Οι υψηλές αποδόσεις στα κρατικά ομόλογα δεν μοιάζουν πλέον με μια προσωρινή αναταραχή της αγοράς, αλλά με μια νέα πραγματικότητα για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το κόστος δανεισμού ανεβαίνει σχεδόν παντού, καθώς οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους σε τίτλους μεγάλης διάρκειας, σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού, υψηλότερων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αυξημένων ενεργειακών τιμών.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα έντονη στις ΗΠΑ. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο δεκαετιών, παρά την προσπάθεια του υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μέση απόδοση του κρατικού χρέους έχει πλέον αγγίξει το 4%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2007, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η άνοδος των αποδόσεων δεν συνδέεται με έναν μόνο παράγοντα. Οι αγορές ανησυχούν για τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, τον επίμονο πληθωρισμό, τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις καλούνται να ανταγωνιστούν για τα κεφάλαια των επενδυτών και τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες εκδίδουν τεράστιους όγκους χρέους για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Γιατί πιέζονται περισσότερο τα μακροπρόθεσμα ομόλογα
Τα κρατικά ομόλογα των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών θεωρούνται παραδοσιακά από τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία διεθνώς. Οι κυβερνήσεις μπορούν να κλειδώνουν το κόστος χρηματοδότησής τους για δεκαετίες, εκδίδοντας ομόλογα διάρκειας 30 ετών ή ακόμη μεγαλύτερης.
Για τον επενδυτή, όμως, όσο μεγαλώνει η διάρκεια τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος από τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Εάν οι τιμές και τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια παραμείνουν υψηλά, μειώνεται η πραγματική αξία τόσο των κουπονιών όσο και του κεφαλαίου που θα επιστραφεί στη λήξη.
Αυτός είναι και ο λόγος που τα ομόλογα μεγάλης διάρκειας βρίσκονται στο επίκεντρο του τελευταίου sell-off. Τον Σεπτέμβριο, οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών τίτλων έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2004, ενώ στην Ιαπωνία κινήθηκαν κοντά σε ιστορικά υψηλά και στη Βρετανία στα υψηλότερα επίπεδα από το 1998.
Τι άλλαξε στην προσφορά και τη ζήτηση
Θεωρητικά, οι υψηλότερες αποδόσεις θα έπρεπε να προσελκύουν περισσότερους αγοραστές. Ωστόσο, το Bloomberg σε ανάλυσή του επισημαίνει ότι η αγορά ομολόγων περνά μια βαθύτερη, διαρθρωτική αλλαγή.
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, οι υψηλές παγκόσμιες αποταμιεύσεις -ιδιαίτερα στην Ασία- κυνηγούσαν μια σχετικά περιορισμένη προσφορά ασφαλών επενδύσεων, κρατώντας χαμηλά τις πραγματικές μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Σήμερα η εικόνα έχει αντιστραφεί. Οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες τους για άμυνα, πράσινη ενέργεια και υποδομές, με αποτέλεσμα να εκδίδουν περισσότερο χρέος. Στις ΗΠΑ, το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 2,1 τρισ. δολάρια.
Ταυτόχρονα, οι κεντρικές τράπεζες έχουν περιορίσει τις αγορές ομολόγων και μειώνουν σταδιακά τα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ η ζήτηση από ξένους επενδυτές έχει εξασθενήσει. Έτσι, μεγαλύτερο μέρος του χρέους πρέπει να απορροφηθεί από ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις τιμές και απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις.
Το «ασφάλιστρο» για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα
Χαρακτηριστικό της αλλαγής είναι η άνοδος του λεγόμενου term premium, της επιπλέον δηλαδή απόδοσης που απαιτούν οι επενδυτές για να κρατήσουν τίτλους μεγάλης διάρκειας.
Στα 30ετή αμερικανικά ομόλογα, το συγκεκριμένο ασφάλιστρο έχει αυξηθεί κατά περισσότερες από τρεις ποσοστιαίες μονάδες από τα χαμηλά του 2020, σύμφωνα με μοντέλο του Bloomberg Economics.
