Έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο πόλεμος που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παρουσιάσει – αρκετές φορές – ως «μια σύντομη στρατιωτική επιχείρηση» (όπως τη σύντομη λήξη του ουκρανικού) έχει εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη και βαθιά αβέβαιη σύγκρουση, χωρίς σαφή οδό προς τον τερματισμό της.
Το Ιράν δεν έχει συνθηκολογήσει, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν στην ουσία κλειστά και άκρως επικίνδυνα για διέλευση και η Ουάσινγκτον, αφού δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τις παραχωρήσεις που επιδίωκε μέσω της στρατιωτικής πίεσης, στρέφεται πλέον περισσότερο στις κυρώσεις και στον οικονομικό στραγγαλισμό της Τεχεράνης.
Οι συνέπειες του πολέμου, όμως, ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα του Ιράν και είναι ήδη φανέρες σε όλο τον κόσμο.
Αφορούν την αμερικανική πολιτική, την παγκόσμια οικονομία, την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής, το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης αλλά και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Πρώτη συνέπεια: Πολιτικό κόστος για τον Τραμπ
Ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό βάρος για τον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου έχει υποχωρήσει από το 40% στο 33% από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ μόλις το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι εγκρίνει τον πόλεμο.

Οδηγοί περνούν μπροστά από μια αντιαμερικανική διαφημιστική πινακίδα σε έναν δρόμο της Τεχεράνης, στο Ιράν © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα προβληματική για έναν πρόεδρο που επέστρεψε στην πολιτική σκηνή υποσχόμενος να τερματίσει τους πολέμους και να μειώσει το κόστος ζωής για τους Αμερικανούς. Η άνοδος των τιμών της βενζίνης, που συνδέεται με τις αναταράξεις στην ενεργειακή αγορά, έχει πλήξει ακριβώς αυτή την πολιτική υπόσχεση.
Παράλληλα, η σύγκρουση έχει δημιουργήσει νέες εντάσεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ανάμεσα σε όσους ζητούν τον τερματισμό της στρατιωτικής εμπλοκής και εκείνους που υποστηρίζουν τη διατήρηση της πίεσης προς την Τεχεράνη.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, το Ιράν εξελίσσεται έτσι από εξωτερική κρίση σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ.
Δεύτερη συνέπεια: Η παγκόσμια οικονομία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια οικονομία. Από το στενό θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς.
Η διαταραχή στις μεταφορές προκάλεσε άνοδο των τιμών του πετρελαίου και φόβους για μια νέα μεγάλη ενεργειακή κρίση. Οι επιπτώσεις, ωστόσο, αποδείχθηκαν μέχρι στιγμής μικρότερες από τα πιο απαισιόδοξα σενάρια.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει μειώσει δύο φορές την πρόβλεψή του για την παγκόσμια ανάπτυξη από την έναρξη του πολέμου και πλέον αναμένει ανάπτυξη 3% για φέτος, έναντι 3,3% που προέβλεπε τον Ιανουάριο.
Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική σε σχέση με τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Η μικρότερη ενεργειακή ένταση των σύγχρονων οικονομιών, αλλά και οι ισχυρές επενδύσεις, μεταξύ άλλων στην τεχνητή νοημοσύνη, λειτουργούν ως ανάχωμα στις πιέσεις.
Τρίτη συνέπεια: Το Ιράν έχει υποστεί βαριές απώλειες, αλλά δεν έχει ηττηθεί
Η στρατιωτική και οικονομική υποδομή του Ιράν έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο επικεφαλής της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης για τη Μέση Ανατολή, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν καταστρέψει 161 ιρανικά πολεμικά πλοία και έχουν θέσει εκτός λειτουργίας περίπου το 82% των συστημάτων αεράμυνας της χώρας.
Η ιρανική Πολεμική Αεροπορία, η οποία πριν από τον πόλεμο μπορούσε να πραγματοποιεί έως και 100 εξόδους ημερησίως, έχει ουσιαστικά σταματήσει τις επιχειρήσεις της.

