Περιβάλλον πολύ πιο ευνοϊκό για τη δημιουργία εθνικών πρωταθλητών στις τράπεζες, ανοίγοντας μεγαλύτερες προοπτικές και για διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, δημιουργεί η ανάκαμψη της κερδοφορίας του τραπεζικού κλάδου και η ανάγκη για μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους ικανούς να ανταγωνιστούν διεθνώς αμερικανικές ή κινεζικές τράπεζες και να χρηματοδοτήσουν μεγάλους κοινούς στόχους στην ΕΕ, όπως η άμυνα, η πράσινη μετάβαση και οι στρατηγικές επενδύσεις.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε αναβρασμό για τραπεζικά deals που αναμένεται να συμπαρασύρει σε επόμενο χρόνο και την ελληνική αγορά, αφού νομοτελειακά και άλλες ξένες τράπεζες, πέραν της UniCredit η οποία κατέχει ήδη το 30% της Alpha Bank, θα ενδιαφερθούν για τις ελληνικές τράπεζες. Η εξέλιξη αυτή δεν αποκλείεται να ανακατέψει την τράπουλα και στην εγχώρια αγορά, καθώς υπάρχουν ήδη φήμες για συζητήσεις μεταξύ των έξι τραπεζών.
Η UniCredit με την Commerzbank και οι κινήσεις σε Ιταλία, Πορτογαλία
Η επιχείρηση της UniCredit για την εξαγορά της Commerzbank στη Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίμονης και έντονης κινητικότητας για τη δημιουργία μεγαλύτερων και υπερεθνικών ευρωπαϊκών τραπεζών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δημόσιας προσφοράς που παρουσίασε χθες η διοίκησή της, η ιταλική τράπεζα ελέγχει το 42,5% της γερμανικής ανταγωνίστριάς της. Με περίπου 30% των δικαιωμάτων ψήφου στην Commerzbank, 12% σε παράγωγα (3,23% και τις μετοχές που υποσχέθηκε το 12,51% των μετόχων), ο ιταλικός όμιλος έχει παρ’ όλα αυτά να διανύσει κι άλλο δρόμο για να εξασφαλίσει τον απόλυτο έλεγχο της Commerzbank κι αυτό γιατί το γερμανικό Δημόσιο, το οποίο ελέγχει το 12% του κεφαλαίου της τράπεζας, παραμένει αντίθετο στο deal.
«Μια εξαγορά της Commerzbank δεν είναι επιθυμητή, καθώς η δημόσια προσφορά δεν περιλαμβάνει μια ξεκάθαρη στρατηγική για την ανάληψη του ελέγχου της τράπεζας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ έκανε επίσης λόγο για επιθετική προσέγγιση της UniCredit, υπογραμμίζοντας τη σημασία της Commerzbank για τις γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη χρηματοπιστωτική αγορά της χώρας.
Δημοσίευμα της Wall Street Journal επισήμανε ωστόσο πως το 42,5% είναι αρκετό για να εξασφαλίσει στη UniCredit τα ηνία της διοίκησης και του διοικητικού συμβουλίου της γερμανικής τράπεζας, προσθέτοντας ότι το deal είναι πρακτικά «κλειδωμένο», αφού και όσοι μέτοχοι της Commerzbank δεν έχουν αποδεχθεί ακόμη την προσφορά, διατηρούν το δικαίωμα να το πράξουν εντός της «πρόσθετης περιόδου αποδοχής», η οποία θα διαρκέσει δύο εβδομάδες, από τις 20 Ιουνίου 2026 έως και τις 3 Ιουλίου 2026. Η πρόταση του ιταλικού ομίλου αποτιμά τη γερμανική τράπεζα στα 50 δισ. δολάρια και, εφόσον ολοκληρωθεί, θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη τραπεζική συγχώνευση στη Γηραιά Ήπειρο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009.
