Οι Χούθι διευρύνουν τον έλεγχό τους στην Υεμένη, αξιοποιώντας την αποσύνθεση των αντιπάλων τους, τις φυλετικές συμμαχίες και την αυξανόμενη ιρανική υποστήριξη. Η παρουσία τους στην Ερυθρά Θάλασσα και κοντά στο Μπαμπ αλ-Μαντέμπ αποκτά πλέον ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Η ταχεία κατάρρευση του μετώπου στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας ανέτρεψε μέσα σε λίγες ημέρες τις ισορροπίες στην Υεμένη και εκτόξευσε τις τιμές του πετρελαίου στα 110 δολ. το βαρέλι. Οι Χούθι κατάφεραν να καταλάβουν μια αλυσίδα στρατηγικών θέσεων, από τη Μόκα και το Ντουμπάμπ έως τα νησιά Ζουκάρ και Πέριμ, πλησιάζοντας αποφασιστικά το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ.
Η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία μεταβολή στις γραμμές του εμφυλίου πολέμου, σύμφωνα με τη Le Figaro. Αποκαλύπτει τα δομικά προβλήματα του στρατοπέδου που στηρίζει η Σαουδική Αραβία, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο αποτελεσματικά οι Χούθι έχουν μετασχηματίσει τις δυνατότητές τους έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία πολέμου.
Η Χούθι και η κατάρρευση του σαουδαραβικού μετώπου
Όπως εξηγεί στη Le Figaro ο Σαουδάραβας ερευνητής στο King’s College στο Λονδίνο, Ναουάφ Ομπάιντ, η κατάρρευση του παράκτιου μετώπου μεταξύ 9 και 11 Σεπτεμβρίου αποτέλεσε τη σημαντικότερη εδαφική μεταβολή στην Υεμένη από το 2022. Η ταχύτητα της προέλασης αιφνιδίασε τις δυνάμεις που υποτίθεται ότι προστάτευαν τη συγκεκριμένη ζώνη.
Στη Μόκα, κρίσιμο λιμάνι περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, οι δυνάμεις του Ταρέκ Σάλεχ, συμμάχου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δεν μπόρεσαν να αντισταθούν αποτελεσματικά. Η δύναμή τους ήταν σημαντικά μειωμένη, ενώ η υποχώρηση συνοδεύτηκε από εικόνες εγκατάλειψης ή ακόμη και πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού.
Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: το στρατόπεδο των αντιπάλων των Χούθι δεν αποτέλεσε ποτέ ένα πραγματικά ενιαίο στρατιωτικό σώμα. Οι διαφορετικές πολιτικές και φυλετικές επιδιώξεις, αλλά και η αντιπαλότητα μεταξύ Ριάντ και Άμπου Ντάμπι, υπονόμευσαν τη συνοχή του συνασπισμού.
Η ρήξη έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν σαουδαραβικές δυνάμεις στράφηκαν εναντίον φιλοεμιρατινών μαχητών, επιβεβαιώνοντας ότι οι δύο βασικοί εξωτερικοί υποστηρικτές του αντι-Χούθι στρατοπέδου δεν είχαν πλέον κοινή επιχειρησιακή γραμμή.
Χούθι: Πληροφορίες και φυλετικές συμμαχίες
Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξηγεί από μόνη της την εξέλιξη. Οι Χούθι φαίνεται να αξιοποίησαν αποτελεσματικά πληροφορίες από τις επικοινωνίες των αντιπάλων τους, ενώ ο έλεγχος τμημάτων των τηλεπικοινωνιακών δικτύων τους έδωσε πρόσθετες δυνατότητες παρακολούθησης και ψυχολογικών επιχειρήσεων.
Οι αντάρτες, υποστηριζόμενοι από το Ιράν, κατάφεραν να υποκλέψουν επικοινωνίες και εκκλήσεις προς τη διοίκηση, προτρέποντάς τους να παραδοθούν, αναφέρουν πηγές της Wall Street Journal, σύμφωνα με τις οποίες οι Χούθι εκμεταλλεύτηκαν επίσης τον έλεγχο των δικτύων κινητής τηλεφωνίας της Υεμένης. Η προέλασή τους επιταχύνθηκε από την απουσία σαουδαραβικής αεροπορικής υποστήριξης προς τους τοπικούς νομιμόφρονες, καθώς το Ριάντ προτίμησε να επικεντρώσει τους βομβαρδισμούς του στο μέτωπο του αλ-Τζαούφ, πιο ανατολικά.