F-14 της ιρανικής πολεμικής αεροπορίας. Αξιοθαύμαστο το πώς οι Ιρανοί κατάφεραν να διατηρήσουν ως σήμερα σε υπηρεσία αυτό το αεροσκάφος χωρίς αμερικανική υποστήριξη, αν και ο μικρός αριθμός τους δεν αλλάζει τις ισορροπίες δυνάμεων στην περιοχή, ούτε αποτελούν απειλή για ΗΠΑ και Ισραήλ © Wikimedia
Ωστόσο, η Τεχεράνη διατηρεί σημαντικές δυνατότητες. Διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους και drones, με παράλληλη δυνατότητα κατασκευής νέων, ενώ έχει καταφέρει και συνεχίζει να επιτίθεται σε πλοία και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Την ίδια ώρα, το οικονομικό κόστος για την ιρανική κοινωνία είναι τεράστιο. Ο πληθωρισμός και η διακοπή του εμπορίου έχουν επιδεινώσει την ήδη δύσκολη κατάσταση, ενώ τον Ιούλιο ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έφθασε το 128% σε ετήσια βάση.
Ο πόλεμος έχει σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους, αλλά αντί να οδηγήσει σε κατάρρευση του καθεστώτος, έχει συμβάλει στην ενίσχυση της εσωτερικής συσπείρωσης και στην αυστηρότερη καταστολή της διαφωνίας.
Τέταρτη συνέπεια: Η Μέση Ανατολή έγινε πιο ασταθής
Η αρχική επιδίωξη των ΗΠΑ και του Ισραήλ ήταν να περιορίσουν την ικανότητα του Ιράν να απειλεί την περιοχή. Έξι μήνες αργότερα, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Οι ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones έχουν πλήξει χώρες του Κόλπου που είναι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον, καθώς και αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα έχουν αυξήσει τα ασφάλιστρα και το κόστος μεταφοράς.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη δράση των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, με αποτέλεσμα να διαταράσσονται οι εφοδιαστικές αλυσίδες και να αυξάνεται η αβεβαιότητα για τις οικονομίες του Κόλπου.
Έτσι, η στρατιωτική επιχείρηση που είχε ως στόχο να καταστήσει τη Μέση Ανατολή ασφαλέστερη έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον κινδύνου, στο οποίο οι αμερικανικοί σύμμαχοι βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι.
Πέμπτη συνέπεια: Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν καθυστερεί, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Τραμπ για τον πόλεμο ήταν η ανάγκη να εμποδιστεί το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε τρεις γνωστές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού και σε άλλες υποδομές που συνδέονται με το πυρηνικό πρόγραμμα. Παράλληλα, έχουν σκοτωθεί κορυφαίοι Ιρανοί πυρηνικοί επιστήμονες.

Δορυφορικές λήψεις δείχνουν τα έργα εκσκαφής των Ιρανών σε πυρηνικές εγκαταστάσεις που είχαν βομβαρδιστεί © Χ.com/Inst. for Science & Security
Αμερικανικές εκτιμήσεις του Μαΐου ανέβαζαν τον χρόνο που θα χρειαζόταν το Ιράν για να παράγει επαρκή ποσότητα σχάσιμου υλικού για μια πυρηνική βόμβα έως και στον έναν χρόνο, από περίπου έξι μήνες πριν από τον πόλεμο.
Ωστόσο, η πραγματική κατάσταση του προγράμματος παραμένει ασαφής. Οι διεθνείς επιθεωρητές δεν έχουν επιστρέψει στις πυρηνικές εγκαταστάσεις και η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας δεν έχει μπορέσει να επαληθεύσει την τύχη περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%.
Επομένως, η στρατιωτική εκστρατεία μπορεί να καθυστέρησε το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, δεν έχει όμως εξαλείψει τον κίνδυνο.
Έκτη συνέπεια: Πλήγμα στην αμερικανική στρατιωτική ετοιμότητα
Ίσως μία από τις λιγότερο ορατές αλλά σημαντικότερες συνέπειες του πολέμου αφορά τις ίδιες τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Οι ΗΠΑ έχουν χάσει drones και αεροσκάφη από ιρανικά πυρά αλλά και από ατυχήματα. Σύμφωνα με έκθεση του Κογκρέσου, 42 αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη έχουν χαθεί στη διάρκεια της σύγκρουσης.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η κατανάλωση πυρομαχικών. Ο αμερικανικός στρατός έχει χρησιμοποιήσει σχεδόν το σύνολο των παγκόσμιων αποθεμάτων ορισμένων πυραύλων ακριβείας, ενώ εκτιμάται ότι έως τον Ιούλιο είχε χρησιμοποιηθεί περίπου το 65% των αναχαιτιστικών Patriot και τουλάχιστον το 38% των αναχαιτιστικών THAAD.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει μετακινήσει μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία και άλλες δυνάμεις από την Ευρώπη και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προς τη Μέση Ανατολή. Αυτό παρατείνει τις αναπτύξεις και δημιουργεί ερωτήματα για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών δυνάμεων σε άλλα μέτωπα.
