Η αιφνιδιαστική απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις επαναγορές παλαιότερων μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχει επαναφέρει στο προσκήνιο έναν γνώριμο φόβο στις αγορές συναλλάγματος: εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού, μήπως τελικά το βάρος της προσαρμογής περάσει στο δολάριο;
Όπως επισημαίνει το Reuters, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι τουλάχιστον διπλασιάζει το ανώτατο ύψος ορισμένων πράξεων επαναγοράς ομολόγων, ανεβάζοντας το όριο σε «τουλάχιστον» 4 δισ. δολάρια. Οι αγορές επικεντρώνονται σε μακροπρόθεσμους τίτλους που έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις από τα τέλη Ιουνίου.
Αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το ποσό να ξεπεράσει ακόμη και τα 4 δισ. δολάρια ανά έκδοση, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η αγορά είχε «προτρέξει» με το πρόσφατο κύμα πωλήσεων στα αμερικανικά ομόλογα.
Οι αγορές βλέπουν κάτι περισσότερο από μια τεχνική παρέμβαση
Οι επαναγορές δεν αποτελούν νέο εργαλείο για την Ουάσιγκτον. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών τις επανέφερε το 2024, κυρίως ως μηχανισμό βελτίωσης της ρευστότητας σε παλαιότερες εκδόσεις που διαπραγματεύονται λιγότερο.
Αυτή τη φορά, όμως, η χρονική στιγμή και το μέγεθος της παρέμβασης προκάλεσαν μεγαλύτερο προβληματισμό. Η ανακοίνωση έγινε εκτός του καθιερωμένου τριμηνιαίου προγράμματος εκδόσεων και λίγο πριν από δημοπρασία 20ετών ομολόγων, με αποτέλεσμα ορισμένοι επενδυτές να τη διαβάσουν ως προσπάθεια της κυβέρνησης να φρενάρει την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων.
Οι αποδόσεις έχουν κινηθεί έντονα ανοδικά λόγω του επιδεινούμενου δημοσιονομικού τοπίου, των μεγάλων εκδόσεων χρέους, των γεωπολιτικών κινδύνων και της αβεβαιότητας γύρω από τη μελλοντική πολιτική της Fed. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια.
Την επιφυλακτικότητα της Wall Street απέναντι στην κίνηση Μπέσεντ καταγράφουν και οι Financial Times, οι οποίοι σημειώνουν ότι ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών επιχειρεί ουσιαστικά να αναμετρηθεί με τους λεγόμενους «bond vigilantes», τους επενδυτές που πιέζουν τις τιμές των κρατικών ομολόγων όταν αμφισβητούν τη δημοσιονομική πολιτική μιας κυβέρνησης. Στελέχη της αγοράς θεωρούν ότι οι αυξημένες επαναγορές δύσκολα μπορούν από μόνες τους να αλλάξουν την εικόνα σε μια αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων περίπου 32 τρισ. δολαρίων. Χαρακτηριστικά, επενδυτής που μίλησε στους FT παρομοίασε την παρέμβαση με «τσιρότο πάνω σε τραύμα από σφαίρα», καθώς μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις αποδόσεις, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες ανησυχίες για το χρέος, τον πληθωρισμό και τις τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης των ΗΠΑ.
Το βασικό ερώτημα για τις αγορές είναι πλέον εάν οι αμερικανικές αρχές είναι διατεθειμένες να αφήσουν τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων να αυξηθούν όσο απαιτεί η αγορά ή αν θα συνεχίσουν να παρεμβαίνουν με εργαλεία που, σε δεύτερο χρόνο, ενδέχεται να πλήξουν το δολάριο.
«Κάπου πρέπει να υπάρξει ένα τίμημα», δήλωσε στο Reuters ο Shaun Osborne, επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος της Scotiabank. «Είτε με τη μορφή υψηλότερων αποδόσεων είτε μέσω μιας υποχώρησης του δολαρίου».
Φόβοι για υποτίμηση του δολαρίου
Ορισμένοι επενδυτές βλέπουν στις κινήσεις του υπουργείου Οικονομικών τα πρώτα στοιχεία μιας πολιτικής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή αποδυνάμωση της αξίας του δολαρίου.
Ο προβληματισμός δεν αφορά άμεση χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών από την κεντρική τράπεζα. Εστιάζει περισσότερο στο ενδεχόμενο οι αρχές, αντιμέτωπες με αυξανόμενες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, να επιχειρήσουν να εμποδίσουν τις αποδόσεις να ανέβουν στα επίπεδα που θα διαμόρφωνε ελεύθερα η αγορά.
