Η ολική επαναφορά του πολέμου Χούθι – Σαουδικής Αραβίας βυθίζει σε κρίση τις αγορές πετρελαίου

Διπλός αποκλεισμός για τις εξαγωγές σαουδαραβικού πετρελαίου από ανατολικά (Ορμούζ) και δυτικά (Μπαμπ ελ Μαντέμπ), μετά την κατάληψη όλης της ακτογραμμής σε επίθεση αστραπή των Χούθι

Mέλη του λαϊκού στρατού των Χούθι παρελαύνουν κατά τη διάρκεια παρέλασης στην επαρχία Αμράν της Υεμένης©EPA, OSAMAH YAHYA

Από τις αρχές της εβδομάδας οι τιμές του πετρελαίου πήραν την ανιούσα και ενδεχομένως σήμερα Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, να έκαναν ένα μικρό βήμα πίσω,  ωστόσο παραμένουν σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων και κλείνουν την εβδομάδα με κέρδη 9%.  Ειδικότερα το συμβόλαιο του Brent βρίσκεται στα 105,15 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI διαπραγματεύεται στα 99,68 δολάρια.

Αιτία για αυτό είναι η πλήρης επαναφορά του πολέμου Χούθι – Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, με τη δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου που συνδέεται πλέον άμεσα με τον πόλεμο Ιράν – ΗΠΑ και απειλεί ενεργειακές υποδομές, εμπορικές διαδρομές και τις τιμές πετρελαίου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυτική ακτή της Υεμένης. Αξιωματούχοι της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι οι Χούθι έχουν καταλάβει τη στρατηγικής σημασίας Μόχα στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας και προωθούνται προς άλλες παράκτιες πόλεις, επιδιώκοντας να εδραιώσουν τον έλεγχό τους κατά μήκος ολόκληρης της ακτογραμμής.

Επίσης οι φιλοϊρανοί αντάρτες έθεσαν υπό τον έλεγχό τους και το στρατηγικής σημασίας νησί Περίμ, στην καρδιά του Στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ έχουν ήδη υπό τον έλεγχό τους τη Σανάα και τη Χοντέιντα. Οι Χούθι επιχείρησαν, μάλιστα, να αξιοποιήσουν το μοντέλο ΑΙ Claude της Anthropic για συστήματα βαλλιστικών πυραύλων, σύμφωνα με την αμερικανική εταιρεία.

Οι εξελίξεις προκάλεσαν νέες επαφές μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συνομίλησε με τον Σαουδάραβα ομόλογό του Φαϊσάλ μπιν Φαρχάν για την κλιμάκωση και αυξανόμενη ανασφάλεια στην περιοχή. Η Τεχεράνη υπογράμμισε ότι η κρίση στην Υεμένη δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω νέας στρατιωτικής επέμβασης.

Την ίδια ώρα, ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν φέρεται να επικοινώνησε δύο φορές με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι. Σύμφωνα με το Axios, ο Τραμπ απέρριψε το αίτημα.

Κι όλα αυτά όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε χθες στο πρώτο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών που οργανώθηκε ειδικά για τις ενδιάμεσες εκλογές ότι αναμένει να τελειώσει ο πόλεμος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, μοιράζοντας υποσχέσεις για μποναμά 5.000 δολ. σε κάθε ενήλικο Αμερικανό εάν νικήσει και οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας.

Πίσω από τη δημόσια αισιοδοξία του Τραμπ, ωστόσο, επικρατούν πολύ πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μαρκ Ρούμπιο, έχουν προειδοποιήσει ότι η σύγκρουση μπορεί να παραταθεί ακόμη και έως το τέλος της προεδρικής θητείας, τον Ιανουάριο του 2029.

Η μάχη για τη Μόχα

Η νέα εξέλιξη με τους Χούθι είναι κρίσιμης σημασίας καθώς η κατάληψη της Μόχα επέτρεψε στους Χούθι να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη την ακτογραμμή των στενών του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, του στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, την Ευρώπη με την Ασία.

Σύμφωνα με δηλώσεις του στρατιωτικού αναλυτή Βόλφγκανγκ Πούσταϊ στο Al Jazeera, έχοντας τον έλεγχό της Μόχα, οι Χούθι μπορούν να επιχειρήσουν να αποκόψουν τον οδικό άξονα Ταΐζ-Μόχα, επιφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στην κυβέρνηση της Υεμένης. Ελέγχοντας τα στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, – ακόμη χειρότερα – οι αντάρτες μπορούν αν το θελήσουν να «στραγγαλίσουν»  την ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν δημιουργώντας νέους κινδύνους για τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αγορές ενέργειας.

Η νέα κλιμάκωση δεν αφορά δηλαδή μόνο τη αντιπαράθεση μεταξύ των Χούθι, της Σαουδικής Αραβίας και της υποστηριζόμενης από το Ριάντ κυβέρνησης της Υεμένης. Εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, καθώς ο πόλεμος Ιράν–ΗΠΑ έχει ήδη διαταράξει τις αγορές ενέργειας και τις θαλάσσιες μεταφορές στον Περσικό Κόλπο. Μια νέα μεγάλη σύγκρουση στην Υεμένη μπορεί να δημιουργήσει ένα δεύτερο, παράλληλο σημείο πίεσης για το διεθνές εμπόριο και τις εξαγωγές πετρελαίου.

Περίπου 12% του παγκόσμιου εμπορίου διέρχεται από το στενό, μαζί με περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων. Ενδεχόμενη εδραίωση των Χούθι σε αυτό το κρίσιμο σημείο προσθέσει, επομένως, έναν ακόμη παράγοντα γεωπολιτικού κινδύνου στις ήδη ευάλωτες θαλάσσιες μεταφορές και στην αγορά πετρελαίου και αυτός είναι ο λόγος για τον ο[ποίο εκτοξεύθηκαν οι τιμές του Brent.

Χούθι και Σαουδική Αραβία: Η Υεμένη ξανά στο χείλος μεγάλης σύγκρουσης

Οι Χούθι και η κυβέρνηση της Υεμένης, που υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, βρίσκονται σε πόλεμο από το 2014, όταν το κίνημα κατέλαβε τη Σαναά. Έναν χρόνο αργότερα, το Ριάντ συγκρότησε στρατιωτικό συνασπισμό και ξεκίνησε εκτεταμένη αεροπορική εκστρατεία με στόχο την αποκατάσταση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Η εκστρατεία δεν κατάφερε να εκτοπίσει τους Χούθι. Αντίθετα, η σύγκρουση εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο καταστροφικούς πολέμους της σύγχρονης Μέσης Ανατολής, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους εξαιτίας των μαχών, της πείνας και των ασθενειών, εξηγούν αναλυτές στους New York Times.

Μια εύθραυστη εκεχειρία το 2022 περιόρισε σημαντικά τις διασυνοριακές επιθέσεις. Παρότι η συμφωνία έληξε τυπικά έξι μήνες αργότερα, η σχετική ηρεμία διατηρήθηκε για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Το Ριάντ επιδίωκε να απεμπλακεί από έναν δαπανηρό πόλεμο χωρίς ξεκάθαρη στρατιωτική έξοδο, ενώ οι Χούθι εξασφάλισαν ορισμένες παραχωρήσεις, μεταξύ άλλων περισσότερες εισαγωγές καυσίμων και περιορισμένη λειτουργία εμπορικών πτήσεων από το αεροδρόμιο της Σαναά.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά τους τελευταίους μήνες. Οι μάχες στο εσωτερικό της Υεμένης εντάθηκαν, με τους Χούθι να συγκρούονται με δυνάμεις που πρόσκεινται στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση. Παράλληλα, το κίνημα διεύρυνε τις επιθέσεις του σε σαουραδαβικές πόλεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές.

Ο Αχμέντ Νάγκι, ανώτερος αναλυτής για την Υεμένη στη International Crisis Group, εκτίμησε ότι η χώρα «διολισθαίνει ξανά προς έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας». Η αποκλιμάκωση, όπως σημείωσε στους New York Times, ενώ θεωρητικά δεν είναι αδύνατη, γίνεται ολοένα δυσκολότερη στην πράξη.

Οι Χούθι υποστηρίζουν ότι οι επιθέσεις τους αποτελούν αντίδραση στους σαουδαραβικούς βομβαρδισμούς. Ο στρατιωτικός εκπρόσωπός τους, Γιαχία Σάρι, υποστήριξε ότι το Ριάντ πραγματοποίησε 121 αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη μέσα σε τρεις ημέρες, μεταξύ άλλων εναντίον εγκατάστασης που, σύμφωνα με τους Χούθι, ήταν φυλακή.