Η νέα φάση του πολέμου: από τους πυραύλους στο οικονομικό μέτωπο
Μετά από έξι μήνες στρατιωτικών επιχειρήσεων, η Ουάσινγκτον αλλάζει πεδίο μάχης. Η έμφαση μεταφέρεται πλέον στα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράν, στις τράπεζες και στους εμπορικούς του εταίρους, με τις κυρώσεις και τον ναυτικό αποκλεισμό να αποτελούν τα βασικά εργαλεία της νέας στρατηγικής.
Η επιδίωξη είναι να στερηθεί η Τεχεράνη τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές «ανάσες» που της επιτρέπουν να συνεχίζει τον πόλεμο, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις εξαγωγές πετρελαίου και την πρόσβαση σε ξένο νόμισμα.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ουάσινγκτον, ωστόσο, είναι κατά πόσο μπορεί να επιβάλει αποτελεσματικά τις νέες κυρώσεις.
Η Τεχεράνη ποντάρει στη συνέχιση των οικονομικών σχέσεων με χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία και θεωρεί ότι, εάν οι δύο αυτές μεγάλες οικονομίες συνεχίσουν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο και να συναλλάσσονται με το Ιράν, η αμερικανική πίεση θα έχει σημαντικά όρια.
Πόλεμος φθοράς με όπλο τη διατάραξη της περιοχής
Η οικονομική πίεση δημιουργεί και έναν νέο κίνδυνο: αντί να οδηγήσει σε υποχώρηση, μπορεί να ενθαρρύνει την Τεχεράνη να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους της.
Μία πιθανή στρατηγική είναι ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, με περιοδικές επιθέσεις, διαπραγματεύσεις που ανοίγουν και κλείνουν και επιχειρήσεις διατάραξης χωρίς επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
Στο στόχαστρο είναι ήδη η ναυσιπλοΐα, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και άλλες κρίσιμες υποδομές γειτονικών χωρών.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη αυξάνει σταδιακά το κόστος της σύγκρουσης για τις χώρες του Κόλπου, δημιουργώντας παράλληλα πιέσεις προς την Ουάσινγκτον για διπλωματική έξοδο.
Το μεγάλο παράδοξο των κυρώσεων
Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική ασφυξία ως μέσο για να αλλάξει τη συμπεριφορά της ιρανικής ηγεσίας. Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο ιστορικό προηγούμενο: το Ιράν έχει επιβιώσει και στο παρελθόν από εκστρατείες «μέγιστης πίεσης» χωρίς να εγκαταλείψει τους βασικούς στρατηγικούς του στόχους.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Οι κυρώσεις μπορούν να προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή, να αυξήσουν τον πληθωρισμό και να επιβαρύνουν την καθημερινότητα των Ιρανών, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι οι ηγέτες της χώρας θα αλλάξουν πορεία.
Η ιρανική ηγεσία έχει ιστορικά απαντήσει στην εσωτερική πίεση με καταστολή και στην εξωτερική πίεση με αντίποινα. Επομένως, η οικονομική ασφυξία μπορεί να κάνει το Ιράν φτωχότερο και πιο ασταθές, χωρίς να το κάνει κατ’ ανάγκη πιο διαλλακτικό.
Ο φόβος μιας νέας εξέγερσης
Για την ιρανική ηγεσία, ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί τελικά να μην είναι η ίδια η οικονομική ζημιά, αλλά το ενδεχόμενο η οικονομική εξαθλίωση να μετατραπεί σε νέα μαζική κοινωνική αναταραχή.
Ο πληθωρισμός έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Τον Ιούλιο έφθασε το 66% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές καταναλωτή ήταν σχεδόν 88% υψηλότερες από έναν χρόνο νωρίτερα. Ακόμη πιο δραματική ήταν η αύξηση των τιμών των τροφίμων, που έφθασε το 128%.
Η οικονομική πίεση έχει ήδη προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις τα τελευταία χρόνια. Τον Ιανουάριο, διαδηλώσεις για την οικονομική κατάσταση καταπνίγηκαν από τους Φρουρούς της Επανάστασης και την πολιτοφυλακή Μπασίτζ, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.
Προς το παρόν δεν διαφαίνεται πιθανότητα νέας μεγάλης εξέγερσης στους δρόμους, αλλά όσο η οικονομία της χώρας συνεχίσει να χειροτερεύει, τίποτα δεν αποκλείεται.
