Μεγάλη είναι η κινητικότητα των Ελλήνων εφοπλιστών της ποντοπόρου ναυτιλίας στο ελληνικό χρηματιστήριο. Μόνον φέτος είχαμε στο Euronext Athens την εισαγωγή τεσσάρων τίτλων, όσους δηλαδή είχαμε μέσα από το 1974 και μετά.
Συγκεκριμένα είχαμε την έκδοση δύο κοινών ομολογιακών δανείων (Capital Clean Energy, Seanergy Maritime) και την εισαγωγή δύο μετοχών (Safe Bulkers και Star Bulk Carriers) στο ταμπλό της Λ. Αθηνών. Και πολύ σύντομα θα έχουμε και την εισαγωγή ενός πέμπτου τίτλου εφοπλιστικής εταιρείας με εισηγμένες μετοχές στη Νέα Υόρκη.
Πρόσφατα πέρασαν το κατώφλι της Λ. Αθηνών οι μετοχικοί τίτλοι της Safe Bulkers Inc. του Κύπριου εφοπλιστή Πόλυ Χατζηιωάννου, ενώ μόλις χτες o Πέτρος Παππάς, ιδρυτής της Star Bulk Carriers χτύπησε το καμπανάκι έναρξης της συνεδρίασης στo Εuronext Athens. Πρόκειται για παράλληλες εισαγωγές μετοχών που ήδη διαπραγματεύονται στη Νέα Υόρκη. Μάλιστα η τελευταία εισαγωγή συνοδεύθηκε με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ύψους 105 εκατ. ευρώ.
Οι εξελίξεις αυτές είναι σημαντικές για να περάσουν απαρατήρητες. Μέχρι και το 2021 η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία δεν είχε αντλήσει ούτε ένα ευρώ από την εγχώρια κεφαλαιαγορά. Η πρώτη κίνηση έγινε τον Μάιο του 2021, όταν η εφοπλιστική οικογένεια του Αχιλλέα Κωνσταντακόπουλου εξέδωσε ομολογιακό δάνειο διαπραγματευόμενο στο χρηματιστήριο της Αθήνας ύψους 100 εκατ. ευρώ.
Ακολούθησε ο εφοπλιστής Βαγγέλης Μαρινάκης εκδίδοντας αντίστοιχους τίτλους, αξίας 150 εκατ. ευρώ. Έκτοτε έχουν εκδοθεί 6 διαφορετικά κοινά ομολογιακά δάνεια, διαπραγματεύσιμα στο Euronext Athens από επιχειρήσεις της ελληνικής ποντοπόρου ναυτιλίας συνολικού ύψους 800 εκατ. ευρώ. Οι πιο πολλές εκδόσεις ομολογιακών δανείων, συνολικά τρεις και συνολικού ύψους 500 εκατ. ευρώ, έγιναν από εταιρείες του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη.
Συνολικά από το 2021 μέχρι σήμερα η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία έχει σηκώσει μέσω της Λ. Αθηνών πάνω από 900 εκατ. ευρώ. Τα ποσά δεν είναι ούτε μεγάλα, αλλά ούτε και αμελητέα. Δείχνoυν τη σύνδεση που δημιουργείται μεταξύ Ελλήνων εφοπλιστών και ελληνικής κεφαλαιαγοράς και προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλλουν πολλοί παράγοντες.
Πρώτον, είτε επειδή η Ελλάδα δεν είναι πλέον η πιο «αφιλόξενη» περιοχή για μεγάλους επενδυτές ή είτε επειδή πλέον οι παραδοσιακές κεφαλαιαγορές (Νέα Υόρκη, Λονδίνο κ.λπ.) γίνονται περισσότερο «αφιλόξενες» απ’ ότι πριν. Αυτό δείχνει η φυγή τραπεζιτών και fund managers από παραδοσιακά προπύργια του δυτικού καπιταλισμού, όπως είναι η Μεγ. Βρετανία.
Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερο φιλικές φορολογικές πολιτικές της χώρας μας όπως π.χ. στα μερίσματα, καθιστούν την Αθήνα πιο ελκυστική από ότι άλλες πρωτεύουσες.
