Οι Βρυξέλλες δεν περιμένουν την επόμενη τραπεζική κρίση για να αναλάβουν δράση, αντιθέτως οι οι ευρωπαϊκές αρχές δουλεύουν ήδη πάνω σε ένα νέο σχέδιο διαχείρισης της επόμενης τραπεζικής αναταραχής, όποτε κι αν συμβεί.
Στον πυρήνα του σχεδίου και ταυτόχρονα ένα από τα πιο κρίσιμα κενά της ευρωπαϊκής τραπεζικής αρχιτεκτονικής, είναι τι γίνεται όταν μια μεγάλη τράπεζα πρέπει παράλληλα και να σταθεροποιηθεί, αλλά και το πρωί της επόμενης μέρας να μην αντιμετωπίσει πρόβλημα ρευστότητας.
Σύμφωνα με εμπιστευτικό έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που επικαλείται το Politico, αξιωματούχοι της ΕΕ επεξεργάζονται ένα νέο σχέδιο για τη διατήρηση μιας προβληματικής τράπεζας «εν ζωή» μετά από μια δομική κρίση. Η συζήτηση ανοίγει τρία χρόνια μετά το δραματικό Σαββατοκύριακο του 2023 κατά το οποίο οι ελβετικές αρχές αναγκάστηκαν να οργανώσουν τη διάσωση της Credit Suisse από τη UBS, προκειμένου να αποτραπεί ένα σοκ με διεθνείς συνέπειες.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η ΕΕ έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο πλαίσιο κανόνων ώστε οι μέτοχοι και οι πιστωτές μιας τράπεζας να απορροφούν τις ζημιές, αντί να καλούνται οι φορολογούμενοι να πληρώσουν τον λογαριασμό. Ωστόσο, όπως φανερώνει το έγγραφο, εξακολουθούν να υπάρχουν κενά που μπορούν να αφήσουν εκτεθειμένους τους εθνικούς προϋπολογισμούς, ειδικά αν η επόμενη κρίση αφορά έναν τραπεζικό κολοσσό μεγέθους Deutsche Bank, UniCredit ή BNP Paribas.
Το κενό που φοβίζει τις Βρυξέλλες
Το μεγάλο αγκάθι είναι το λεγόμενο liquidity in resolution: η ρευστότητα που χρειάζεται μια τράπεζα η οποία έχει μπει σε καθεστώς εξυγίανσης, αλλά παραμένει ανοιχτή. Μπορεί δηλαδή να εμφανίζεται φερέγγυα στα χαρτιά, αφού έχουν κουρευτεί υποχρεώσεις ή έχουν ενεργοποιηθεί κεφαλαιακά μαξιλάρια, αλλά να ξεμείνει από χρήμα αν οι καταθέτες αποσύρουν μαζικά τα χρήματά τους και οι επενδυτές αρνηθούν να τη χρηματοδοτήσουν.
Η υπόθεση της Credit Suisse αποτελεί χαρακτηριστική προειδοποίηση. Το 2023, μετά και την κατάρρευση της Silicon Valley Bank στις ΗΠΑ, έγινε σαφές πόσο γρήγορα μπορεί να εξαφανιστεί η εμπιστοσύνη στην ψηφιακή εποχή. Οι ελβετικές αρχές συγκρότησαν μέσα σε 48 ώρες πακέτο περίπου 260 δισ. ελβετικών φράγκων, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τρίτο της ελβετικής οικονομίας, για να κρατήσουν την Credit Suisse όρθια μέχρι να την απορροφήσει η UBS.
Η ΕΕ, όμως, δεν μπορεί να αντιγράψει εύκολα το ελβετικό μοντέλο. Δεν διαθέτει ενιαίο υπουργείο Οικονομικών που να μπορεί να παρέμβει άμεσα, ενώ οι κανόνες της τραπεζικής ένωσης έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να αποφεύγονται οι διασώσεις με δημόσιο χρήμα.
Ποιος πληρώνει τελικά την κρίση
Η Κομισιόν εξετάζει ένα μοντέλο διαδοχικών ευθυνών που προσομοιάζει στη λειτουργία τους «καταρράκτη». Στην πρώτη γραμμή θα βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα μπορούσε να δώσει γραμμή ρευστότητας στην προβληματική τράπεζα. Ως εγγύηση, η τράπεζα θα εκδίδει ειδικό ομόλογο, το οποίο θα καλύπτεται από το Single Resolution Board.
Αν η τράπεζα τελικά αποτύχει και το ομόλογο χάσει την αξία του, το SRB θα χρησιμοποιεί το ταμείο εξυγίανσης των 81 δισ. ευρώ, το οποίο χρηματοδοτείται από τον τραπεζικό κλάδο, για να αποπληρώσει την ΕΚΤ. Αν τα χρήματα δεν επαρκούν, θα μπορεί να δανειστεί από τις ίδιες τις τράπεζες ή να στραφεί στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η Ιταλία θα επικυρώσει τη νέα συνθήκη του ESM.
Σε έσχατη περίπτωση, το βάρος θα πέφτει στην κυβέρνηση που βρίσκεται πίσω από τη διάσωση, με δυνατότητα να ζητήσει πιστωτική γραμμή από τον ESM. Η τελική λογική είναι ότι η ΕΚΤ θα αποπληρώνεται και, μακροπρόθεσμα, το κόστος θα επιστρέφει στον τραπεζικό τομέα, όχι στους φορολογούμενους.
Οι συζητήσεις παραμένουν σε τεχνικό επίπεδο και δεν αναμένεται να φτάσουν άμεσα στους υπουργούς Οικονομικών. Ωστόσο, το σκεπτικό είναι η επόμενη τραπεζική κρίση να μας βρει ποιο έτοιμους.
