Στον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων εξελίσσεται η Γαλλία, καθώς ο συνδυασμός του διαρκώς αυξανόμενου δημόσιου χρέους, των επίμονων ελλειμμάτων, της οριακής ανάπτυξης και της πολιτικής παράλυσης δοκιμάζει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Οι αποδόσεις του γαλλικών κρατικών ομολόγων έχουν επιστρέψει κοντά στα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ενώ το Παρίσι οδεύει προς ακόμη μία δύσκολη εσωτερική σύγκρουση για τον προϋπολογισμό. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινδυνεύει πλέον να μετατραπεί, κατά την έκφραση αναλυτών, σε «πρότυπο προς αποφυγή» για τα προβλήματα κρατικού χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η πίεση αποτυπώνεται καθαρά στην αγορά. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ξεπέρασε την περασμένη εβδομάδα το 4,13%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ την περασμένη Παρασκευή παρέμενε κοντά στο 4,1%. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα κόστη κρατικού δανεισμού στην ομάδα των χωρών του G7. Η άνοδος των αποδόσεων έχει επιταχυνθεί τον τελευταίο χρόνο, ενώ η διεθνής αναστάτωση που προκάλεσε ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν έχει αυξήσει ευρύτερα της αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και το κόστος χρήματος. Καθώς οι αποδόσεις ανεβαίνουν, οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν, αυξάνοντας τις απώλειες για όσους τα διακρατούν.
Στο 118,5% φέτος το δημόσιο χρέος, στάσιμη η οικονομία
Η δημοσιονομική εικόνα της Γαλλίας δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Το δημόσιο έλλειμμα της χώρας έκλεισε το 2025 στο 5,1%, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ξεπέρασε το 115%. Η χώρα παραβιάζει τους ευρωπαϊκούς κανόνες και βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, με το Συμβούλιο της ΕΕ να ζητεί τη διόρθωσή του έως το 2029. Η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί παραμένει μεγάλη και, όσο οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται, η εξυπηρέτηση του χρέους γίνεται ακριβότερη και δυσκολότερη.
Οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενισχύουν τις ανησυχίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του μηνός Ιουλίου, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας θα κλείσει φέτος στο 118,5% του ΑΕΠ, και θα ξεπεράσει το 120% το 2027 και να παραμείνει πάνω από αυτό το επίπεδο έως το 2030. Την ίδια στιγμή, η οικονομία παραμένει σε στασιμότητα. Συρρικνώθηκε κατά 0,2% το α τρίμηνο 2026 και έμεινε στάσιμη στο δεύτερο τρίμηνο. Η ασθενής οικονομική δραστηριότητα περιορίζει τα δημόσια έσοδα και καθιστά ακόμη πιο οδυνηρή οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού των δαπανών ή αύξησης των φόρων.
Ο προϋπολογισμός συναντά το πολιτικό αδιέξοδο
Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης υψηλό πολιτικό κίνδυνο. Η Εθνοσυνέλευση είναι βαθιά κατακερματισμένη και οι έντονες ιδεολογικές διαφορές έχουν οδηγήσει σε προτάσεις δυσπιστίας, πτώσεις κυβερνήσεων και παρατεταμένα αδιέξοδα γύρω από τον προϋπολογισμό. Διαδοχικοί πρωθυπουργοί απέτυχαν να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις, περικοπές δαπανών και φορολογικές αυξήσεις ικανές να ανακόψουν τη δημοσιονομική επιδείνωση.
Το 2025, ο Σεμπαστιάν Λεκορνί έγινε ο πέμπτος πρωθυπουργός μέσα σε δύο χρόνια, παραιτήθηκε μόλις 27 ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, επικαλούμενος την πολιτική ασυμφωνία, και επαναδιορίστηκε λίγες ημέρες αργότερα.
Η επόμενη δοκιμασία πλησιάζει. Η κυβέρνηση αναμένεται να καταθέσει στις αρχές Οκτωβρίου το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027, ενώ ο προηγούμενος προϋπολογισμός εγκρίθηκε μόνο αφού ο Λεκορνί τον πέρασε από το Κοινοβούλιο έπειτα από μήνες καθυστερήσεων. Πάνω από τη συζήτηση πλανάται ήδη η προεδρική εκλογή του 2027. Η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται ως επικρατέστερη διάδοχος του Εμανουέλ Μακρόν και δηλώνει ότι το κράτος πρέπει να μειώσει δραστικά τις δαπάνες του. Οι αγορές, ωστόσο, αμφιβάλλουν εάν μια αλλαγή πολιτικής ηγεσίας θα συνοδευθεί από ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.
Στο βάθος κρίση
Ο Τζον Στόπφορντ, επικεφαλής επενδύσεων πολλαπλών κατηγοριών ενεργητικού στη Ninety One, δήλωσε στο CNBC ότι τα υψηλά δημόσια ελλείμματα και η επιβράδυνση της ανάπτυξης αποτελούν ευρύτερο πρόβλημα μετά την πανδημία, τους πολέμους και τις διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις. Η Γαλλία, όμως, «ξεχωρίζει», καθώς τα δημόσια οικονομικά της κινούνται προς λάθος κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο, εάν οι ανεπτυγμένες κυβερνήσεις δεν καταφέρουν να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους και να επαναφέρουν το χρέος σε βιώσιμη τροχιά, κάποια στιγμή μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με «εξέγερση» των εκδικητών στις αγορές ομολόγων. Για τη Γαλλία, σημείωσε, ότι δεν είναι σαφές πώς η κατάσταση θα μπορούσε να έχει καλή κατάληξη.
Ο ίδιος θεωρεί πιθανό να οικοδομούνται οι συνθήκες μιας κρίσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η έκρηξη είναι άμεση. Ο Θεόφιλος Λεγκράν, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων στη Natixis CIB, χαρακτήρισε τα γαλλικά ομόλογα ήδη «προ-πιεσμένα». Η αγορά, όπως εξήγησε, δεν περιμένει επιστροφή σε έλλειμμα 3% από το 2027, απαιτεί όμως έναν αξιόπιστο μεσοπρόθεσμο δρόμο σταθεροποίησης του χρέους. Αυτό γίνεται δυσκολότερο λόγω των υψηλότερων μακροπρόθεσμων επιτοκίων, του πολεμικού περιβάλλοντος, αλλά και της πρόσθετης αβεβαιότητας από τους θερινούς καύσωνες και τις πυρκαγιές.
Η Natixis εντοπίζει ως πιθανότερο διάστημα νέας μεταβλητότητας τους τελευταίους μήνες του 2026 και το πρώτο τρίμηνο του 2027, όταν η μάχη του προϋπολογισμού θα διασταυρωθεί με την προεδρική κούρσα. Δεν προβλέπει, πάντως, επανάληψη του σοκ του 2024-2025, καθώς οι αποτιμήσεις έχουν ήδη ενσωματώσει σημαντικό άγχος. Το μοντέλο της δείχνει ότι τα γαλλικά ομόλογα είναι περίπου 15 μονάδες βάσης φθηνότερα από τη θεωρητικά δίκαιη αξία τους, ακόμη και πριν προστεθεί το πολιτικό ασφάλιστρο. Για το τέλος του έτους προβλέπει διαφορά απόδοσης 10ετών γαλλικών και γερμανικών τίτλων περίπου 75 μονάδες βάσης εφόσον περάσει ο προϋπολογισμός και 80 εάν δεν εγκριθεί και επιλεγεί η επιβολή του με προεδρικό διάταγμα.