Για χρόνια, οι ΗΠΑ απολάμβαναν ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα, καθώς οι επενδυτές αποδέχονταν χαμηλότερες αποδόσεις στα Treasuries λόγω της ασφάλειας, της ρευστότητας και της χρήσης τους ως εξασφαλίσεων. Πλέον, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι το πλεονέκτημα αυτό έχει περιοριστεί λόγω του διογκούμενου χρέους και της αβεβαιότητας γύρω από την οικονομική πολιτική. Άλλοι, πάντως, υποστηρίζουν ότι οι ανησυχίες είναι υπερβολικές και ότι τα αμερικανικά ομόλογα παραμένουν το ασφαλέστερο κρατικό χρέος διεθνώς.
Ομόλογα: Στο 5,176% το 10ετές ομόλογο
Η εικόνα της αγοράς στις 25 Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνει ότι το υψηλό κόστος δανεισμού έχει αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς κινείται στο 5,176%, ενώ ακόμη υψηλότερα, στο 5,3725%, βρίσκεται το βρετανικό 10ετές.
Στην Ευρωζώνη, το γερμανικό 10ετές διαμορφώνεται στο 3,5909%, το γαλλικό στο 4,691%, το ιταλικό στο 4,546% και το ισπανικό στο 4,072%. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς βρίσκεται στο 4,417%, έχοντας αυξηθεί κατά περίπου 0,94 ποσοστιαία μονάδα σε μηνιαία βάση. Στην Ιαπωνία, όπου για χρόνια οι αποδόσεις παρέμεναν εξαιρετικά χαμηλές, το 10ετές έχει πλέον αναρριχηθεί στο 3,072%.
Γιατί οι υψηλές αποδόσεις αφορούν και τα νοικοκυριά
Η άνοδος των αποδόσεων δεν είναι μόνο ζήτημα κρατικών προϋπολογισμών. Τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για το κόστος πολλών δανείων, από στεγαστικά έως εταιρικές εκδόσεις χρέους.
Όσο οι αποδόσεις παραμένουν υψηλές, αυξάνεται η πίεση σε επιχειρήσεις και δανειολήπτες, ιδιαίτερα μετά από χρόνια υψηλού πληθωρισμού. Από την άλλη πλευρά, οι αποταμιευτές επωφελούνται από υψηλότερες αποδόσεις στις τοποθετήσεις σταθερού εισοδήματος.
Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προσαρμοστούν, μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού τους σε βραχύτερες διάρκειες. Αυτό μειώνει προσωρινά το κόστος, αλλά αυξάνει την ανάγκη συχνότερης αναχρηματοδότησης και επομένως τον κίνδυνο να χρειαστεί νέα έκδοση χρέους σε ακόμη υψηλότερα επιτόκια.
Στις ΗΠΑ, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε επέκταση των επαναγορών τίτλων διάρκειας 10 έως 30 ετών, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει καταφέρει να ανακόψει την άνοδο των αποδόσεων.
Η ουσία, σύμφωνα με το Bloomberg, είναι ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να πείσουν τις αγορές πως μπορούν να θέσουν υπό έλεγχο τόσο τον πληθωρισμό όσο και τα δημοσιονομικά ελλείμματα – μια προσπάθεια που μπορεί να απαιτήσει είτε αυξήσεις φόρων είτε περικοπές δαπανών.
Το τέλος της εποχής των σχεδόν μηδενικών αποδόσεων δεν είναι πάντως απαραίτητα μόνο αρνητική εξέλιξη. Η άνοδος μπορεί να αντανακλά και μια παγκόσμια οικονομία αρκετά ανθεκτική ώστε να αντέχει υψηλότερο κόστος χρήματος. Όπως σημειώνουν οικονομολόγοι της Wells Fargo, αντί για «higher for longer», ίσως η πιο κατάλληλη περιγραφή της νέας εποχής να είναι «normal for longer»: όχι υψηλότερα για περισσότερο, αλλά φυσιολογικά επίπεδα αποδόσεων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