Δεύτερον, οι Έλληνες δείχνουν να υποδέχονται ενθέρμως τους τίτλους των συμπατριώτων τους εφοπλιστών. Οι περισσότερες εκδόσεις έγιναν με υπερκάλυψη πολλές φορές, συχνά 5-6 φορές. Και εδώ λειτουργεί το “cluster effect”, που σημαίνει ότι, όταν κάποιος το κάνει πρώτη φορά και μάλιστα επιτυχημένα, ακολουθούν πολλοί άλλοι. Μάλιστα, όσο περισσότεροι το κάνουν, τόσο περισσότεροι είναι αυτοί που θέλουν να το επαναλάβουν.
Ο πιο σημαντικός ωστόσο λόγος είναι ο μετασχηματισμός της Ελληνικά Χρηματιστήρια ΑΕ (ΕΧΑΕ) σε Euronext Athens. Η επιλογή αυτή δίνει διαφορετικό βάθος στην εγχώρια κεφαλαιαγορά.
Ίσως μάλιστα η Euronext να θέλει να δει το ελληνικό χρηματιστήριο ως την ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά με εξειδίκευση σε κλάδους όπου η Ελλάδα έχει διεθνές συγκριτικό πλεονέκτημα. Και η αγορά του εφοπλισμού στην Ελλάδα είναι μια αγορά με τεράστια οικονομική ισχύ και εμβέλεια. Με άλλα λόγια, η Euronext θέλει τους εφοπλιστές, όσο οι εφοπλιστές θέλουν την Euronext γιατί η τελευταία είναι μεγάλη και πάνω της επενδύουν πολύ μεγάλες τράπεζες και ιδιώτες επενδυτές.
Τέλος, ένας τέταρτος πολύ σοβαρός παράγοντας, σχετίζεται με την εξέλιξη του γεωπολιτικού συσχετισμού τα τελευταία χρόνια και τη συγκρότηση ενός πολυπολικού πλανήτη. Οι Έλληνες εφοπλιστές, που από τη φύση τους έχουν μια διεθνή υπόσταση, απεχθάνονται τον εγκλωβισμό τους σε περιοχές ή πόλους. Ειδικά μετά την άνοδο του «τραμπισμού» στις ΗΠΑ, μια μονομερής διαπραγμάτευση των μετοχών τους στη Νέα Υόρκη, δημιουργεί προϋποθέσεις για τέτοιους εγκλωβισμούς.
Ειδικά με την άνοδο της Κίνας, αλλά και άλλων οικονομιών με τις οποίες η Ουάσιγκτον διαμορφώνει εχθρικές σχέσεις (Βραζιλία, αραβικές χώρες κ.λπ.), η ταύτιση της ελληνόκτητης ναυτιλίας με τις ΗΠΑ δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η αξιοποίηση δε μιας δεύτερης κεφαλαιαγοράς, δείχνει ότι οι εταιρείες αυτές δεν είναι αμερικανικές.
Βεβαίως υπάρχουν πολλές άλλες κεφαλαιαγορές (Λονδίνο, Όσλο, Τόκυο κ.ά.) που καραδοκούν να εκμεταλλευθούν αυτή την συγκυρία. Εδώ όμως θα φανεί η ικανότητα της χώρας ν’ αξιοποιήσει την ευκαιρία που τώρα δημιουργείται. Γιατί τα 900+ εκατ. που άντλησαν τα τελευταία πέντε χρόνια οι επτά ναυτιλιακές επιχειρήσεις από την ελληνική κεφαλαιαγορά, φτάνουν-δεν φτάνουν την αξία πέντε ποντοπόρων πλοίων σε σύνολο 6.000 πλοίων που ελέγχουν οι Έλληνες εφοπλιστές.
Επομένως, αν και απέχει το Euronext Athens να καταστεί hub εφοπλιστικών τίτλων, φαίνεται ότι του δίνεται μια τέτοια ευκαιρία. Aν μάλιστα καταφέρει να ελκύσει το ενδιαφέρον και εφοπλιστικών εταιρειών που έχουν αφετηρία άλλες χώρες, τότε θα λέμε ότι η Αθήνα έχει πραγματικά καταστεί ένας σημαντικός επενδυτικός και χρηματιστηριακός πόλος του πλανήτη.

