Μιλώντας για μετοχές και Χρηματιστήρια, είναι γεγονός ότι την προσοχή των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών συγκεντρώνουν τα ρεκόρ των δεικτών της Wall Street και του κορεατικού Kospi, υπάρχουν όμως κι εκθέσεις που επισημαίνουν τις ισχυρές προοπτικές των ευρωπαϊκών μετοχών οι οποίες το 2026 πραγματοποιούν δυνατό ράλι. Σύμφωνα με το Bloomberg, ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600, από τις αρχές του 2026 έως σήμερα ενισχύθηκε κατά 12% έναντι 13,5% του αμερικανικού δείκτη αναφοράς S&P 500.
Επικαλούμενη λοιπόν την επίδοση αυτή έκθεση της Goldman, επισήμανε ότι το φετινό ευρωπαϊκό χρηματιστηριακό ράλι ανατρέπει την παραδοσιακή εικόνα μιας Ευρώπης με λιγότερες εταιρείες υψηλής ανάπτυξης, μικρότερες κεφαλαιαγορές και χαμηλότερες μακροπρόθεσμες προσδοκίες κερδοφορίας που γονατίζει υπό το βάρος του αμερικανικού και κινέζικου ανταγωνισμού, ιδίως στην τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτό συμβαίνει, εξήγησε η Goldman, διότι οι μεγάλοι κλάδοι της ευρωπαϊκής αγοράς —τράπεζες, φαρμακευτικές, τεχνολογία, ενέργεια, είδη πολυτελείας, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τηλεπικοινωνίες, αεροδιαστημική και άμυνα— δεν είναι εκτεθειμένοι στις φθηνές κινεζικές εισαγωγές. Μόνο η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία πιέζεται σοβαρά από τις κινέζικες εισαγωγές. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες στο διάστημα 2022 – 2026 υπεραπέδωσαν σημαντικά των αμερικανικών λεγόμενων Magnificent 7, προσθέτει η έκθεση και μπορεί ο πανευρωπαϊκός StoxxAutos να καταγράφει πτώση 16% από τις αρχές του έτους, η Volkswagen – 27,6% και η Stellantis – 51,9%, όμως η αυτοκινητοβιομηχανία αντιστοιχεί μόλις στο 1% της συνολικής χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών αγορών.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Ευρώπη δεν έχει μείνει πίσω σε σχέση με τις ΗΠΑ σε ότι αφορά τα data centers και τα πλέον προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, προσθέτει η Goldman. Όμως αυτή η υστέρηση, καταλήγει, ενδέχεται να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα για τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, καθώς μπορεί να επιλέγονται ως αντιστάθμιση από τους επενδυτές που ανησυχούν για τα ρόλερ κόστερ των αμερικανικών τεχνολογικών μετοχών.
Η τρέχουσα ανοδική τάση της ευρωπαϊκής αγοράς έχει κάνει επίσης τους διαχειριστές κεφαλαίων πιο θετικούς απέναντι στις ευρωπαϊκές μετοχές. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα European Fund Manager Survey της Bank of America, το 47% των διαχειριστών εκτιμά ότι κατά το β’ εξάμηνο 2026 τα ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια θα υπεραποδώσουν σε σχέση με τις αμερικανικές μετοχές, έναντι μόλις του 26% που περιμένει το αντίθετο. Φυσικά, οι επενδυτές ξεχωρίζουν τους κλάδους, επιλέγοντας κατά προτεραιότητα τις ευρωπαϊκές τράπεζες, που επωφελούνται από την άνοδο των επιτοκίων της ΕΚΤ και τη βιομηχανία. Απροσδόκητα ίσως, δεν επιλέγουν τις μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, παρότι αυτές καρπώθηκαν τη μερίδια του λέοντος από την άνοδο των εταιρικών κερδών το α’ εξάμηνο, παρότι το Ορμούζ παραμένει κλειστό – ίσως γιατί θεωρούν υψηλές τις αποτιμήσεις τους. Τέλος, σύμφωνα με τις προσδοκίες, οι διαχειριστές συστήνουν μείωση θέσεων στην αυτοκινητοβιομηχανία και ειδικώς στη Γαλλία, που έχει υψηλό συντελεστή πολιτικού κινδύνου λόγω των προεδρικών εκλογών τον Απρίλιο του 2027 που ενδέχεται να φέρουν επικεφαλής της χώρας την Μαρίν Λεπέν.
Παρ’ όλα αυτά προειδοποιεί σε ανάλυσή του το Bloomberg, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το ράλι των ευρωπαϊκών μετοχών δεν σημαίνει βελτίωση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι ειδών πολυτελείας, φαρμάκων, μηχανικού εξοπλισμού και βιομηχανίας ανέβασαν τα κέρδη τους κατά 11,5% το α’ εξάμηνο φέτος, όμως οι εταιρείες του Stoxx Europe 600 άντλησαν τα μισά έσοδα από πωλήσεις εκτός Ευρώπης, σε ΗΠΑ και Ασία. Η ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα, παρέμεινε καθηλωμένη στο 1% και η ευρωπαϊκή οικονομία συνέχιζε να ταλανίζεται από τη γήρανση του πληθυσμού, τον κατακερματισμό των αγορών και τη χαμηλή εσωτερική ζήτηση λόγω των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων.
Για τους λόγους αυτούς, το ευρωπαϊκό χρηματιστηριακό ράλι παραμένει ένα στοίχημα στην ανάπτυξη του υπόλοιπου κόσμου και όχι στην ευρωπαϊκή οικονομική δυναμική. Και παρότι προβλέπεται να κρατήσει τουλάχιστον ως το 2027, μπορεί μετά να χάσει ορμή, αν η Ευρώπη δεν δημιουργήσει ανάπτυξη από το εσωτερικό της.
Κάποια βάση στήριξης στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη προσφέρει από πέρσι η άνοδος των κρατικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών μελών του ΝΑΤΟ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και άμυνας. Όχι όμως και η τεράστια αγορά των 450 εκατομμυρίων Ευρωπαίων καταναλωτών που φοβισμένοι από τις διαδοχικές κρίσεις και επηρεασμένοι από το κυρίαρχο πάντα πνεύμα λιτότητας στην Ευρώπη, περιορίζουν την κατανάλωσή τους και αυξάνουν την αποταμίευση. Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, στο α’ τρίμηνο 2026 τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αύξησαν την αποταμίευση τους στο 14,3% του εισοδήματός τους, 2 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο όρο της προπανδημικής πενταετίας 2015-2019, ενώ τα αμερικανικά νοικοκυριά τη μείωσαν κατά μισή μονάδα, στο 4% του εισοδήματός τους. Όσο λοιπόν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές σφίγγουν το ζωνάρι, λείπει η δυναμική που απαιτείται για να στηριχθεί σε βάθος χρόνου όχι μόνο το ευρωπαϊκό χρηματιστηριακό ράλι, αλλά και η πραγματική ευρωπαϊκή οικονομία, καταλήγει το Bloomberg.