Η Σαουδική Αραβία δεν σχολίασε τις συγκεκριμένες καταγγελίες. Η κυβέρνηση της Υεμένης, πάντως, ανέλαβε την ευθύνη για τουλάχιστον ορισμένα πλήγματα, ανακοινώνοντας ότι πολεμικά αεροσκάφη της επιτέθηκαν σε στρατιωτικές ενισχύσεις των Χούθι στα δυτικά της χώρας.

Ο εκπρόσωπος του υπό σαουδαραβική ηγεσία στρατιωτικού συνασπισμού στην Υεμένη, υποστράτηγος Τουρκί αλ-Μάλικι, χαρακτήρισε τις επιθέσεις των Χούθι «επικίνδυνη κλιμάκωση» και προανήγγειλε τη λήψη «όλων των αναγκαίων μέτρων» απέναντι στην απειλή.

χουθι

Στρατιώτες των Χούθι στέκονται φρουροί κατά τη διάρκεια διαδήλωσης κατά των αμερικανικών και ισραηλινών στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν στη Σαναά του Υεμένου©EPA, YAHYA ARHAB

Χούθι και Σαουδική Αραβία: ένα παλιό μέτωπο με νέα δυναμική

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι τι επιδιώκει το Ριάντ εφόσον αποφασίσει να επιστρέψει σε ανοιχτό πόλεμο. Η πλήρης στρατιωτική εξουδετέρωση των Χούθι θεωρείται από τους περισσότερους αναλυτές μη ρεαλιστικός στόχος. Πιθανότερη στρατηγική θα ήταν η αποδυνάμωση του κινήματος και η άσκηση πίεσης ώστε να αποδεχθεί μια πολιτική διευθέτηση ευνοϊκότερη για τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της στην Υεμένη.

Το προηγούμενο, ωστόσο, δεν είναι ενθαρρυντικό. Η σαουδαραβική εκστρατεία που ξεκίνησε το 2015 εξελίχθηκε σε παρατεταμένο τέλμα, χωρίς να επιτευχθεί ο βασικός στόχος της απομάκρυνσης των Χούθι από την εξουσία στις περιοχές που ελέγχουν.

Ο Φαρέα αλ-Μουσλίμι, ερευνητής στο Chatham House, εκτιμά μιλώντας στους New York Times ότι το Ριάντ προσπάθησε μέχρι σήμερα να αποφύγει μια άμεση σύγκρουση, όμως η κατάσταση καθιστά αυτή την επιλογή ολοένα δυσκολότερη. Η τελευταία εξέλιξη, σύμφωνα με τον ίδιο, επιταχύνει την εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας.

Η γεωγραφία της σύγκρουσης εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ανησυχία. Οι Χούθι ελέγχουν μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Υεμένης, συμπεριλαμβανομένου σημαντικού τμήματος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας. Τον Ιούλιο ανακοίνωσαν ναυτικό αποκλεισμό κατά της Σαουδικής Αραβίας, προειδοποιώντας τις ναυτιλιακές εταιρείες ότι τα πλοία τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο εφόσον χρησιμοποιούν σαουδαραβικά λιμάνια.

Στη συνέχεια, το κίνημα επιτέθηκε σε δύο πετρελαιοφόρα που μετέφεραν σαουδαραβικό αργό στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι επιθέσεις επεκτάθηκαν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις γύρω από την Τζιζάν και στον πετρελαϊκό κόμβο Γιανμπού, ενώ το Ριάντ απάντησε με πλήγματα στο υπό τον έλεγχο των Χούθι λιμάνι Χοντέιντα.

Η προσπάθεια του Ομάν να επαναφέρει τις διαπραγματεύσεις στα τέλη Ιουλίου δεν απέδωσε, καθώς οι Χούθι έθεσαν νέες απαιτήσεις. Την ίδια περίοδο, η κατάσταση στο εσωτερικό της Υεμένης επιδεινώθηκε. Η ενίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων κοντά στις περιοχές που ελέγχουν οι Χούθι οδήγησε το κίνημα σε νέα επίθεση προς τη Μόχα, στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας.

