Περιορισμένη πρόοδο στην πορεία προς την υιοθέτηση του ευρώ έχουν σημειώσει η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Σουηδία, σύμφωνα με τη νέα Έκθεση Σύγκλισης 2026 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Παρότι οι οικονομίες των πέντε χωρών έχουν επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στις εξωτερικές αναταράξεις, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά οικονομικά, δημοσιονομικά και θεσμικά εμπόδια πριν από την ένταξή τους στη ζώνη του ευρώ.
Μόνο η Σουηδία δεν έχει υιοθετήσει το ευρώ, αλλά δεν έχει και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να το κάνει. Οι υπόλοιπες τέσσερις χώρες (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία και Ρουμανία) είναι υποχρεωμένες βάσει των συνθηκών της ΕΕ να ενταχθούν στην Ευρωζώνη όταν θα πληρούν τα κριτήρια.
Τσεχία: Δεν έχει ευρώ. Δεν έχει ορίσει ημερομηνία ένταξης και η πολιτική στήριξη παραμένει περιορισμένη.
Ουγγαρία: Δεν έχει ευρώ. Θεωρητικά δεσμεύεται να το υιοθετήσει, αλλά δεν υπάρχει επίσημο χρονοδιάγραμμα και η κυβέρνηση δεν το θεωρεί προτεραιότητα.
Πολωνία: Δεν έχει ευρώ. Η υιοθέτηση παραμένει μακροπρόθεσμος στόχος, χωρίς καθορισμένη ημερομηνία.
Ρουμανία: Δεν έχει ευρώ. Στόχος ήταν παλαιότερα το 2029, αλλά δεν υπάρχει ακόμη οριστική ημερομηνία και απαιτούνται οικονομικές προσαρμογές.
Σουηδία: Δεν έχει ευρώ και διαθέτει ειδική εξαίρεση στην πράξη. Αν και θεωρητικά οφείλει να ενταχθεί κάποτε, μετά το δημοψήφισμα του 2003 συνεχίζει να διατηρεί τη σουηδική κορόνα και δεν υπάρχουν σχέδια για αλλαγή.
Οι χώρες της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη ευρώ είναι συνολικά επτά: Βουλγαρία, Τσεχία, Δανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σουηδία. Από αυτές, η Βουλγαρία αναμένεται να ενταχθεί στην Ευρωζώνη την 1η Ιανουαρίου 2027, ενώ η Δανία διαθέτει μόνιμη εξαίρεση.
Επιπτώσεις πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας και ενεργειακά ζητήματα
Οι επιπτώσεις από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να επηρεάζουν τις οικονομίες των χωρών αυτών.
Η αύξηση της αβεβαιότητας και οι πιέσεις στις αγορές ενέργειας έχουν επηρεάσει τον πληθωρισμό και τις αναπτυξιακές προοπτικές, αν και η έκθεση των οικονομιών σε ενεργειακές διαταραχές είναι μικρότερη σε σχέση με το 2022.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, η εικόνα είναι μικτή. Η ΕΚΤ θέτει ως τιμή αναφοράς το 2,7%, με την Τσεχία και τη Σουηδία να κινούνται κάτω από το όριο αυτό. Αντίθετα, η Ρουμανία εμφανίζει σημαντικά υψηλότερο πληθωρισμό, ενώ η Ουγγαρία και η Πολωνία καταγράφουν επίσης επίπεδα υψηλότερα από την τιμή αναφοράς.

Παράλληλα, η δημοσιονομική εικόνα έχει επιδεινωθεί στις περισσότερες χώρες. Το 2025, Ουγγαρία, Πολωνία και Ρουμανία εμφάνισαν δημοσιονομικά ελλείμματα υψηλότερα από το όριο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Η Ρουμανία βρίσκεται ήδη από το 2020 σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, με προθεσμία διόρθωσης έως το 2030, ενώ αντίστοιχες διαδικασίες έχουν κινηθεί και για την Ουγγαρία και την Πολωνία.
Παρότι το δημόσιο χρέος στις περισσότερες χώρες παραμένει κάτω από το όριο του 60% του ΑΕΠ, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι το 2026 η Πολωνία και η Ρουμανία ενδέχεται να το υπερβούν.

Ένα ακόμη βασικό κριτήριο για την ένταξη στο ευρώ παραμένει ανεκπλήρωτο. Καμία από τις πέντε χώρες δεν συμμετέχει σήμερα στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ), ο οποίος αποτελεί απαραίτητο στάδιο πριν από την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Παράλληλα, αρκετά από τα εθνικά νομίσματα παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις έναντι του ευρώ τα τελευταία δύο χρόνια.

Σημαντικές αποκλίσεις παρατηρούνται και στα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Η τιμή αναφοράς διαμορφώνεται στο 5,1%, ωστόσο η Πολωνία καταγράφει μέσο επιτόκιο 5,4%, ενώ Ουγγαρία και Ρουμανία φτάνουν το 6,7%, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τα απαιτούμενα όρια.

Η ΕΚΤ δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στην ποιότητα των θεσμών, τονίζοντας ότι η βιώσιμη σύγκλιση δεν εξαρτάται μόνο από τους οικονομικούς δείκτες. Σύμφωνα με την έκθεση, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στη διακυβέρνηση και στους θεσμούς, κυρίως στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία.
Η Σουηδία αποτελεί την εξαίρεση, καθώς παρουσιάζει υψηλές επιδόσεις στους σχετικούς δείκτες.
Παράλληλα, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η εθνική νομοθεσία και των πέντε χωρών δεν είναι ακόμη πλήρως εναρμονισμένη με τις απαιτήσεις των ευρωπαϊκών συνθηκών και του καταστατικού του Ευρωσυστήματος, γεγονός που συνιστά ακόμη ένα εμπόδιο στην πορεία προς την υιοθέτηση του ευρώ.
Συνολικά, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά την ανθεκτικότητα που επέδειξαν οι οικονομίες των πέντε χωρών απέναντι στις διεθνείς κρίσεις, η σύγκλιση με τη ζώνη του ευρώ προχωρά με αργούς ρυθμούς.
Η επίτευξη των αναγκαίων δημοσιονομικών, νομισματικών και θεσμικών προϋποθέσεων παραμένει ζητούμενο, καθιστώντας την ένταξη στο κοινό νόμισμα έναν στόχο που εξακολουθεί να βρίσκεται σε απόσταση.
