Σε δημόσια διαβούλευση τίθεται το επόμενο διάστημα το νέο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο ενσωματώνει ένα ευρύ πακέτο μέτρων στήριξης συνολικού ύψους 800 εκατ. ευρώ και μεταξύ των οποίων καλύπτει και το θέμα των Airbnb.
Ανάμεσα στις προγραμματισμένες ρυθμίσεις το οικονομικό επιτελείο δίνει ιδιαίτερο κοινωνικό και πολιτικό βάρος στις διατάξεις για τη στέγαση, επιδιώκοντας να βάλει «φρένο» στην ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Η πιο εμβληματική παρέμβαση του νομοσχεδίου αφορά την αγορά ακινήτων της Θεσσαλονίκης. Η κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τη στεγαστική πίεση και την κατακόρυφη αύξηση των ενοικίων που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή ένα νέο, εξαιρετικά αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας για τις πλατφόρμες τύπου Airbnb. Συγκεκριμένα, το πολυνομοσχέδιο «κλειδώνει» την πλήρη απαγόρευση έκδοσης νέων αδειών βραχυχρόνιας μίσθωσης στο κέντρο της πόλης, ένα μέτρο που αναμένεται να ενεργοποιηθεί αμέσως μετά από την ψήφιση του νόμου, εντός του Ιουνίου.
Η παρέμβαση αυτή κρίνεται ως απολύτως κομβική από το οικονομικό επιτελείο. Η ραγδαία και επιθετική ανάπτυξη του Airbnb, ιδιαίτερα στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, έχει στεγνώσει την αγορά από διαθέσιμα ακίνητα, περιορίζοντας δραματικά τις επιλογές για μακροχρόνια ενοικίαση. Η κυβερνητική απόφαση στοχεύει στην τεχνητή αναχαίτιση αυτής της τάσης, ώστε να επιστρέψουν ακίνητα στην παραδοσιακή μίσθωση και να εξισορροπηθούν οι τιμές για τους μόνιμους κατοίκους.
Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο επιχειρεί να προσφέρει «ανάσες» και σε δημόσιους λειτουργούς που πλήττονται από το αυξημένο κόστος στέγασης στην περιφέρεια. Στις διατάξεις περιλαμβάνεται η επιστροφή δύο ενοικίων για γιατρούς, εκπαιδευτικούς και νοσηλευτές που υπηρετούν μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους.
Με αυτόν τον τρόπο, το ΥΠΟΙΚ συνδυάζει τους περιορισμούς στο Airbnb με άμεσα μέτρα ελάφρυνσης, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει σφαιρικά το οξύ στεγαστικό πρόβλημα της χώρας.
Στο ίδιο πακέτο μέτρων περιλαμβάνονται ακόμη:
- Η έκτακτη οικονομική ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί, η οποία θα καταβληθεί στα τέλη Ιουνίου σε σχεδόν 1 εκατ. οικογένειες.
- Η αύξηση της οικονομικής ενίσχυσης στα 300 από 250 ευρώ για συνταξιούχους άνω των 60 ετών με παράλληλη διεύρυνση των εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Συγκεκριμένα για άγαμους το ετήσιο εισόδημα αυξάνει στα 25.000 ευρώ από 14.000 ευρώ και η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας στα 300.000 ευρώ από 200.000 ευρώ. Για έγγαμους ή με σύμφωνο συμβίωσης το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα αναπροσαρμόζεται στα 35.000 ευρώ από 26.000 ευρώ και αξία ακίνητης περιουσίας έως 400.000 ευρώ.
- Δικαιούχοι τη ενίσχυσης των 300 ευρώ είναι και οι χήρες άνω των 60 ετών, εφόσον η σύνταξη χηρείας είναι το μοναδικό εισόδημα που λαμβάνουν.
- Η αναπροσαρμογή των εισοδηματικών ορίων για την επιστροφή ενοικίου. Το όριο ανεβαίνει από τις 20.000 στις 25.000 ευρώ και από τις 28.000 στις 35.000 ευρώ, ενώ για μονογονεϊκές οικογένειες φτάνει έως τις 39.000 ευρώ, με προσαύξηση 5.000 ευρώ ανά παιδί.
- Η παράταση της επιδότησης στα λιπάσματα έως και τον Αύγουστο, με κάλυψη 15% της αξίας για περίπου 250.000 αγρότες.
- Η άρση της κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού για οφειλέτες που ρυθμίζουν τα χρέη τους. Η κατάσχεση του τραπεζικού λογαριασμού ενός οφειλέτη θα μπορεί πλέον να αίρεται εάν έχει εξοφληθεί το 25% της οφειλής του και έχουν ρυθμιστεί οι λοιπές υποχρεώσεις του προς τη φορολογική διοίκηση.
- Η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του εξωδικαστικού μηχανισμού, ώστε να εντάσσονται και οφειλές από 5.000 έως 10.000 ευρώ, κάτι το οποίο εξυπηρετεί περίπου 300.000 ενδιαφερόμενους.
- Η δυνατότητα ρύθμισης σε έως 72 δόσεις για παλαιές αρρύθμιστες οφειλές. Το μέτρο αφορά 1,3 εκατ. φυσικά και 284.000 νομικά πρόσωπα με 95,3 δισ. ευρώ οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2023 οι οποίες θα μπορούν τώρα να ενταχθούν σε καθεστώς 72 δόσεων, με μόνη προϋπόθεση την αποπληρωμή ή τον διακανονισμό τυχόν νέων ληξιπρόθεσμων από την 1η Ιανουαρίου του 2024.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου, το πολυνομοσχέδιο θα συνοδευτεί από συμπληρωματικό προϋπολογισμό ύψους 800 εκατ. ευρώ, προκειμένου να καλυφθεί το δημοσιονομικό κόστος των παρεμβάσεων.