Αυτό θα μπορούσε να γίνει με επαναγορές ομολόγων, μεγαλύτερη έμφαση σε βραχυπρόθεσμες εκδόσεις ή άλλα εργαλεία που περιορίζουν τον όγκο μακροπρόθεσμου χρέους τον οποίο πρέπει να απορροφήσουν οι ιδιώτες επενδυτές.
Η πίεση, όμως, δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται αλλού. Και εάν οι αποδόσεις συγκρατούνται χαμηλότερα, τότε μέρος της προσαρμογής μπορεί να περάσει στην ισοτιμία του δολαρίου.
Η αντίδραση των αγορών ήταν χαρακτηριστική. Μετά την ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, ο χρυσός ενισχύθηκε περισσότερο από 3%, ενώ το bitcoin σημείωσε άνοδο περίπου 13% μέσα σε δύο ημέρες, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν σε περιουσιακά στοιχεία που συχνά λειτουργούν ως εναλλακτικές τοποθετήσεις απέναντι στα συμβατικά νομίσματα.
Ο George Saravelos της Deutsche Bank παρομοίασε την επίδραση των μέτρων με το «Operation Twist» της Fed την περίοδο 2011-2012, όταν η κεντρική τράπεζα επιχειρούσε να συμπιέσει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις αγοράζοντας τίτλους μεγαλύτερης διάρκειας.
Κατά τον ίδιο, οι επαναγορές ομολόγων και η προσπάθεια να ενθαρρυνθούν οι ξένες κεντρικές τράπεζες να χρησιμοποιούν τη διευκόλυνση repo της Fed αντί να πωλούν Treasuries αποτελούν μια «ήπια μορφή χρηματοοικονομικής καταστολής» με στόχο τη συγκράτηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
Δεν συμμερίζονται όλοι, πάντως, τις ανησυχίες στον ίδιο βαθμό. Η Sarah Ying της CIBC Capital Markets χαρακτήρισε τις πρόσφατες εξελίξεις μια μικρότερη εκδοχή προηγούμενων επεισοδίων πίεσης στο δολάριο. Όπως σημείωσε, αυτή τη φορά δεν είναι τόσο οι αγορές που δοκιμάζουν τις αντοχές της Ουάσιγκτον όσο ο Μπέσεντ που «δοκιμάζει την αγορά και η αγορά απαντά».
Και πολιτική διάσταση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών
Το timing της παρέμβασης έχει τροφοδοτήσει και πολιτικές ερμηνείες. Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, η αποκλιμάκωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων -και κυρίως των στεγαστικών- θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική ανάσα στην κυβέρνηση Τραμπ.
«Οι τιμές της βενζίνης παραμένουν υψηλές, τα στεγαστικά επιτόκια αυξάνονται και, με τις ενδιάμεσες εκλογές πολύ κοντά, αυτό πιθανόν είναι κάτι που θέλουν να αντιμετωπίσουν», σημείωσε ο Osborne.
Τα περιθώρια, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστα. Μια υπερβολικά επιθετική προσπάθεια χαλάρωσης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να αναγκάσει τη Fed να υιοθετήσει αυστηρότερη στάση.
Ο Steve Englander της Standard Chartered εκτιμά από την πλευρά του ότι αυτό που ανησύχησε περισσότερο τους επενδυτές δεν είναι τόσο η δημοσιονομική αριθμητική όσο η εντύπωση ότι ο Μπέσεντ παρεμβαίνει αποσπασματικά σε λιγότερο ρευστά τμήματα της αγοράς. Τέτοιες κινήσεις, προειδοποίησε, μπορούν να εκληφθούν ως «αντίδραση πανικού» και να χάσουν την αξιοπιστία τους εάν επαναλαμβάνονται συχνά.
Παρά τις αναταράξεις, πάντως, ο Englander θεωρεί ότι το δολάριο εξακολουθεί να στηρίζεται από τις σχετικά υψηλές αποδόσεις και τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη της αμερικανικής οικονομίας, όπως η παραγωγικότητα και η αύξηση των εταιρικών κερδών.
Το επεισόδιο, όπως σημειώνει, δεν αλλάζει τη βασική εικόνα: από τη μία πλευρά παραμένει η ισχυρή παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας και από την άλλη το μεγάλο και επίμονο δημοσιονομικό έλλειμμα.