Πέραν της Γερμανίας, σε αναβρασμό βρίσκεται και η τραπεζική αγορά της Ιταλίας. Η Banco BPM, η οποία ελέγχεται κατά 22,8% από την Crédit Agricole, δίνει μάχη σώμα με σώμα με την Intesa Sanpaolo για την εξαγορά της Monte dei Paschi di Siena (MPS). Η Intesa Sanpaolo έχει βάλει στο τραπέζι 30,6 δις. ευρώ για την εξαγορά της MPS, πέμπτο τραπεζικό πόλο στην κατακερματισμένη ιταλική τραπεζική αγορά και παλαιότερη τράπεζα του κόσμου (ιδρύθηκε το 1472), η οποία κατάφερε να απορροφήσει την Mediobanca. Φιλοδοξία της Intesa είναι να δημιουργήσει τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της ευρωζώνης, ακριβώς πίσω από την ισπανική Santander.
Πέραν της Ιταλίας, και στην Πορτογαλία, ο γαλλικός όμιλος BPCE ολοκλήρωσε τη μεγαλύτερη τραπεζική συναλλαγή της δεκαετίας με την εξαγορά της Novo Banco.
Αύξηση των συναλλαγών, αλλά παραμένουν τα εμπόδια για διασυνοριακές εξαγορές
Όλες οι παραπάνω κινήσεις, συν όσες διερευνητικές επαφές υπάρχουν κάτω από τα ραντάρ, αποτυπώνουν την ανάγκη για τη δημιουργία ευρωπαϊκών πρωταθλητών. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν πλέον πολύ στέρεα ίδια κεφάλαια και η άνοδος των επιτοκίων – μετά την εποχή των αρνητικών επιτοκίων – τούς προσφέρει το υπόβαθρο για να προχωρήσουν σε εξαγορές.
Σημειώνεται ότι οι πράξεις εξαγορών και συγχωνεύσεων στον τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 17% (σε όγκο) κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, σε σύγκριση με το α΄ εξάμηνο του 2025, με 49 ανακοινωθείσες συναλλαγές. Σε αξία, οι συναλλαγές εκτοξεύθηκαν (+71% σε έναν χρόνο) ωθούμενες από την προσφορά της UniCredit στην Commerzbank, αλλά παραμένουν ακόμη πολύ πίσω από τα επίπεδα των ετών προ της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

*έως τις 15 Ιουνίου
Πάντως, οι διασυνοριακές εξαγορές παραμένουν ακόμη δύσκολες στην Ευρώπη. Και αυτό διότι δεν υφίσταται ακόμη μία ολοκληρωμένη Τραπεζική Ένωση, ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων και μία πραγματική ένωση κεφαλαιαγορών. Τα παραπάνω έχει επισημάνει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ως κρίσιμα προαπαιτούμενα που θα προάγουν την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς, την αποτελεσματικότητα, τη ρευστότητα και τελικά την οικονομική ευημερία των πολιτών.
Σχολιάζοντας θετικά την εξέλιξη της αύξησης της συμμετοχής της UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank, ο κ. Στουρνάρας είχε πει ότι η συναλλαγή αυτή δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τραπεζικό τομέα. «Οι διασυνοριακές συνεργασίες μεταξύ υγειών τραπεζών, μαζί με την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και με την απλοποίηση διαδικασιών, καταπολεμούν τον κατακερματισμό της Ευρωπαϊκής αγοράς, δημιουργούν οικονομίες κλίμακας, βελτιώνουν την ρευστότητα και την αποτελεσματικότητα, με αποτέλεσμα υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη, ταχύτερη μετάδοση των αποτελεσμάτων της νομισματικής πολιτικής, χαμηλότερες τιμές αγαθών και υπηρεσιών και, τελικά, μεγαλύτερη οικονομική ευημερία».

Οι ελληνικές τράπεζες ελκυστικοί στόχοι εξαγορών
Χωρίς αμφιβολία, πάντως, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα οδεύει σε μικρότερο αριθμό τραπεζών με μεγαλύτερο μέγεθος. Στις ανακατατάξεις δεν θα μείνουν αμέτοχες οι ελληνικές τράπεζες. Οι οποίες, έχουν προχωρήσει από την περασμένη χρονιά κυρίως, σε εξαγορές με ξέφρενο ρυθμό, προκειμένου να ενισχύσουν τα μεγέθη, την κερδοφορία και την ελκυστικότητά τους.
