Η μεγαλύτερη τράπεζα της Ουγγαρίας, η OTP Bank, εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο πλήρους αποχώρησης από τη Ρωσία, καθώς η παρουσία της στη χώρα μπαίνει στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ενόψει της σχεδιαζόμενης εξαγοράς της Luminor Bank στις χώρες της Βαλτικής.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η OTP έχει ξεκινήσει επανεξέταση της στρατηγικής της στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής πλήρους εξόδου, σε μια περίοδο κατά την οποία επιδιώκει τη μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία της. Η συμφωνία για τη Luminor θα ενίσχυε σημαντικά την παρουσία της ουγγρικής τράπεζας στην Ευρωζώνη, όμως οι ρωσικές δραστηριότητές της έχουν εξελιχθεί σε βασικό ζήτημα για τις εποπτικές αρχές της Βαλτικής.
Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος μετά την αποκάλυψη εγγράφων που εξέτασε το Bloomberg και τα οποία δείχνουν ότι μεταξύ των πελατών της OTP στη Ρωσία περιλαμβάνονταν εταιρείες που παρείχαν υπηρεσίες σε ρωσικούς κρατικούς φορείς, καθώς και επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τη Gazprom. Τα έγγραφα δεν καταδεικνύουν παραβίαση κυρώσεων ή άλλη παράνομη ενέργεια από την OTP, όμως προσφέρουν μια εικόνα για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν μέσω λογαριασμών πελατών της τα τελευταία χρόνια.
Η στρατηγική επανεξέταση της OTP
Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου OTP, Peter Csanyi, δήλωσε στο Bloomberg ότι, δεδομένου του στρατηγικού ενδιαφέροντος της τράπεζας για τις χώρες της Βαλτικής και της περιορισμένης προόδου στην επιστροφή πρόσθετων μερισμάτων από τη Ρωσία τον τελευταίο χρόνο, έχει ξεκινήσει αναθεώρηση της στρατηγικής της.
Η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους και, σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να υπηρετεί τη μακροπρόθεσμη αξία για τους μετόχους, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την επιτυχία της διεθνούς επέκτασης του ομίλου.
Η OTP υποστηρίζει ότι έχει ήδη περιορίσει δραστικά τις δραστηριότητές της στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Όπως αναφέρει, διέκοψε άμεσα τη χορήγηση εταιρικών δανείων, απέσυρε ενδοομιλική χρηματοδότηση και σήμερα οι δραστηριότητές της επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στη λιανική τραπεζική και στα καταναλωτικά δάνεια.
Παράλληλα, έχει μειώσει το προσωπικό της στη Ρωσία κατά 25% και το δίκτυο καταστημάτων κατά 40%, ενώ έχει ενισχύσει την παρουσία της στην Ουκρανία. Μόνο το 2025, σύμφωνα με την τράπεζα, το χαρτοφυλάκιο δανείων της OTP Ukraine αυξήθηκε κατά 35%.
Κερδοφόρα η παρουσία της OTP στη Ρωσία
Παρότι η OTP αποτελεί σχετικά μικρό παίκτη στη ρωσική αγορά, με μερίδιο περίπου 0,4% επί του συνολικού ενεργητικού, η δραστηριότητά της στη χώρα αποδείχθηκε ιδιαίτερα κερδοφόρα τα τελευταία χρόνια.
Η τράπεζα έχει καταφέρει να επαναπατρίσει μέχρι σήμερα περίπου 880 εκατ. δολάρια σε μερίσματα από τη ρωσική θυγατρική της, περιορίζοντας έτσι την οικονομική της έκθεση στη χώρα.
Τα κέρδη της ρωσικής δραστηριότητας αυξήθηκαν περισσότερο από πέντε φορές σε σχέση με το 2021, φθάνοντας πέρυσι περίπου τα 202 δισ. φιορίνια (635 εκατ. δολάρια). Την ίδια περίοδο, οι καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν περίπου επτά φορές.
Η OTP αποδίδει μέρος αυτής της αύξησης στο γεγονός ότι ευρωπαϊκές τράπεζες που εξακολούθησαν να λειτουργούν στη Ρωσία απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία για δυτικές επιχειρήσεις που παρέμειναν στη χώρα. Περισσότερο από το 80% της εταιρικής καταθετικής βάσης της ρωσικής θυγατρικής προέρχεται πλέον από διεθνείς επιχειρήσεις.