Η ενίσχυση του μηχανισμού καταστολής
Η ανησυχία για το ενδεχόμενο νέων διαδηλώσεων αποτυπώνεται και στις κινήσεις της ιρανικής ηγεσίας. Η πρόσφατη τοποθέτηση του Χοσεΐν Ταέμπ στην ηγεσία της Μπασίτζ θεωρείται ενδεικτική της προετοιμασίας του καθεστώτος για πιθανή νέα κοινωνική αναταραχή.

O Χοσεϊν Ταέμπ © Wikimedia
Μπασίτζ είναι η παραστρατιωτική οργάνωση-πολιτοφυλακή του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από την ιρανική ηγεσία για την καταστολή διαδηλώσεων.
Έτσι, η οικονομική πίεση δημιουργεί ένα ακόμη παράδοξο: αντί να οδηγήσει απαραίτητα σε πολιτική αλλαγή, μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη καταστολή στο εσωτερικό και σε επιθετικότερη στάση απέναντι στους εξωτερικούς αντιπάλους.
Το δύσκολο σταυρόλεξο για τις χώρες του Κόλπου
Οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται ίσως στην πιο δύσκολη θέση. Θέλουν οικονομική και διπλωματική πίεση, αντί για έναν νέο μεγάλο πόλεμο, αλλά ταυτόχρονα φοβούνται ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα επιτρέψει στο Ιράν να διατηρήσει το σημαντικότερο στρατηγικό του πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Για τις κυβερνήσεις της περιοχής, το ζητούμενο είναι να σταματήσει η σύγκρουση, χωρίς το Ιράν να εμφανιστεί ως νικητής και χωρίς να διατηρήσει την ικανότητα να χρησιμοποιεί το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Το τριπλό αδιέξοδο
Ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο όπου κάθε πλευρά επιδιώκει κάτι, που η άλλη δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει.
Η Ουάσινγκτον θέλει το Ιράν να εγκαταλείψει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως στρατηγικό όπλο, χωρίς όμως να του αναγνωρίσει ρόλο στη διαχείριση της θαλάσσιας οδού.
Η Τεχεράνη θέλει να τερματιστεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός, χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχώρησε ή παραδόθηκε μετά από έξι μήνες πολέμου.
Και οι χώρες του Κόλπου θέλουν να τερματιστεί η σύγκρουση και να αποκατασταθεί η ομαλή ροή του εμπορίου, χωρίς όμως να επιτρέψουν στο Ιράν να βγει από τον πόλεμο ως πολιτικός και στρατηγικός νικητής.
Καμία πλευρά δεν έχει πετύχει πλήρως τον στόχο της, αλλά καμία δεν φαίνεται ακόμη έτοιμη να κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την υποχώρηση.
Πόλεμος χωρίς τέλος
Έξι μήνες μετά την έναρξή του, ο πόλεμος στο Ιράν απέχει πολύ από τον «γρήγορο τερματισμό» που είχε προβλέψει ο Τραμπ.
Η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν μεταφράστηκε σε πολιτική συνθηκολόγηση της Τεχεράνης, ενώ οι προσπάθειες για συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και επανέναρξης των πυρηνικών διαπραγματεύσεων δεν έχουν οδηγήσει σε σταθερή λύση – και ίσως αυτή να μην έρθει ποτέ.
Μετά την αποτυχία της στρατιωτικής πίεσης να εξασφαλίσει την παράδοση του Ιράν, η Ουάσινγκτον στρέφεται πλέον σε μια διαφορετική στρατηγική: κυρώσεις, αποκλεισμό και οικονομική πίεση με στόχο την αποδυνάμωση του καθεστώτος.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να επιδιώκει μια συμφωνία που θα περιορίζει μακροπρόθεσμα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και θα του επιτρέψει να παρουσιάσει τον πόλεμο ως στρατηγική επιτυχία.
Όμως, έξι μήνες μετά, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: μπορεί η οικονομική πίεση να πετύχει εκεί όπου η στρατιωτική ισχύς δεν κατάφερε να επιβάλει την υποταγή της Τεχεράνης;
Μέχρι στιγμής, η απάντηση δεν έχει δοθεί. Και όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, η οικονομική πίεση αυξάνεται και οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν δεσμευμένες στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος συνεχίζει να παράγει συνέπειες πολύ πέρα από το πεδίο των μαχών.