Η εστίαση των ελληνικών τραπεζών στις εξαγορές και συγχωνεύσεις είναι ιδιαίτερα αυξημένη, με τη διεθνή επέκταση και τις προσπάθειες βελτίωσης των εσόδων μέσω συμφωνιών σε τομείς που δημιουργούν προμήθειες, όπως οι ασφάλειες και η διαχείριση περιουσίας, να ξεχωρίζουν. Οι κινήσεις αυτές ενισχύουν την ελκυστικότητα των ελληνικών τραπεζών ως διεθνών στόχων συγχωνεύσεων και εξαγορών, όπως εκτίμησε σε πρόσφατη ανάλυσή της η Deutsche Bank. Η γερμανική τράπεζα εκτιμά ότι η Alpha Bank παραμένει ο πιο προφανής στόχος, με την UniCredit να κατέχει ήδη σχεδόν το ένα τρίτο. Δεδομένου ωστόσο ότι η ιταλική τράπεζα παραμένει πλήρως επικεντρωμένη στην προσπάθεια ελέγχου της Commerzbank και ενδεχομένως στη διερεύνηση ευκαιριών στην Ιταλία, η Deutsche Bank πιστεύει ότι δεν υπάρχει βιασύνη για την εξαγορά της Alpha Bank. Παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή, θα γίνει μια πολύτιμη προσθήκη στη δομή της UniCredit, όπως εκτιμά, και μάλιστα μπορεί να είναι θέμα τριμήνων ή μερικών ετών.
Η Deutsche Bank θεωρεί πως η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank αποτελούν επίσης ελκυστικούς στόχους. Σύμφωνα με την DB, η Πειραιώς θα αποτελούσε μια απλούστερη και εύκολη στην ενσωμάτωση επιλογή, με χαμηλότερη κεφαλαιοποίηση αγοράς και πλήρη έκθεση στην Ελλάδα. Η Eurobank θα ήταν μια ισχυρή επιλογή για όσους αναζητούν έκθεση σε άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία ή η Κύπρος, πέρα από την Ελλάδα.
Η Εθνική Τράπεζα, σύμφωνα με την DB, είναι πιθανώς η λιγότερο πιθανό να εμπλακεί σε μια διαδικασία συγχωνεύσεων και εξαγορών, όπως εκτιμά η Deutsche Bank. Ούσα, όμως, η μόνη τράπεζα με κρατική συμμετοχή (8,4%), μια πιθανή πώληση αυτού του ποσοστού θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε μια διεθνή τράπεζα να εισέλθει στη δομή της. Η DB εκτιμά ότι η Τράπεζα Κύπρου θα μπορούσε να αποτελέσει μία πολύ καλή προσθήκη για την Εθνική Τράπεζα, αν και θεωρεί απίθανο η κυπριακή κυβέρνηση να εξετάσει το ενδεχόμενο να αφήσει τον τραπεζικό τομέα της χώρας χωρίς κανέναν σημαντικό εγχώριο «παίκτη».
Σημειώνεται ότι η CEO της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος, ερωτώμενος για το εάν θα γίνουν κινήσεις συγχωνεύσεων τραπεζών στην ΕΕ αν υπάρξει μια πραγματική πανευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, έχει πει ότι θεωρεί απαραίτητο να δημιουργηθούν ισχυροί τραπεζικοί πρωταθλητές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που θα λύσει και προβλήματα χρηματοδότησης μεγάλων ενεργειακών και αναπτυξιακών έργων. Ο ίδιος, πάντως, έχει αποκλείσει τα σενάρια που θέλουν τις ελληνικές τράπεζες να γίνονται τρεις, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι απαραίτητες και δεν θα ωφελήσουν τον ανταγωνισμό.