Η πληροφοριακή υπεροχή συνδυάστηκε με ένα εργαλείο που οι Χούθι έχουν καλλιεργήσει επί χρόνια: τις σχέσεις με τις τοπικές φυλές. Στην Υεμένη, όπου η πολιτική πίστη συχνά συνδέεται με τοπικές ισορροπίες, οικογενειακούς δεσμούς και συμφέροντα, οι αντάρτες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να εκμεταλλεύονται αντιπαλότητες και την αντίθεση στην εξωτερική επέμβαση.
Αυτό περιορίζει την αποτελεσματικότητα της σαουδαραβικής αεροπορικής ισχύος. Η κατοχή αεροσκαφών και πυραύλων δεν αρκεί όταν οι χερσαίες δυνάμεις που υποτίθεται ότι θα αξιοποιήσουν τα πλήγματα δεν διαθέτουν κοινή διοίκηση ή ισχυρό κίνητρο για να κρατήσουν τις θέσεις τους.
Το Ριάντ είχε επιχειρήσει επί μήνες να αναδιοργανώσει τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις, να αποκαταστήσει τις πληρωμές μισθών και να δημιουργήσει ενιαία δομή διοίκησης. Το εγχείρημα αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς οι διάφορες μονάδες διατηρούσαν διαφορετικές πολιτικές αναφορές και αλυσίδες επιρροής.
Έτσι, οι Χούθι αντιμετώπισαν έναν αντίπαλο που διέθετε περισσότερους πόρους, αλλά όχι απαραίτητα την αντίστοιχη επιχειρησιακή συνοχή.

Στρατιώτες των Χούθι © EPA/YAHYA ARHAB
Η ιρανική διάσταση και το νέο οπλοστάσιο των Χούθι
Η δεύτερη κρίσιμη παράμετρος είναι η τεχνολογική αναβάθμιση των Χούθι. Ο εμφύλιος πόλεμος μεταμόρφωσε σταδιακά μια αρχικά περιορισμένη ζαϊντική εξέγερση σε μια στρατιωτική οργάνωση με βαλλιστικούς πυραύλους, drones και δυνατότητα παραγωγής ή συναρμολόγησης οπλικών συστημάτων στο εσωτερικό της Υεμένης.
Ο ειδικός της International Crisis Group για την Υεμένη, Άχμεντ Νάγκι, επισημαίνει ότι μια επιχείρηση τέτοιας κλίμακας δεν θα μπορούσε να έχει οργανωθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Η προέλαση προς τη Μόκα και το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ φαίνεται να αποτελεί προϊόν προετοιμασίας μεγαλύτερης διάρκειας.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι αναφορές για παρουσία στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης στην Υεμένη και για αυξημένη μεταφορά τεχνογνωσίας και οπλικών συστημάτων. Το Ιράν αρνείται ότι συμμετέχει άμεσα στον πόλεμο, όμως η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική του σχέση με τους Χούθι έχει καταγραφεί εδώ και χρόνια.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι πύραυλοι και τα drones. Οι δυνατότητες των Χούθι σήμερα απέχουν σημαντικά από εκείνες που διέθεταν όταν κατέλαβαν τη Σαναά το 2014. Η ικανότητά τους να πλήττουν στόχους σε αποστάσεις άνω των 1.000 χιλιομέτρων μετατρέπει την οργάνωση από τοπική δύναμη σε παράγοντα με περιφερειακή εμβέλεια.
Παράλληλα, η συνεργασία με δίκτυα που συνδέονται με το Ιράν και η εκπαίδευση από στελέχη της Χεζμπολάχ ενίσχυσαν τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Η σχέση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Χούθι λειτουργούν απλώς ως μηχανισμός της Τεχεράνης. Έπειτα από χρόνια πολέμου έχουν αποκτήσει δικές τους δομές, συμφέροντα και σημαντικό βαθμό αυτονομίας.
