Ήταν «ένας μακρύς αγώνας». Έπειτα από τέσσερα χρόνια επανειλημμένων αιτημάτων, η Κριστέλ (η οποία δεν επιθυμεί να δημοσιοποιήσει το επώνυμό της) κατάφερε να μετακινηθεί σε εγκαταστάσεις κοντά στο σπίτι της για λόγους υγείας. Επιπλέον, μπόρεσε να επωφεληθεί από προσαρμογές στη θέση εργασίας της – γραφείο που επιτρέπει να δουλεύει σε όρθια στάση – καθώς και από μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την τηλεργασία. Κι αυτά στη Γαλλία.
Οι αλλαγές αυτές ήταν απαραίτητες για την κοινωνική λειτουργό, η οποία πάσχει από αρκετές χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις που προκαλούν έντονους πόνους και διαταράσσουν την καθημερινότητά της στην εργασία.
Παρά αυτές τις «μικρές νίκες», η ίδια δηλώνει σήμερα ότι ζει «με τον φόβο». «Φοβάμαι μήπως απολυθώ αν κριθώ ανίκανη να εργαστώ. Καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποδεικνύω τις ικανότητές μου, αλλά βλέπω ότι οι απουσίες μου δημιουργούν πρόβλημα. Για αρκετά χρόνια αυτό αποτελούσε εμπόδιο στην επαγγελματική μου εξέλιξη και πλέον αποτελεί και απειλή για την ίδια μου τη θέση εργασίας», λέει στη Le Monde.
Όπως εκείνη, πολλοί εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν σοβαρές ή μακροχρόνιες ασθένειες διαμαρτύρονται σήμερα για τις δυσκολίες που συναντούν στην προσπάθειά τους να προσαρμοστούν οι συνθήκες εργασίας τους. Καταγγέλλουν επίσης τον «τεταμένο διάλογο» που υπάρχει για το θέμα με την ιεραρχία.
«Ορισμένοι οργανισμοί δείχνουν ελάχιστη διάθεση να προσαρμόσουν τις θέσεις εργασίας», επιβεβαιώνει γιατρός από το Μπορντό. «Κατανοούμε ότι για μικρές επιχειρήσεις, όπως τα κομμωτήρια, είναι δύσκολο να προσφέρουν νέα καθήκοντα ή να προχωρήσουν σε αλλαγές θέσης. Όμως, για άλλες επιχειρήσεις, θα ήταν απολύτως εφικτό. Ωστόσο, λείπει η βούληση από τις υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού».
Η ίδια επισημαίνει ιδιαίτερα την έλλειψη γνώσης σχετικά με ορισμένες ασθένειες – όπως το long Covid και οι νευρολογικές παθήσεις – γεγονός που περιορίζει, κατά την άποψή της, τη διάθεση των επιχειρήσεων να αναλάβουν δράση.
Ένα ακόμη εμπόδιο αφορά το ζήτημα της απόδοσης των εργαζομένων που ασθενούν, το οποίο βρίσκεται έμμεσα στο μυαλό πολλών μάνατζερ.
«Μπροστά στον φόβο ότι η παραγωγικότητα θα μειωθεί, ορισμένοι θα προτιμούσαν να αναγνωριστεί η ανικανότητα του εργαζομένου να εργαστεί», υποστηρίζει η γιατρός.
Η ανησυχία ενισχύεται από το γεγονός ότι, όταν ένας εργαζόμενος που έχει προσβληθεί από καρκίνο επιστρέφει στη θέση του, η ομάδα εργασίας «πρέπει να μάθει να λειτουργεί μέσα στην αβεβαιότητα», εξηγεί η Nαταλί Βαλέ-Ρενάρ, γενική διευθύντρια της οργάνωσης Entreprise et cancer.
«Ένας εργαζόμενος που βρίσκεται σε ύφεση της νόσου επιστρέφει συχνά με μικρότερες δυνατότητες και λιγότερη ενέργεια και, με τρόπο απρόβλεπτο, έχει καλές και κακές μέρες».
Ειδικοί της υγείας στην εργασία συμφωνούν επομένως ότι σε πολλές επιχειρήσεις υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν. Ταυτόχρονα, όμως, καλούν να εξετάζεται η κατάσταση με μεγαλύτερη λεπτότητα.
Γιατί, όπως επισημαίνει η διευθύντρια της Entreprise et cancer, «αν υπάρχουν προβληματικές περιπτώσεις, υπάρχει επίσης και “βελτίωση” τα τελευταία δέκα χρόνια».
Έχει ξεπεραστεί το ταμπού του καρκίνου;
Πώς εκδηλώνεται αυτή η βελτίωση;
Καταρχάς, μέσα από την απελευθέρωση της συζήτησης σε ορισμένους οργανισμούς.
«Ειδικότερα, έχουμε ξεπεράσει το ταμπού του καρκίνου», σημειώνει με ικανοποίηση η Βαλέ-Ρενάρ.
