Η Γερμανία εξασφάλισε να εξασφαλίσει ειδική εξαίρεση για το γερμανικό χρηματιστήριο (Deutsche Börse) από τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενιαία εποπτεία των μεγάλων χρηματοπιστωτικών υποδομών, ανοίγοντας νέο μέτωπο στη συζήτηση για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, το Βερολίνο πέτυχε να συμπεριληφθεί σε κοινή πρόταση των έξι μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ – Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Πολωνίας και Ολλανδίας – ειδική πρόβλεψη που επιτρέπει στη Deutsche Börse να παραμείνει υπό εθνική εποπτεία, αντί να υπαχθεί υποχρεωτικά στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), με έδρα το Παρίσι.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Βρυξέλλες προωθούν την ενίσχυση της λεγόμενης Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union), ενός φιλόδοξου σχεδίου που αποσκοπεί στη μεγαλύτερη ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει τη μεταφορά περισσότερων εποπτικών αρμοδιοτήτων από τις εθνικές αρχές στην ESMA, με στόχο την ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων και τη μείωση του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η περίπτωση της Deutsche Börse είναι ιδιαίτερη. Το χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης λειτουργεί κυρίως εντός της γερμανικής αγοράς και εποπτεύεται εδώ και δεκαετίες από τις αρχές του κρατιδίου της Έσσης. Τοπικοί πολιτικοί παράγοντες αντιδρούν στην προοπτική μεταφοράς της εποπτείας στο Παρίσι, υποστηρίζοντας ότι οι γερμανικές αρχές διαθέτουν βαθύτερη γνώση της αγοράς και μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα σε περιόδους αναταραχής.
Αντιδράσεις: Δύο μέτρα και δύο σταθμά
Η εξαίρεση που προωθείται προβλέπει ότι η Deutsche Börse θα μπορεί να επιλέξει αν θα παραμείνει υπό την εποπτεία της τοπικής αρχής ή αν θα υπαχθεί στην ESMA. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς αρκετοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι δημιουργεί ένα καθεστώς «δύο μέτρων και δύο σταθμών».
Αξιωματούχοι που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός ότι η Γερμανία φαίνεται να διεκδικεί διαφορετική μεταχείριση για το δικό της χρηματιστήριο σε σχέση με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως εκείνες του Παρισιού, του Άμστερνταμ και της Μαδρίτης. «Είναι αδιανόητο το Deutsche Börse να λειτουργεί με διαφορετικό καθεστώς από το Παρίσι, το Άμστερνταμ ή τη Μαδρίτη», ανέφερε χαρακτηριστικά Ευρωπαίος αξιωματούχος που συμμετείχε στις συνομιλίες.
Παράλληλα, ορισμένοι παρατηρητές παρομοιάζουν τη στάση του Βερολίνου με προηγούμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες η Γερμανία αντιτάχθηκε σε βαθύτερη τραπεζική ολοκλήρωση ή σε διασυνοριακές συγχωνεύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται ως ένθερμος υποστηρικτής της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η αντιπαράθεση γύρω από τη Deutsche Börse αναδεικνύει τις δυσκολίες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην προσπάθειά της να δημιουργήσει μια πραγματικά ενιαία κεφαλαιαγορά. Παρότι η κοινή θέση των έξι μεγαλύτερων οικονομιών θεωρείται σημαντική πρόοδος, δεν αρκεί από μόνη της για την υλοποίηση της μεταρρύθμισης.
Για να εγκριθεί το νέο εποπτικό πλαίσιο απαιτείται η στήριξη τουλάχιστον εννέα ακόμη κρατών-μελών. Ωστόσο, αρκετές μικρότερες χώρες, με επικεφαλής την Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, εκφράζουν επιφυλάξεις, φοβούμενες ότι η μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων στην ESMA θα περιορίσει τον έλεγχό τους πάνω στα εγχώρια χρηματοπιστωτικά τους κέντρα.
Εφόσον επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών, η πρόταση θα πρέπει στη συνέχεια να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν μετατραπεί σε ευρωπαϊκή νομοθεσία. Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να ολοκληρωθεί η διαδικασία έως το τέλος του έτους, θεωρώντας ότι η ενοποίηση των κεφαλαιαγορών αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και τη διοχέτευση περισσότερων επενδύσεων προς τις επιχειρήσεις της ΕΕ.