Οι Χούθι και το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ ως γεωπολιτικός μοχλός
Η μεγαλύτερη σημασία της πρόσφατης προέλασης βρίσκεται στη γεωγραφία. Το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί κρίσιμο πέρασμα για το διεθνές εμπόριο. Οποιαδήποτε δύναμη αποκτά ουσιαστική δυνατότητα επιρροής στην περιοχή αποκτά ταυτόχρονα ένα σημαντικό στρατηγικό εργαλείο.
Για τους Χούθι, ο έλεγχος ή η απειλή ελέγχου της ζώνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Για την Τεχεράνη, η γεωγραφική αυτή θέση ενισχύει το ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και πιέσεων που έχει οικοδομήσει στη Μέση Ανατολή.
Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και έχει εντείνει τις αεροπορικές επιδρομές στην περιοχή. Παράλληλα, έχει αναζητήσει αμερικανική υποστήριξη, ενώ η Μεγάλη Βρετανία φέρεται να εξετάζει την αποστολή στρατιωτικών συμβούλων στο Ριάντ. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτικό ή εδαφικό έλεγχο.

O Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Σαουδάραβα Πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν © EPA/NATHAN HOWARD/POOL/ΑΠΕ
Χούθι: Το δίλημμα της Ουάσινγκτον και η πίεση στο Ριάντ
Επιπλέον, η προέλαση των Χούθι στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας και η απώλεια στρατηγικών θέσεων δημιουργούν νέο δίλημμα για την Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας και τον κίνδυνο μιας νέας στρατιωτικής εμπλοκής στην Υεμένη.
Οι επιπτώσεις έγιναν ήδη ορατές στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες έφτασαν τα 110 δολάρια το βαρέλι. Στην άνοδο συνέβαλε ο περιορισμός της κυκλοφορίας μέσω του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, αλλά και η διακοπή λειτουργίας του σαουδαραβικού αγωγού East-West μετά από επίθεση που το Ριάντ απέδωσε σε φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Μέχρι στιγμής, η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι προτεραιότητά της είναι η προστασία βασικών συμφερόντων, μεταξύ άλλων της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, ενώ παράλληλα επιδιώκει να ενισχύσει τους περιφερειακούς εταίρους ώστε να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ασφαλείας.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον βρίσκεται σε επαφή με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες της περιοχής, αλλά και ότι διατηρεί απευθείας συνομιλίες με τους Χούθι.
Παράλληλα, ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, συναντήθηκε στη Τζέντα με τον διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Η συνάντηση επιβεβαίωσε τη στενή σχέση ασφαλείας των δύο χωρών, χωρίς όμως να σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη αμερικανική απόφαση για άμεση στρατιωτική επέμβαση.

Σκάφος που ελέγχεται από τους Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα © EPA/YAHYA ARHAB
Η Ουάσινγκτον κρατά αποστάσεις
Το Ριάντ, πάντως, αντιμετωπίζει πλέον ένα δύσκολο στρατηγικό περιβάλλον: οι Χούθι ενισχύουν τη θέση τους, η θαλάσσια ασφάλεια παραμένει ευάλωτη και το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μεταφέρεται στις αγορές. Για την Ουάσινγκτον, το δίλημμα είναι αν θα περιοριστεί στη στήριξη των περιφερειακών συμμάχων ή αν θα αναγκαστεί να εμπλακεί βαθύτερα για να προστατεύσει έναν κρίσιμο διεθνή εμπορικό και ενεργειακό διάδρομο.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο εάν οι Χούθι μπορούν να διατηρήσουν τις πρόσφατες κατακτήσεις τους. Είναι εάν η νέα γεωγραφική τους θέση θα τους επιτρέψει να μετατρέψουν τον έλεγχο στρατηγικών σημείων σε μακροπρόθεσμο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Έπειτα από δέκα και πλέον χρόνια πολέμου, οι Χούθι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να επιβιώνουν υπό έντονη στρατιωτική πίεση, να προσαρμόζουν την πολεμική τους μηχανή και να αξιοποιούν τις εσωτερικές αντιθέσεις των αντιπάλων τους. Η μάχη για την Υεμένη, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο τον έλεγχο εδαφών. Αφορά και το ποιος θα αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή σε έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη.