Άλλες παθήσεις, όπως η ενδομητρίωση, έχουν επίσης αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα, γεγονός που ευνοεί την καλύτερη κατανόησή τους και την πιο ουσιαστική αντιμετώπισή τους από τους διευθυντές.
Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί νέες πρωτοβουλίες.
Στην περιοχή της Οξιτανίας, για παράδειγμα, η περιφερειακή υπηρεσία υγείας (ARS) ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα για την καλύτερη αντιμετώπιση των περιστατικών long Covid.
«Εκπαιδεύσαμε, μεταξύ άλλων, εκατοντάδες γιατρούς εργασίας», εξηγεί ο Ζερόμ Λαρσέ, παθολόγος και ιατρικός σύμβουλος για το long Covid στην ARS Occitanie.
«Αυτό οδήγησε σε καλύτερη κατανόηση της νόσου και σε μεγαλύτερη κινητοποίηση για την προσαρμογή της εργασίας».
Στις επιχειρήσεις, η Βαλέ-Ρενάρ επισημαίνει ακόμη την εμφάνιση μηχανισμών αλληλοϋποστήριξης από συναδέλφους, μέσω των οποίων ένας εργαζόμενος που έχει προσωπική εμπειρία μιας ασθένειας μπορεί να υποστηρίζει έναν συνάδελφο που αντιμετωπίζει την ίδια πάθηση.
Πώς γίνεται η επανένταξη στην εργασία
Ορισμένες εταιρείες, συχνά μεγάλου μεγέθους, έχουν αποφασίσει να οργανώσουν πιο συστηματικά την υποστήριξη που παρέχουν.
Αυτό συμβαίνει στην εταιρεία ψηφιακών υπηρεσιών Alten, όπου δημιουργήθηκε ειδική θέση «υπεύθυνης επανένταξης στην εργασία για ασθενείς με καρκίνο».
Η Ζανίκ Ντελίπ-Ραμπί, που κατέχει τη θέση, είχε παρακολουθήσει προηγουμένως ειδική εκπαίδευση – μεταξύ άλλων σε μεθόδους ενεργητικής ακρόασης και σε θέματα παθολογιών – και σήμερα υποστηρίζει 35 εργαζομένους που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια της ασθένειάς τους.
«Τους προτείνουμε να διατηρούν συνεχή επαφή με την εταιρεία καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπευτικής τους πορείας, ακόμη και με πολύ απλούς τρόπους: να συμμετέχουν σε μια συνάντηση, να έρχονται για έναν καφέ».
Κατά την επιστροφή τους στην εργασία, γίνεται συζήτηση σχετικά με τα καθήκοντά τους.
«Η ασθένεια συχνά μεταβάλλει τη σχέση με την εργασία και το νόημα που θέλουν να της δώσουν οι εργαζόμενοι. Έτσι, μερικές φορές οργανώνουμε αλλαγές θέσης κατόπιν δικού τους αιτήματος: ορισμένα στελέχη δεν επιθυμούν πλέον να ασκούν διοίκηση, ενώ άλλα θέλουν να στραφούν στην εκπαίδευση προκειμένου να μεταδώσουν τις γνώσεις τους».
Η επιστροφή στην εργασία αποτελεί επίσης αντικείμενο προβληματισμού στην εταιρεία ανάπτυξης λογισμικού GAC Software, η οποία απασχολεί 160 εργαζομένους.
«Όταν μια εργαζόμενη επέστρεψε σε ύφεση της νόσου μετά από καρκίνο του μαστού, εφαρμόσαμε εξατομικευμένη παρακολούθηση, ρωτώντας την σε τακτικές συναντήσεις πώς βίωνε την επιστροφή της στην εργασία», αναφέρει ο Ρομπέν Τομά, διευθυντής εξυπηρέτησης πελατών.
Παράλληλα, ο ρυθμός εργασίας της μειώθηκε ώστε να ληφθούν υπόψη τα γνωστικά προβλήματα που αντιμετώπιζε.
Μια άλλη εργαζόμενη, η οποία εξακολουθεί να πάσχει από καρκίνο, κατάφερε να προσαρμοστούν τα καθήκοντά της στις δυνατότητές της και να περιοριστεί η επαφή της με πελάτες.
Τέθηκε άραγε το ζήτημα των επιπτώσεων αυτών των προσαρμογών στην παραγωγικότητα της εταιρείας;
«Για μας, αυτές οι εργαζόμενες αποτελούν πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό με πραγματική τεχνογνωσία», εξηγεί ο Τομά.
«Μια εταιρεία θα μπορούσε να αποφασίσει να προσλάβει νέους εργαζομένους και να τους εκπαιδεύσει. Όμως το κόστος για να φτάσουν στο επιθυμητό επίπεδο δεξιοτήτων θα ήταν αναμφίβολα σημαντικό».
