Dimand: Το pipeline των 1,7 δισ. και οι προσδοκίες από τις παραδόσεις έργων 2026–2028

Η Dimand υλοποιεί επενδύσεις 1,7 δισ. ευρώ έως το 2029, με νέα έργα σε Βοτανικό, Γούρνες, Πειραιά και Θεσσαλονίκη.

Γενική Συνέλευση μετόχων Dimand ©Dimand

Οι επενδύσεις της Dimand ύψους 1,7 δισ. ευρώ έως το 2029 βρέθηκαν στο επίκεντρο της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, με τη διοίκηση να σκιαγραφεί έναν νέο κύκλο ανάπτυξης που στηρίζεται στις παραδόσεις μεγάλων έργων, στις τουριστικές αναπτύξεις και στην ωρίμανση ενός εκτεταμένου χαρτοφυλακίου ακινήτων.

Ο διευθύνων σύμβουλος της εισηγμένης, Δημήτρης Ανδριόπουλος, εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία των έργων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι το 2026 θα αποτελέσει έτος σταθεροποίησης και ενίσχυσης των αποτελεσμάτων, καθώς μεγάλα projects ολοκληρώνονται εντός χρονοδιαγραμμάτων και αρχίζουν να μεταφράζονται σε έσοδα και υπεραξίες. Παράλληλα, έθεσε ως βασικό στόχο την ενίσχυση της αξίας της μετοχής μέσα από την ωρίμανση του χαρτοφυλακίου και όχι μέσω διανομής μερίσματος, επιλογή που επιβεβαιώνει τη στρατηγική επανεπένδυσης κεφαλαίων σε νέα έργα.

Το «κύμα» παραδόσεων 2026–2028

Κεντρικό στοιχείο του επόμενου αναπτυξιακού κύκλου αποτελεί η σταδιακή παράδοση έργων συνολικής ανωδομής περίπου 250.000 τ.μ. έως το τέλος της δεκαετίας. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το νέο μεγάλο office park στον Βοτανικό, συνολικής επιφάνειας 40.000 τ.μ., το οποίο θα παραδοθεί προοδευτικά από τον Σεπτέμβριο του 2027 έως το τέλος του 2028. Το έργο αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τη διοίκηση, το μεγαλύτερο συγκρότημα γραφείων στο κέντρο της Αθήνας και εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό αστικών αναπλάσεων στην περιοχή.

Στο χαρτοφυλάκιο της Dimand εντάσσονται και εμβληματικές επενδύσεις όπως το Δικαστικό Μέγαρο Πειραιά, το οποίο παραδίδεται τμηματικά εντός του 2025, καθώς και η ανάπλαση στη Σοφοκλέους και Σταδίου με την αξιοποίηση της στοάς και συνολική επιφάνεια 12.600 τ.μ., ήδη προπωλημένη στην Τράπεζα Πειραιώς. Η ολοκλήρωση των έργων αυτών αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τις ταμειακές ροές από το 2026 και μετά.

Στροφή στον τουρισμό με 1.600 δωμάτια σε πέντε χρόνια

Ιδιαίτερο βάρος στο αναπτυξιακό πλάνο της εταιρείας αποκτά πλέον ο τουριστικός τομέας, με τη διοίκηση να έχει χαράξει στρατηγική ανάπτυξης χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνει συνολικά περίπου 1.600 δωμάτια σε ορίζοντα πενταετίας. Όπως ανέφερε ο Δημήτρης Ανδριόπουλος, η Dimand έχει αποκτήσει συνειδητά τις Γούρνες στην Κρήτη, ενώ μελετά την τοποθέτησή της σε νέες επενδύσεις εξετάζοντας τις προοπτικές τους σε ορίζοντα πενταετίας.

Παράλληλα αναπτύσσει ακόμη τέσσερα τουριστικά έργα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Στο ακίνητο των Γουρνών, στην πρώην αμερικανική βάση, προβλέπεται η ανάπτυξη ενός ή δύο μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων συνολικής δυναμικότητας 400–500 κλειδιών. Η επένδυση συνδέεται στρατηγικά με την προοπτική λειτουργίας του νέου αεροδρομίου στο Καστέλι, έργο που αναμένεται να ενισχύσει καθοριστικά τη ζήτηση στην περιοχή.

Το τουριστικό χαρτοφυλάκιο της Dimand θα διαμορφωθεί σε δύο βασικές κατηγορίες: δύο μεγάλα resorts και τρία αστικά ξενοδοχεία (city hotels), με συγκεκριμένες τοποθεσίες σε Σοφοκλέους, Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί την είσοδο της εταιρείας σε ένα πιο διαφοροποιημένο μοντέλο ανάπτυξης, όπου η αξιοποίηση εμβληματικών ακινήτων συνδυάζεται με τουριστική και αστική φιλοξενία υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αποεπενδύσεις, νέα projects και στόχος αξίας 1,5–2 δισ.

Παράλληλα με την ανάπτυξη νέων έργων, η Dimand συνεχίζει ενεργά την πολιτική αποεπενδύσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Πύργο Πειραιά, για τον οποίο βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για την πώληση του υπολειπόμενου ποσοστού, με ορίζοντα ολοκλήρωσης εντός του 2026. Αντίστοιχες κινήσεις εξετάζονται και για άλλα ακίνητα, όπως η Softex και το Ιατρικό Αθηνών, στο πλαίσιο ενεργής διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Στρατηγικός στόχος της εταιρείας παραμένει η διατήρηση ενός χαρτοφυλακίου έργων αξίας μεταξύ 1,5 και 2 δισ. ευρώ, με 10 έως 15 ενεργά projects υψηλής πολυπλοκότητας. Όπως επισημάνθηκε, η εταιρεία ήδη διαχειρίζεται έξι ενεργά εργοτάξια και προετοιμάζεται για την προσθήκη ακόμη δύο, σε μια αγορά που – όπως τονίζεται – έχει περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης περισσότερων σύνθετων έργων.

Η συνολική εικόνα που αναδύεται είναι αυτή μιας εταιρείας που επιχειρεί να «κλειδώσει» αξία μέσα από την ωρίμανση ενός μεγάλου και πολυεπίπεδου χαρτοφυλακίου έργων, με τον χρονικό ορίζοντα 2026–2028 να αποτελεί κομβικό σημείο για την αποκρυστάλλωση τόσο των οικονομικών μεγεθών όσο και της χρηματιστηριακής της αποτίμησης.