Ο έλεγχος της Μόχα θα ενίσχυε τη θέση των Χούθι απέναντι στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, ενώ θα προσέφερε μεγαλύτερη δυνατότητα πίεσης προς την πετρελαιοπαραγωγό περιοχή Μαρίμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Πρίγκιπα και πρωθυπουργό του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου στην Ουάσιγκτον, DC, ΗΠΑ ©EPA/NATHAN HOWARD

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Πρίγκιπα και πρωθυπουργό του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου στην Ουάσιγκτον, DC, ΗΠΑ ©EPA/NATHAN HOWARD

Από την Υεμένη στον πόλεμο του Ιράν, ο ρόλος της Σαουδικής Αραβίας και οι Χούθι

Η δεύτερη διάσταση της κρίσης είναι ακόμη πιο σημαντική για τις διεθνείς αγορές. Οι Χούθι δεν λειτουργούν απλώς ως τοπική δύναμη στον εμφύλιο της Υεμένης. Έχουν καταστεί ένας περιφερειακός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ενεργειακές ροές και, κατ’ επέκταση, το κόστος του πολέμου γύρω από το Ιράν.

Οι σχέσεις τους με την Τεχεράνη είναι στενές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Χούθι αποτελούν μια δύναμη που εκτελεί μηχανικά τις εντολές του Ιράν. Το κίνημα μοιράζεται σε μεγάλο βαθμό τους στρατηγικούς στόχους της Τεχεράνης, αλλά διατηρεί τη δυνατότητα να λαμβάνει αυτόνομες αποφάσεις.

Το Ιράν αποτελεί σημαντική πηγή οπλισμού και τεχνογνωσίας, όμως οι Χούθι έχουν αναπτύξει και δικά τους δίκτυα προμήθειας. Αξιοποιούν λαθρεμπορικά δίκτυα στην Υεμένη, εισάγουν εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα και πρώτες ύλες από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, ενώ έχουν αυξήσει την εγχώρια παραγωγή οπλικών συστημάτων.

Αυτό έχει μειώσει την εξάρτησή τους από την παράδοση ολοκληρωμένων ιρανικών όπλων και καθιστά δυσκολότερη την προσπάθεια των αντιπάλων τους να διακόψουν τον ανεφοδιασμό τους.

Η σημερινή κλιμάκωση έχει επομένως δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες αφετηρίες, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg. Στην Υεμένη, οι Χούθι επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους απέναντι στην κυβέρνηση και να διευρύνουν τον έλεγχό τους σε κρίσιμες περιοχές. Σε περιφερειακό επίπεδο, η πίεση προς τη Σαουδική Αραβία εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από τις ενεργειακές εξαγωγές και τις θαλάσσιες οδούς.

Η επίθεση των Χούθι στη Σαουδική Αραβία άρχισε να παίρνει τη σημερινή της μορφή τον Ιούλιο, όταν σαουδαραβικά αεροσκάφη έπληξαν το αεροδρόμιο της Σαναά προκειμένου να εμποδίσουν την προσγείωση ιρανικού αεροσκάφους που μετέφερε αντιπροσωπεία των Χούθι. Το Ριάντ έχει επί χρόνια κατηγορήσει την Τεχεράνη ότι χρησιμοποιεί επιβατικά αεροσκάφη ως εναέρια γέφυρα για τη μεταφορά όπλων και στρατιωτικών ειδικών στην Υεμένη.

Οι Χούθι απάντησαν με πυραύλους και drones εναντίον του αεροδρομίου Άμπχα και προειδοποίησαν ότι οι σαουδαραβικές αεροπορικές εγκαταστάσεις θα παραμένουν στόχοι έως ότου αρθεί, όπως υποστηρίζουν, ο αποκλεισμός του αεροδρομίου της Σαναά.

Λίγες ημέρες αργότερα, ανακοίνωσαν τον ναυτικό αποκλεισμό σαουδαραβικών λιμανιών. Η εξέλιξη αυτή μετέφερε την αντιπαράθεση από το έδαφος της Υεμένης στις διεθνείς θαλάσσιες αρτηρίες.

