διευθέτησης ανήλθε σε 10,6 δισ. ευρώ (από 10 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024), ενώ τα αντίστοιχα υπόλοιπα για τις μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις ήταν 5,9 δισ. ευρώ και για τις βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις 0,9 δισ. ευρώ (από 6,9 και 1,0 δισ. ευρώ αντίστοιχα τον Δεκέμβριο του 2024). Το μεγαλύτερο μερίδιο (47%) των βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων αφορά λύσεις κεφαλαιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ οι πιο συνήθεις τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων είναι η μερική διαγραφή οφειλής, ο διαχωρισμός οφειλής και η παράταση διάρκειας, με ποσοστά 42%, 26% και 25% αντίστοιχα. Την ίδια περίοδο, οι ρυθμίσεις που υπόκεινται σε καθεστώς νομικής προστασίας, οι πλειστηριασμοί και οι λύσεις διακανονισμού απαιτήσεων (με ποσοστά 59%, 26% και 14% επί του συνόλου αντίστοιχα) αποτελούν τους συνηθέστερους τύπους οριστικής διευθέτησης.

Σημειώνεται ότι στις λύσεις οριστικής διευθέτησης περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε μεταβολές του είδους της συμβατικής σχέσης ή ο τερματισμός αυτής. Οι βραχυπρόθεσμες λύσεις είναι ρυθμίσεις με διάρκεια μικρότερη των δύο ετών, που αφορούν περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές, ενώ στις μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις κατατάσσονται τύποι ρυθμίσεων με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών, λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής.