Καμπανάκι Στουρνάρα για 10 διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας

Η ΤτΕ αναγνωρίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες που σχετίζονται με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας

Ελληνική σημαία μπροστά από την Ακρόπολη © Eurokinissi

Δέκα διαρθρωτικές αδυναμίες εντοπίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, κ. Γιάννης Στουρνάρας στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής για το 2025 – 2026, η οποία δημοσιεύτηκε χθες (23.6.26).

Αυτές έχουν να κάνουν με την τη χαμηλή παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, το κεφαλαιακό έλλειμμα στην ελληνική οικονομία, την κλιματική αλλαγή, τη στενότητα της αγοράς εργασίας, τη δημογραφική κρίση, τον υψηλό πληθωρισμό, τα υψηλά αδήλωτα εισοδήματα, την άνοδο των τιμών ακινήτων και την περιορισμένη εθνική αποταμίευση.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως σύμφωνα με την ΤτΕ «βασική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια αφορά τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας στη μετά RRF (σ.σ. Ταμείο Ανάκαμψης) εποχή».

Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει πως «η σημαντική ώθηση που προσέφεραν οι ευρωπαϊκοί πόροι τα τελευταία χρόνια συνέβαλε καθοριστικά στην αύξηση των επενδύσεων και στη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, το κρίσιμο ζητούμενο πλέον είναι η αποτελεσματική αξιοποίηση και κινητοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων της επόμενης περιόδου – μέσω του ΕΣΠΑ, του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου και των νέων ευρωπαϊκών ταμείων – ώστε να ενισχυθούν με διατηρήσιμο τρόπο η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα και η πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας».

Από αυτήν την άποψη, πως η ΤτΕ, αναφέρει πως «στο πλαίσιο αυτό, η μετά RRF εποχή καθιστά κρίσιμη τόσο την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων όσο και τη διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής που δημιούργησε ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η ταχεία κινητοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ, του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και των νέων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων θα πρέπει να συνοδευθεί από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στους τομείς της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης, της φορολογικής διοίκησης, της αγοράς εργασίας και της ψηφιοποίησης του κράτους. Η πρόκληση αφορά όχι μόνο την απορρόφηση πόρων, αλλά κυρίως τη διασφάλιση της μακροχρόνιας αναπτυξιακής τους επίδρασης».

Πιο αναλυτικά, για την καθεμία από τις παραπάνω 10 διαρθρωτικές αδυναμίες, η ΤτΕ αναφέρει τα εξής:

1. Χαμηλή παραγωγικότητα

«Στο επίκεντρο των προκλήσεων παραμένει η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», αναφέρει η ΤτΕ.

Και εξηγεί πως «παρά την αξιόλογη βελτίωση που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να επηρεάζεται αρνητικά από τη δομή του παραγωγικού υποδείγματος της Ελλάδος, όπως είναι το υψηλό μερίδιο δραστηριοτήτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας και ο μεγάλος αριθμός πολύ μικρών επιχειρήσεων που δυσκολεύονται να επενδύσουν σε τεχνολογία, έρευνα, καινοτομία και εξωστρέφεια».

Προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας, η ΤτΕ επισημαίνει πως απαιτείται ένας «συνδυασμός» μεταξύ «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Η περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η σταθερότητα και διαφάνεια του φορολογικού πλαισίου, η αποτελεσματικότερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και η ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου και στη μείωση των διοικητικών βαρών που εξακολουθούν να επηρεάζουν δυσμενώς τις επενδύσεις.

2. Έλλειμμα ανταγωνιστικότητας

Παράλληλα, η έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ αναφέρει πως «η επιτάχυνση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης, η ολοκλήρωση των θεσμικών πλαισίων που σχετίζονται με επενδύσεις και παραχωρήσεις, η περαιτέρω ψηφιοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, η άρση περιττών κανονιστικών περιορισμών στις επαγγελματικές υπηρεσίες και η συστηματική αξιολόγηση των κανονιστικών παρεμβάσεων μπορούν να βελτιώσουν το επενδυτικό περιβάλλον και να ενισχύσουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».

Επίσης, σύμφωνα με την ίδια έκθεση «απαιτείται ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων. Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς που αυξάνουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία, οι εξωστρεφείς υπηρεσίες και οι τεχνολογίες αιχμής. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές, καθώς αυτές θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη μελλοντική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».

3. Κεφαλαιακό έλλειμμα

«Η πολυετής αποεπένδυση κατά την περίοδο της κρίσης έχει αφήσει ένα σημαντικό κεφαλαιακό έλλειμμα, με αποτέλεσμα το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο να παραμένει χαμηλό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες», αναφέρει η ΤτΕ.

Και συμπληρώνει πως «η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, οι χαμηλές ιδιωτικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και οι δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση για νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τη δυναμική μετάβασης της οικονομίας σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Η αργή μεταβολή του παραγωγικού προτύπου παραμένει κρίσιμο ζήτημα. Παρά την αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική κατανάλωση και από δραστηριότητες που επηρεάζονται αρκετά από εξωγενείς κρίσεις, γεωπολιτικές αναταράξεις και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».

Σε άλλο, σημείο της η έκθεση αναφέρει πως «η ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας αποτελεί εξίσου κρίσιμη προτεραιότητα. Η αύξηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας στους διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς της οικονομίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών. Η αναδιάρθρωση των διεθνών αλυσίδων αξίας και η αυξημένη έμφαση της Ευρώπης στη στρατηγική αυτονομία δημιουργούν παράλληλα σημαντικές ευκαιρίες για την προσέλκυση νέων παραγωγικών επενδύσεων στη χώρα».

Από αυτήν την άποψη, «η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμη προϋπόθεση για τη μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό αναπτυξιακό πρότυπο. Παρά τη σημαντική βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών και τη μείωση της συγκέντρωσης του τραπεζικού συστήματος, τη δημιουργία ενός οικοσυστήματος μικρότερων αλλά ισχυρών τραπεζών (“5ος πόλος”) και την ισχυρή πιστωτική επέκταση, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένα εμπόδια για τις μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις. Η περαιτέρω ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της ΕΑΤ, του Ομίλου ΕΤΕπ και του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου, καθώς και η ανάπτυξη της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση του χρηματοδοτικού κενού. Παράλληλα, η συνέχιση της εξυγίανσης των ισολογισμών και η ταχύτερη επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα ενισχύσουν περαιτέρω τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας».

4. Κλιματική αλλαγή

Η ΤτΕ τονίζει πως «η κλιματική αλλαγή δημιουργεί αυξανόμενες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία μέσω της συχνότερης εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων, των πιέσεων στον τουρισμό, στην αγροτική παραγωγή και στις υποδομές, αλλά και των αυξημένων αναγκών προσαρμογής και ενεργειακού μετασχηματισμού. Η ανάγκη επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της οικονομίας απέναντι σε φυσικές και ενεργειακές διαταραχές αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και τη μακροοικονομική σταθερότητα. Η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται πλέον άμεσα με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παρά τη σημαντική αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν ευμετάβλητες και συχνά υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επηρεάζοντας αρνητικά τα εισοδήματα των νοικοκυριών και την κερδοφορία των επιχειρήσεων».

Σε άλλο σημείο αναφέρεται πως «η κλιματική αλλαγή και η διαχείριση των φυσικών πόρων συνιστούν μία ακόμη σοβαρή πρόκληση για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της ΕΕ που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε φυσικές καταστροφές, όπως πυρκαγιές, πλημμύρες, ξηρασίες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Η ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των υποδομών, της πολιτικής προστασίας και των μηχανισμών ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις στους υδατικούς πόρους, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις επενδύσεις σε σύγχρονες υποδομές διαχείρισης, αποθήκευσης και επαναχρησιμοποίησης υδάτων. Αντίστοιχα, οι χαμηλές επιδόσεις στην ανακύκλωση και η υψηλή εξάρτηση από την υγειονομική ταφή αποβλήτων υπογραμμίζουν την ανάγκη μετάβασης σε ένα αποτελεσματικότερο και φιλικότερο προς το περιβάλλον μοντέλο διαχείρισης πόρων».

Παραπέρα, τονίζεται πως «οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η ενεργειακή αβεβαιότητα αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, υπεράκτια αιολικά πάρκα, έξυπνα δίκτυα και διασυνδέσεις νησιών μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος και να περιορίσει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Παράλληλα, η προώθηση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας, η σταδιακή κατάργηση μη αποδοτικών επιδοτήσεων ορυκτών καυσίμων και η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας μπορούν να συμβάλουν τόσο στην ανταγωνιστικότητα όσο και στην επίτευξη των κλιματικών στόχων. Η πράσινη μετάβαση συνδέεται άμεσα με την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της χώρας απέναντι στην κλιματική αλλαγή».

5. Στενότητα στην αγορά εργασίας

Ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει πως «σημαντικές πιέσεις καταγράφονται και στην αγορά εργασίας. Η ταχεία αποκλιμάκωση της ανεργίας έχει περιορίσει τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας, ιδιαίτερα στον τουρισμό, στην εστίαση και στις κατασκευές. Η στενότητα στην αγορά εργασίας οδηγεί σε αυξήσεις μισθών που συχνά υπερβαίνουν την αύξηση της παραγωγικότητας, δημιουργώντας πιέσεις στο μοναδιαίο κόστος εργασίας και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να καταγράφονται σημαντικές ανισορροπίες στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, με το ποσοστό των γυναικών να παραμένει χαμηλό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και με υψηλά ποσοστά νέων εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

Η αποτελεσματικότερη σύνδεση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθώς και η ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης αναδεικνύονται σε βασικές προτεραιότητες».

Από πλευράς ΤτΕ τονίζεται ακολούθως πως «στην αγορά εργασίας, η βασική πρόκληση δεν είναι μόνο η περαιτέρω μείωση της ανεργίας, αλλά και η αύξηση της συμμετοχής, της ποιότητας και της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι δημογραφικές εξελίξεις και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε δυναμικούς κλάδους περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας. Απαιτούνται συνεπώς πολιτικές που θα ενισχύσουν τη συμμετοχή γυναικών, νέων, ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας. Η επέκταση των δομών προσχολικής αγωγής, παιδικής μέριμνας και μακροχρόνιας φροντίδας, η προώθηση ευέλικτων μορφών εργασίας και η βελτίωση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης.

Παράλληλα, η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Απαιτούνται βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων, ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, συστηματικότερη επιμόρφωση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και ισχυρότερη σύνδεση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η αύξηση της συμμετοχής στη διά βίου μάθηση και η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων είναι απαραίτητες για την προσαρμογή στις τεχνολογικές και παραγωγικές αλλαγές των επόμενων δεκαετιών».

6. Δημογραφική κρίση

«Η δημογραφική κρίση συνιστά ίσως τη βαθύτερη διαρθρωτική πρόκληση για τη χώρα», αναφέρει η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026.

Σύμφωνα με την ίδια, «η υπογεννητικότητα, η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, η μετανάστευση νέων και υψηλά εξειδικευμένων εργαζομένων κατά τη διάρκεια της κρίσης την προηγούμενη δεκαετία αποδυνάμωσε σημαντικά το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, οι ελλείψεις ψηφιακών δεξιοτήτων και η περιορισμένη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου προσωπικού σε τομείς υψηλής τεχνολογίας ενισχύουν τις δημογραφικές και παραγωγικές προκλήσεις της χώρας.

7. Υψηλός πληθωρισμός

Η ΤτΕ τονίζει πως «η χαμηλή αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Παρότι η απασχόληση και τα ονομαστικά εισοδήματα έχουν αυξηθεί, ο υψηλός πληθωρισμός των τελευταίων ετών – ιδιαίτερα στις τιμές στέγασης, ενέργειας, τροφίμων και υπηρεσιών – έχει συγκρατήσει τον ρυθμό ανόδου των πραγματικών εισοδημάτων. Η πίεση αυτή οδηγεί αρκετά νοικοκυριά σε αρνητική αποταμίευση και μειώνει τις εγχώριες αποταμιεύσεις που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις και ανάπτυξη. Παράλληλα, η διατήρηση σχετικά υψηλών ποσοστών κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού υποδηλώνει ότι η οικονομική πρόοδος ενδεχομένως δεν διαχέεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα».

Σε άλλο σημείο αναφέρεται πως «τέλος, η διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης συνιστά πρόσθετη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Αν και η διαδικασία πραγματικής σύγκλισης του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του επιπέδου τιμών της Ελλάδος προς τα αντίστοιχα μεγέθη της ευρωζώνης συνδέεται με θετικές διαφορές πληθωρισμού έναντι του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, η παρατεταμένη διατήρηση αυτών των διαφορών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Επιπλέον, οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν σημαντικές αναδιανεμητικές επιπτώσεις, καθώς επιβαρύνουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος».

Σύμφωνα με το διοικητή της ΤτΕ, «πέραν της αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τον Ιούνιο του 2026, απαιτείται η ανάληψη συμπληρωματικών δράσεων οικονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα, με στόχο τη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τον περιορισμό των επιπτώσεών του στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η εγχώρια οικονομική πολιτική θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να υποστηρίζει την κοινή νομισματική πολιτική και να μην τροφοδοτεί πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, τόσο η διαμόρφωση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών όσο και οι μισθολογικές εξελίξεις θα πρέπει να παραμένουν συμβατές με τον μεσοπρόθεσμο στόχο σταθερότητας των τιμών. Στο πλαίσιο αυτό, τυχόν απαιτούμενες παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων έναντι έκτακτων δυσμενών εξελίξεων, θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και δημοσιονομικά βιώσιμες. Βραχυπρόθεσμα, απαιτείται η εντατικοποίηση των ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διασφαλίζονται οι συνθήκες ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και να αντιμετωπίζονται πρακτικές που ενδέχεται να ενισχύουν αδικαιολόγητα τις ανατιμήσεις. Μεσοπρόθεσμα, η αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων προϋποθέτει την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, με άρση όλων των εμποδίων εισόδου στις αντίστοιχες αγορές. Η συγκράτηση των δευτερογενών επιδράσεων στις τιμές και στο κόστος παραγωγής αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση ώστε να μην υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».

8. Υψηλά αδήλωτα εισοδήματα

«Σχετικές μελέτες δείχνουν ότι παρά την πρόοδο στην πάταξη της φοροδιαφυγής, υπάρχουν ακόμη σημαντικά αδήλωτα εισοδήματα, αρκετά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η αποκάλυψη των οποίων θα βελτίωνε την εικόνα των σχετικών δεικτών σύγκρισης και θα αύξανε το ποσοστό αποταμίευσης», σημειώνει η ΤτΕ.

Από πλευράς, ΤτΕ τονίζεται σε άλλο σημείο πως «η ισχυροποίηση της φορολογικής συμμόρφωσης μέσω ψηφιακών εργαλείων, η υψηλότερη αποδοτικότητα της φορολογικής και τελωνειακής διοίκησης, η συστηματική αξιολόγηση των φορολογικών απαλλαγών» αποτελούν ορισμένα από τα «βασικά στηρίγματα μιας επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής».

9. Άνοδος τιμών ακινήτων και ενοικίων

Σύμφωνα με την ΤτΕ, «η προσιτότητα της στέγασης εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις. Η αυξημένη ζήτηση κατοικιών – τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό – σε συνδυασμό με τη χαμηλή προσφορά διαθέσιμων κατοικιών έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων. Το πρόβλημα επηρεάζει ιδιαίτερα τους νέους και τα νέα νοικοκυριά, δυσχεραίνει τη γεωγραφική κινητικότητα της εργασίας και επιβαρύνει τη δημογραφική δυναμική της χώρας. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα προσιτής και κοινωνικής κατοικίας αναδεικνύεται πλέον σε κρίσιμο ζήτημα κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής συνοχής».

Από αυτήν την άποψη, «η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω ταχύτερων αδειοδοτήσεων, αξιοποίησης αδρανών ακινήτων, ενίσχυσης των επενδύσεων σε κατοικίες και ανάπτυξης πολιτικών προσιτής και κοινωνικής στέγασης».

10. Περιορισμένη εθνική αποταμίευση

«Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει σημαντική πηγή μακροοικονομικής ευπάθειας για την ελληνική οικονομία», αναφέρει η έκθεση της ΤτΕ.

Και συμπληρώνει, λέγοντας πως «αν και η εξωστρέφεια της οικονομίας έχει βελτιωθεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν, η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, ιδιαίτερα σε ενέργεια, κεφαλαιακό εξοπλισμό και καταναλωτικά αγαθά. Η περιορισμένη εγχώρια αποταμίευση και η αργή διεύρυνση της παραγωγικής και εξαγωγικής βάσης επιβραδύνουν την αποκλιμάκωση των εξωτερικών ανισορροπιών».