Επίθεση των Χούθι με drones © EPA/HOUTHIS MEDIA CENTER / HANDOUT

Επιθέσεις Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, η νέα ενεργειακή απειλή

Οι επιθέσεις των Χούθι στη ναυσιπλοΐα δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο. Από τα τέλη του 2023, το κίνημα πραγματοποιεί επιθέσεις στην περιοχή του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, υποστηρίζοντας αρχικά ότι στόχος του ήταν πλοία που συνδέονταν με το Ισραήλ, ως αντίποινα για τον πόλεμο στη Γάζα.

Στην πράξη, επλήγησαν και πλοία χωρίς άμεση σχέση με το Ισραήλ. Μετά την έναρξη αμερικανικών και βρετανικών επιθέσεων κατά θέσεων των Χούθι στις αρχές του 2024, το κίνημα διεύρυνε τις απειλές του και προς πλοία των δύο χωρών.

Η σημασία του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ είναι τεράστια. Πριν από την έναρξη των επιθέσεων, σχεδόν το 10% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου περνούσε κάθε χρόνο από το συγκεκριμένο πέρασμα. Το ποσοστό μειώθηκε περίπου στο 3% πέρυσι, καθώς πολλές ναυτιλιακές εταιρείες εγκατέλειψαν τη διαδρομή μέσω Ερυθράς Θάλασσας και Διώρυγας του Σουέζ και επέλεξαν τον πολύ μακρύτερο περίπλου της Αφρικής.

Η παράκαμψη αυξάνει σημαντικά το κόστος μεταφοράς και μπορεί να προσθέσει έως και δύο εβδομάδες στα ταξίδια. Παράλληλα, η Ερυθρά Θάλασσα εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο δίαυλο για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άλλες πρώδική Αραβία μετέφερε μέσω Γιανμπού 3,65 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ήμισυ τωντες ύλες από τη Μέση Ανατολή, την Ασία και τη Ρωσία.

Μόνο τον Μάιο, η Σαουδική Αραβία μετέφερε μέσω Γιανμπού 3,65 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ήμισυ των συνολικών προπολεμικών εξαγωγών πετρελαίου της χώρας.

Δεν είναι ακόμη σαφές αν οι συγκεκριμένοι όγκοι μπορούν να διατηρηθούν μετά την ανακοίνωση του ναυτικού αποκλεισμού από τους Χούθι. Ορισμένα φορτία έχουν ήδη αναδρομολογηθεί προς την Ασία μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και στη συνέχεια γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας χρόνο και κόστος.

Η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την προσπάθεια των πλοιάρχων να προστατεύσουν τα πλοία τους. Πολλά πλοία απενεργοποιούν συστηματικά τους πομπούς εντοπισμού όταν πλησιάζουν στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, γεγονός που δυσκολεύει την παρακολούθηση των φορτίων καιση δεν αφορά μόνο το εάν η Σαουδική Αραβία και οι Χούθι θα επιστρέψουν σε έναν ανοιχτό πόλεμο στην Υεμένη. Αφορά και το κατά πόσο το συγκεκριμένο μέτωπο θα τη σαφή αποτύπωση των εμπορικών ροών.

Έτσι, η νέα κρίση δεν αφορά μόνο το εάν η Σαουδική Αραβία και οι Χούθι θα επιστρέψουν σε έναν ανοιχτό πόλεμο στην Υεμένη. Αφορά και το κατά πόσο το συγκεκριμένο μέτωπο θα μετατραπεί σε έναν επιπλέον μοχλό πίεσης μέσα στην ευρύτερη σύγκρουση με το Ιράν.

Εάν οι επιθέσεις συνεχιστούν και επεκταθούν σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, πλοία και κρίσιμες θαλάσσιες υποδομές, η επίδραση θα ξεπεράσει τα σύνορα της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, υψηλότερο κόστος μεταφοράς και νέα ανοδική πίεση στις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Η μεγαλύτερη ανησυχία, επομένως, δεν είναι απλώς η αναζωπύρωση ενός πολέμου που ουδέποτε τερματίστηκε πραγματικά. Είναι η πιθανότητα η Υεμένη να καταστεί ξανά ενεργό στρατιωτικό μέτωπο, ακριβώς τη στιγμή που η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν έχει ήδη μετατρέψει τις ενεργειακές υποδομές και τις θαλάσσιες οδούς της Μέσης Ανατολής σε πεδία ευρύτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης.