Πώς οι Χούθι έγιναν οι πιο σκληροί σύμμαχοι του Ιράν

Οι Χούθι ανοίγουν νέο μέτωπο σε Υεμένη και Ερυθρά Θάλασσα και δοκιμάζουν τη Σαουδική Αραβία. Η νέα επιθετική στρατηγική

Υποστηρικτές των Χούθι συγκεντρώνονται μπροστά από μια ψηφιακή πινακίδα που απεικονίζει χάρτη του στενού Μπαμπ αλ-Μαντέμπ © EPA/YAHYA ARHAB

Οι Χούθι επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο της Μέσης Ανατολής, αναζωπυρώνοντας τον πόλεμο στην Υεμένη και απειλώντας τις θαλάσσιες μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα.

Η δράση τους δοκιμάζει τη Σαουδική Αραβία, που επιχειρεί να αποφύγει έναν νέο παρατεταμένο πόλεμο, μολονότι προχώρησε σε κοινά χτυπήματα με τις ΗΠΑ εναντίον φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ πριν από έναν μήνα.

Την ίδια ώρα, η ενεργότερη εμπλοκή των ιρακινών πολιτοφυλακών και των Χούθι δείχνει ότι, χωρίς μια νέα συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ο κίνδυνος επέκτασης της σύγκρουσης παραμένει ιδιαίτερα υψηλός.

Οι Χούθι απειλούν με νέες επιθέσεις στα νότια της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και εναντίον πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα στο στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος των σαουδαραβικών εξαγωγών προς την Ασία.

Παρά την εύθραυστη εκεχειρία που συμφωνήθηκε το 2022, η απειλή από τους Χούθι επανέρχεται δυναμικά, ενώ το Ριάντ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο ταυτόχρονα με επιθέσεις από τον νότο, μέσω Υεμένης, και από τον βορρά, μέσω φιλοϊρανικών οργανώσεων στο Ιράκ.

Η νέα επιθετική στρατηγική των Χούθι

Είναι γεγονός ότι μετά από τέσσερα χρόνια εύθραυστης εκεχειρίας, ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη κινδυνεύει να αναζωπυρωθεί, καθώς οι Χούθι εντείνουν τις επιθέσεις τους εναντίον της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης και της Σαουδικής Αραβίας. Ο ηγέτης τους, Αμπντουλ-Μαλίκ αλ-Χούθι, προειδοποίησε στις 30 Ιουλίου ότι οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας στρατιωτική κλιμάκωση θα αντιμετωπιστεί με αντίστοιχη απάντηση.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου, οι αντάρτες εξαπέλυσαν επιθέσεις με drones και πυραύλους εναντίον κυβερνητικών θέσεων, προκαλώντας δεκάδες νεκρούς μεταξύ στρατιωτών και αμάχων. Οι κυβερνητικές δυνάμεις απάντησαν με σφοδρά πλήγματα, όμως οι Χούθι θεωρούν ότι η επανέναρξη των συγκρούσεων μπορεί να λειτουργήσει υπέρ τους.

Όπως αναφέρει ο Economist, η οργάνωση έχει δύο άμεσους στόχους. Πρώτον, να πιέσει το Ριάντ να χρηματοδοτήσει την καταβολή μισθών σε δημόσιους υπαλλήλους της Υεμένης και να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές. Δεύτερον, να αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων πριν από μια πιθανή επίθεση των αντιπάλων της.

Σκάφος που ελέγχεται από τους Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα © EPA/YAHYA ARHAB

Χούθι: Στο στόχαστρο η Ερυθρά Θάλασσα και το πετρέλαιο

Από τα μέσα Ιουλίου, οι Χούθι έχουν διευρύνει τις επιχειρήσεις τους, επιτιθέμενοι σε πλοία που συνδέονται με τη Σαουδική Αραβία, αλλά και σε λιμάνια, αεροδρόμια και εγκαταστάσεις διύλισης. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, σχεδόν κανένα σαουδαραβικό πετρελαιοφόρο δεν διέσχισε τον Αύγουστο τα στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στο νότιο άκρο της Ερυθράς Θάλασσας.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη οικονομική σημασία για το Ριάντ, καθώς η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος αποτελεί κρίσιμο πέρασμα για τις εξαγωγές πετρελαίου προς την Ασία. Η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας προσφέρει στους Χούθι ένα ισχυρό εργαλείο πίεσης χωρίς να απαιτείται η κατάληψη μεγάλων περιοχών.

Παράλληλα, η οργάνωση επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στους ενεργειακούς πόρους της ίδιας της Υεμένης. Οι Χούθι είχαν επιχειρήσει το 2022 να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές της Μαρίμπ, ανατολικά της Σαναά, αλλά απωθήθηκαν από φιλοκυβερνητικές δυνάμεις που είχαν εκπαιδευτεί από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Αργότερα βομβάρδισαν πετρελαϊκούς τερματικούς σταθμούς στις ακτές, εμποδίζοντας τους αντιπάλους τους να εξάγουν καύσιμα. Με την κυβέρνηση να ανακοινώνει τον Ιούλιο την επανέναρξη των αποστολών, οι επιθέσεις στη Μαρίμπ εντάθηκαν. Ακόμη και χωρίς να καταλάβουν τις εγκαταστάσεις, οι Χούθι θα μπορούσαν να επιδιώξουν να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση να μοιραστεί τα έσοδα.

Η αντεπίθεση της κυβέρνησης και τα όρια της Σαουδικής Αραβίας

Για την κυβέρνηση της Υεμένης, η αντιπαράθεση αποτελεί ευκαιρία ανάκτησης πολιτικής αξιοπιστίας. Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια δεν οδήγησε στην πολυαναμενόμενη ειρηνευτική συμφωνία. Αντίθετα, οι Χούθι εδραίωσαν την εξουσία τους και ενίσχυσαν τη σχέση τους με το Ιράν.

Οι αντίπαλοί τους εμφανίζονται πλέον περισσότερο ενωμένοι. Η κυβέρνηση διέλυσε το αποσχιστικό Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο, που υποστηριζόταν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εντάσσοντας μέρος των δυνάμεών του στον εθνικό στρατό. Παράλληλα, φυλετικές αναταραχές στην περιοχή Τζάουφ που ελέγχεται από τους Χούθι δημιούργησαν ελπίδες ότι η επιρροή τους μπορεί να παρουσιάζει ρωγμές.

Ωστόσο, η στρατιωτική ήττα των ανταρτών παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Έχουν ήδη αντιμετωπίσει στο παρελθόν πολύ πιο εκτεταμένες επιχειρήσεις. Οι ισραηλινές επιθέσεις το περασμένο καλοκαίρι εξουδετέρωσαν μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας τους, όμως η οργάνωση κατάφερε να ανασυγκροτηθεί γρήγορα.

Οι δυνατότητές τους έχουν επίσης εξελιχθεί. Το 2025, κατά τη διάρκεια αμερικανικών επιχειρήσεων, κατέρριψαν επτά drones Reaper και παραλίγο να πλήξουν αρκετά μαχητικά αεροσκάφη. Τον περασμένο μήνα υποστήριξαν ότι κατέρριψαν τουρκικής κατασκευής Bayraktar που χρησιμοποιούσαν οι Σαουδάραβες. Διαθέτουν ακόμη drones με σύνδεση μέσω οπτικών ινών, τα οποία είναι ιδιαίτερα δύσκολο να παρεμβληθούν ηλεκτρονικά.

Εξίσου σημαντική είναι η μεταβολή της αμυντικής τους βιομηχανίας. Ενώ παλαιότερα βασίζονταν κυρίως σε έτοιμα ιρανικά όπλα, πλέον κατασκευάζουν σημαντικό μέρος του οπλοστασίου τους από μικρά εξαρτήματα που μεταφέρονται λαθραία μέσω Ομάν και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ή με πλοιάρια από το Κέρας της Αφρικής. Ορισμένα drones μπορούν να κατασκευαστούν σχεδόν χωρίς ιρανικά εξαρτήματα.

O Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Σαουδάραβα Πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμαν

O Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Σαουδάραβα Πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν © EPA/NATHAN HOWARD/POOL/ΑΠΕ

Σαουδική Αραβία: Το δίλημμα του Vision 2030

Για τη Σαουδική Αραβία, η αναζωπύρωση της σύγκρουσης δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα, αναφέρει ανάλυση στο BBC. Από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, το Ριάντ προσπάθησε να μείνει μακριά από μια άμεση εμπλοκή. Οι επιθέσεις όμως από ιρανικές συμμαχικές οργανώσεις στο Ιράκ και από τους Χούθι στα νότια σύνορα αυξάνουν την πίεση.

Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη πραγματοποιήσει, μαζί με τις ΗΠΑ, πλήγματα εναντίον θέσεων των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης στο Ιράκ, τις οποίες θεωρεί υπεύθυνες για επιθέσεις με drones εναντίον του βασιλείου. Το ερώτημα πλέον είναι εάν θα συνεχίσει την πολιτική των αντιποίνων για λόγους αποτροπής ή εάν θα επιδιώξει αποκλιμάκωση, ακόμη και μέσω οικονομικών ανταλλαγμάτων προς ορισμένους αντιπάλους της.

Το διακύβευμα για τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είναι πολύ μεγαλύτερο από τη διαχείριση μιας ακόμη περιφερειακής κρίσης. Το Vision 2030 έχει ως στόχο να μετασχηματίσει τη σαουδαραβική οικονομία, περιορίζοντας την εξάρτησή της από το πετρέλαιο, προσελκύοντας ξένες επενδύσεις και δημιουργώντας νέες εγχώριες βιομηχανίες και θέσεις εργασίας.

Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει σταθερότητα. Εγκαταστάσεις όπως data centers και άλλες κρίσιμες υποδομές καθίστανται ευάλωτες σε επιθέσεις drones και πυραύλων, ενώ μια διαρκής απειλή στα νότια σύνορα θα μπορούσε να υπονομεύσει την εικόνα ασφάλειας που χρειάζεται το Ριάντ για να προσελκύσει κεφάλαια.

Το πετρέλαιο και η ευπάθεια των σαουδαραβικών υποδομών

Η Σαουδική Αραβία γνωρίζει ήδη πόσο σοβαρές μπορεί να είναι οι συνέπειες. Τον Σεπτέμβριο του 2019, επιθέσεις με drones έπληξαν τις εγκαταστάσεις πετρελαίου στο Αμπκάικ και το Χουράις, θέτοντας εκτός λειτουργίας περίπου το ήμισυ των σαουδαραβικών εξαγωγών πετρελαίου για αρκετές ημέρες.

Το περιστατικό αποτέλεσε ισχυρό προειδοποιητικό μήνυμα για την ευπάθεια των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών. Τον Αύγουστο, δορυφορικές εικόνες έδειξαν εκ νέου πλήγμα στο Αμπκάικ από drones που φέρεται να εκτοξεύθηκαν από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.

Παράλληλα, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχει αυξήσει ακόμη περισσότερο τη σημασία της Ερυθράς Θάλασσας. Με περίπου 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου να διέρχεται από το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα, η Σαουδική Αραβία επιχείρησε να αξιοποιήσει τον αγωγό Ανατολής-Δύσης, μεταφέροντας έως περίπου 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως προς τον τερματικό σταθμό Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Όμως η διαδρομή αυτή δεν είναι ασφαλής εάν οι Χούθι μπορούν να απειλούν τα πλοία που κατευθύνονται προς την Ασία μέσω Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Τον Ιούλιο, μετά τον σαουδαραβικό βομβαρδισμό του αεροδρομίου της Σαναά, οι Χούθι απάντησαν με επιθέσεις στα αεροδρόμια Αμπχά και Τζιζάν. Στη συνέχεια στράφηκαν με μεγαλύτερη ένταση εναντίον της σαουδαραβικής ναυσιπλοΐας.

Το Ριάντ έχει ήδη περάσει επτά χρόνια προσπαθώντας να κάμψει στρατιωτικά τους Χούθι, χωρίς αποτέλεσμα. Μια νέα εκστρατεία θα είχε σημαντικό οικονομικό και ανθρωπιστικό κόστος, ενώ θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη περιφερειακή ανάφλεξη.

Οι Χούθι έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολος αντίπαλος ακριβώς επειδή συνδυάζουν γεωγραφικό πλεονέκτημα, ανθεκτικότητα, αυξανόμενες τεχνολογικές δυνατότητες και πρόσβαση σε ορεινές περιοχές με σήραγγες, σπήλαια και οχυρώσεις. Η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιήσει με «μεγάλη στρατιωτική τιμωρία», όμως οποιαδήποτε νέα εκστρατεία θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρή.

Για τη Σαουδική Αραβία, το δίλημμα είναι πλέον σαφές: να κλιμακώσει για να αποτρέψει τους αντιπάλους της ή να επιδιώξει μια δύσκολη συμφωνία που θα περιορίσει τις επιθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, το διακύβευμα ξεπερνά την Υεμένη. Αφορά την ασφάλεια των ενεργειακών ροών, τη σταθερότητα της Ερυθράς Θάλασσας και, τελικά, την ίδια τη δυνατότητα του Ριάντ να υλοποιήσει το φιλόδοξο οικονομικό του σχέδιο για το 2030.