Δύο δείκτες, δύο εντελώς διαφορετικές θέσεις στον ευρωπαϊκό χάρτη. Το ελληνικό νοικοκυριό κατατάσσεται προτελευταίο ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης ως προς το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο για το 2024, με μοναδική χώρα πίσω του τη Λετονία, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται στη 15η θέση από τα 19 κράτη-μέλη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου. Η απόκλιση αυτή, την οποία καταγράφει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank της 3ης Αυγούστου, συνοψίζει το πώς μια οικονομία μπορεί να συσσωρεύει περιουσία ταχύτερα από όσο παράγει εισόδημα.
Το εισόδημα ανεβαίνει, η αποταμίευση παραμένει αρνητική
Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κινείται ανοδικά την τελευταία διετία με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης, τον λεγόμενο CAGR, κοντά στο 5%. Η τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 με άνοδο 3,2% σε ετήσια βάση. Καθώς ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός της ίδιας περιόδου διαμορφώθηκε στο 3%, η αύξηση υπερκάλυψε την άνοδο των τιμών, συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά τη διετία 2022 με 2023.
Η βελτίωση αυτή, όμως, δεν μεταφράστηκε σε αποταμίευση. Το ποσοστό παρέμεινε αρνητικό, στο -3% περίπου του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα. Μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τις αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν κατά την πανδημία και από τον τραπεζικό δανεισμό. Ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων κινείται έντονα ανοδικά και διαμορφώθηκε τον Ιούνιο, τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο, στο 6,9%.
Η άνοδος των εισοδημάτων τη διετία 2024 με 2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα και το μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων. Οι δύο κατηγορίες κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2026 άνοδο 4,3% και 6% αντίστοιχα. Το εισόδημα περιουσίας συνεισέφερε επίσης θετικά, σε μικρότερο βαθμό, ενώ η μοναδική αρνητική συμβολή προήλθε από τους άμεσους φόρους.
Ο πλούτος πέρασε το ένα τρισεκατομμύριο
Στον αντίποδα, η αξία του πλούτου αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022 και επιταχύνθηκε περαιτέρω την τελευταία διετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ακαθάριστος πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών υπερέβη το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, φτάνοντας τα 1,018 τρισ. ευρώ. Αφαιρουμένου του χρέους των νοικοκυριών, ο καθαρός πλούτος διαμορφώθηκε περίπου στα 924 δισ. ευρώ. Η σωρευτική αύξηση της διετίας 2024 με 2025 ανήλθε σε 19% ή 161 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 98 δισ. ευρώ, δηλαδή άνοδος περίπου 11%, καταγράφηκαν μόνο το 2025.
Η κατανομή της ανόδου δείχνει πού πήγαν τα χρήματα. Πρώτα έρχονται τα επενδυτικά ταμεία, δηλαδή τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια, που υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία με σωρευτική μεταβολή 101%. Ακολουθεί ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος, οι μη εισηγμένες μετοχές και λοιπές εταιρικές συμμετοχές, με 53%, και οι εισηγμένες μετοχές με 42%. Πιο πίσω τα ομόλογα με 16%, τα ακίνητα επίσης με 16%, ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος με 13%, οι ασφάλειες ζωής με 6% και οι καταθέσεις με μόλις 3%.
Η ανακατανομή αποτυπώνεται ευθέως στη σύνθεση του συνολικού ακαθάριστου πλούτου. Το τέταρτο τρίμηνο του 2018, έτος κατά το οποίο είχε ξεκινήσει η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, τα ακίνητα αντιστοιχούσαν στο 65% του συνόλου, οι καταθέσεις στο 17%, ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος στο 9%, ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος στο 6% και τα επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα στο 3%. Στο τέλος του 2025 τα ακίνητα υποχώρησαν στο 55%, ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος στο 7%, οι καταθέσεις παρέμειναν στο 17%, ενώ ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος υπερδιπλασιάστηκε σε 14% και τα επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα σε 7%. Συνολικά, το χρηματοοικονομικό σκέλος ανέβηκε από το 26% στο 37%.
Η κατάταξη, χώρα προς χώρα
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη γίνεται με δύο διαφορετικά εργαλεία. Για το εισόδημα χρησιμοποιείται το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, που περιλαμβάνει και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος, όπως η υγεία και η εκπαίδευση. Για τον πλούτο χρησιμοποιείται η διάμεσος του καθαρού πλούτου, η τιμή δηλαδή που χωρίζει την κατανομή του πληθυσμού σε δύο ίσα μέρη, μέγεθος που δεν επηρεάζεται από εξαιρετικά υψηλές ή χαμηλές τιμές όπως ο μέσος όρος.
Στο εισόδημα του 2024, η κλίμακα ξεκινά από το Λουξεμβούργο και φτάνει έως τις 45 χιλιάδες Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης. Ακολουθούν Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Βέλγιο και Γαλλία, με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης να έπεται. Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση, πάνω μόνο από τη Λετονία. Για την ίδια περίοδο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 κατέγραφε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα.
Στον πλούτο, με στοιχεία τετάρτου τριμήνου 2025, η διάμεσος του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώνεται σε περίπου 118 χιλιάδες ευρώ, σε μια κλίμακα που φτάνει έως τις 700 χιλιάδες ευρώ. Πρώτο είναι το Λουξεμβούργο και ακολουθούν η Μάλτα, η Ιρλανδία και το Βέλγιο. Η Ελλάδα προηγείται της Εσθονίας, της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Κροατίας. Χαρακτηριστική είναι η μετατόπιση της Γερμανίας, η οποία από τη δεύτερη θέση στο εισόδημα υποχωρεί σημαντικά χαμηλότερα στην κατάταξη του πλούτου, κάτω από την Πορτογαλία. Στοιχεία δεν υπάρχουν για τη Βουλγαρία και την Ολλανδία.
Η καλύτερη κατάταξη της Ελλάδας στον πλούτο έναντι του εισοδήματος αντανακλά, σύμφωνα με την ανάλυση, κυρίως τη μεγάλη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας στη σύνθεση του πλούτου των νοικοκυριών. Το γεγονός συνδέεται αφενός με τη σημαντική αύξηση της αξίας των ακινήτων τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, και αφετέρου με τη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Τι στηρίζει τη συνέχεια
Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές χαρακτηρίζονται ευνοϊκές και στηρίζονται σε δύο άξονες. Πρώτον, στις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, όπως η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας που ευνοεί κυρίως τους νέους και τις οικογένειες με παιδιά, η ενίσχυση των συνταξιούχων, οι αυξήσεις των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και η περαιτέρω άνοδος του κατώτατου μισθού. Δεύτερον, στην επενδυτική δυναμική των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του Εθνικού Αναπτυξιακού Προγράμματος και των λοιπών ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ο δημοσιονομικός χώρος ενισχύει παράλληλα την ικανότητα λήψης στοχευμένων μέτρων στήριξης των εισοδημάτων σε περιόδους εξωγενών διαταραχών, όπως πρόσφατα οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Στην άνοδο του πλούτου συνέβαλαν η βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, η ισχυρή επίδοση του τουρισμού, η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας ειδικά μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς. Όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων, ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας και μπορεί να αυξηθεί η κατανάλωση, μέσω του φαινομένου που η βιβλιογραφία αποκαλεί wealth effect.
Τα στοιχεία του πλούτου προέρχονται από τους Λογαριασμούς Κατανομής Πλούτου της ΕΚΤ, τα Distributional Wealth Accounts. Η ίδια η ΕΚΤ σημειώνει ότι περιλαμβάνουν παραδοχές και εκτιμήσεις και χαρακτηρίζονται πειραματικά, ενώ στοιχεία όπως τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα δεν έχουν ενσωματωθεί.