Τα έγγραφα για Gazprom και ρωσικούς φορείς
Μεταξύ των εγγράφων που εξέτασε το Bloomberg περιλαμβάνεται εσωτερική αλληλογραφία της Gazprom από τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2026 σχετικά με ενδεχόμενο μηχανισμό πληρωμών μεταξύ της Gazprom Export, της σερβικής Yugorosgaz και της Rosingaz, εταιρείας επίσης ελεγχόμενης από τον ρωσικό ενεργειακό όμιλο.
Στο υπό εξέταση σχήμα, η Yugorosgaz θα μπορούσε να μεταφέρει κεφάλαια από λογαριασμό της σε ευρώ στην OTP Serbia προς λογαριασμό της Rosingaz στη σερβική κρατική Banka Postanska Stedionica.
Ωστόσο, το Bloomberg σημειώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία στα έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο σχήμα εφαρμόστηκε ή ότι πραγματοποιήθηκαν οι συγκεκριμένες μεταφορές χρημάτων.
Άλλα έγγραφα δείχνουν συναλλαγές που αφορούσαν εταιρείες-πελάτες της OTP οι οποίες παρείχαν υπηρεσίες σε οργανισμούς συνδεδεμένους με ρωσικούς κρατικούς φορείς. Μεταξύ αυτών εμφανίζονται οργανισμοί που σχετίζονται με τη ρωσική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών και κρατικές δομές. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, τα έγγραφα δεν υποδηλώνουν παρανομία εκ μέρους της OTP.
Στο επίκεντρο η σχεδιαζόμενη εξαγορά της Luminor Bank
Το κρίσιμο ζήτημα για την OTP είναι πλέον η σχεδιαζόμενη εξαγορά της Luminor Bank, η οποία διαθέτει ενεργητικό άνω των 15 δισ. ευρώ και σημαντική παρουσία στις χώρες της Βαλτικής.
Η OTP ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι υπέγραψε συμφωνία με funds που διαχειρίζονται η Blackstone και η DNB Bank για την απόκτηση της Luminor. Η συναλλαγή εξετάζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις αρμόδιες εποπτικές αρχές.
Η εσθονική Finantsinspektsioon έχει ξεκαθαρίσει ότι η παρουσία της OTP στη Ρωσία αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που θα εξεταστούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμφωνίας. «Οι δραστηριότητες της OTP Group στη Ρωσία εγείρουν σοβαρά ερωτήματα», ανέφερε η αρχή στο Bloomberg.
Ανάλογες ανησυχίες είχαν εκφράσει στο παρελθόν και οι κεντρικές τράπεζες της Λετονίας και της Λιθουανίας.
Γιατί η έξοδος δεν είναι εύκολη
Παρότι εξετάζει πλέον μια πλήρη αποχώρηση, η OTP τονίζει ότι η πώληση της ρωσικής θυγατρικής της παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Η εξεύρεση αγοραστή που θα είναι αποδεκτός τόσο από τις δυτικές εποπτικές αρχές όσο και από τη Μόσχα αποτελεί σύνθετη διαδικασία, ενώ οι ρωσικοί κανόνες μπορούν να οδηγήσουν σε πολύ μεγάλες ζημιές για μια δυτική εταιρεία που επιθυμεί να αποχωρήσει.
Η OTP αναφέρει ότι, υπό το ισχύον πλαίσιο, ένας πωλητής μπορεί να εισπράξει μόλις περίπου το 5% της αγοραίας αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου κατά την έξοδό του από τη Ρωσία. «Υπό τις παρούσες συνθήκες, μια πώληση είναι πρακτικά αδύνατη», σημειώνει η τράπεζα.
Η υπόθεση της OTP αποτυπώνει έτσι το δίλημμα που αντιμετωπίζουν αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες που διατήρησαν παρουσία στη Ρωσία μετά το 2022: από τη μία, οι δραστηριότητες αυτές παραμένουν κερδοφόρες και η αποχώρηση μπορεί να επιφέρει σημαντικές απώλειες· από την άλλη, η συνέχιση της παρουσίας τους δημιουργεί αυξανόμενους πολιτικούς, εποπτικούς και επιχειρηματικούς κινδύνους, ιδίως όταν επιδιώκουν νέες εξαγορές και περαιτέρω επέκταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
