Το κινητό τηλέφωνο έχει μετατραπεί σε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, όμως οι αριθμοί δείχνουν ότι το χρησιμοποιούμε πολύ συχνότερα απ’ όσο ενδεχομένως αντιλαμβανόμαστε.
Σύμφωνα με δεδομένα που συνέλεξε το ConsumerAffairs.com ένας χρήστης κοιτάζει κατά μέσο όρο το τηλέφωνό του περίπου 205 φορές την ημέρα. Αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κοιμάται τουλάχιστον επτά ώρες και παραμένει ξύπνιος για τις υπόλοιπες 17, αυτό σημαίνει ότι σηκώνει ή ελέγχει το κινητό του περίπου 12 φορές μέσα σε κάθε ώρα. Με άλλα λόγια, η κίνηση επαναλαμβάνεται κατά μέσο όρο κάθε πέντε λεπτά.
Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την εποχή κατά την οποία τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για κλήσεις. Το Motorola DynaTAC 8000X, το οποίο κυκλοφόρησε το 1984, ζύγιζε σχεδόν 790 γραμμάρια και δεν είχε καμία σχέση με τις σημερινές συσκευές, οι οποίες λειτουργούν ως φορητοί υπολογιστές με σύνδεση στο Διαδίκτυο και ενσωματωμένες κάμερες.
Γιατί τσεκάρουμε συνέχεια την οθόνη
Η διαρκής ανάγκη να κοιτάζουμε το κινητό δεν συνδέεται πάντοτε με κάποιο πραγματικό μήνυμα, μια κλήση ή μια ειδοποίηση. Οι συσκευές μπορούν να προκαλέσουν ψυχολογικές αντιδράσεις που, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξελίσσονται σε καταναγκαστική συμπεριφορά.
Το φαινόμενο συνδέεται με τη λεγόμενη συντελεστική μάθηση, σύμφωνα με την οποία οι επιλογές και οι συνήθειες επηρεάζονται από το αποτέλεσμα μιας ενέργειας. Κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει την οθόνη, δεν γνωρίζει αν θα βρει ένα νέο μήνυμα, μια ειδοποίηση ή κάποια άλλη πληροφορία.
Όταν υπάρχει κάτι καινούργιο, ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται με την απελευθέρωση ντοπαμίνης, η οποία συνδέεται με θετικά συναισθήματα. Η ανταμοιβή αυτή μπορεί να ενισχύσει την επιθυμία του χρήστη να επαναλάβει την ίδια κίνηση, ακόμη και όταν τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει τίποτα νέο.
Καθοριστική είναι και η επίδραση των ήχων και των ειδοποιήσεων. Ένας τυπικός χρήστης μπορεί να λαμβάνει έως και 96 ειδοποιήσεις την ημέρα, οι οποίες προκαλούν σχεδόν αυτόματη αντίδραση.
Ο ήχος ή η δόνηση του κινητού κινητοποιούν τον χρήστη τόσο γρήγορα, ώστε πολλές φορές σηκώνει τη συσκευή πριν ακόμη σκεφτεί αν χρειάζεται πραγματικά να τη χρησιμοποιήσει. Η αντίδραση αυτή ενισχύεται από τη ντοπαμίνη και συμβάλλει στη δημιουργία ενός κύκλου συνεχούς ελέγχου.
Η επιρροή των smartphones είναι εμφανής και στους δημόσιους χώρους, όπου συχνά βλέπει κανείς ανθρώπους απορροφημένους στις οθόνες τους, ακόμη και όταν βρίσκονται σε παραλίες ή άλλες τοποθεσίες που υπό διαφορετικές συνθήκες θα τραβούσαν την προσοχή τους.
Πώς μπορεί να περιοριστεί η χρήση
Όσοι διαπιστώνουν ότι πιάνουν υπερβολικά συχνά το κινητό τους μπορούν να δοκιμάσουν ορισμένες πρακτικές αλλαγές. Μία πιο δραστική επιλογή είναι η αντικατάσταση του smartphone με ένα απλούστερο τηλέφωνο, το οποίο διαθέτει λιγότερες λειτουργίες και κάνει πιο δύσκολη τη συνεχή περιήγηση.
Υπάρχουν, ωστόσο, και λιγότερο απότομες λύσεις. Πολλά smartphones διαθέτουν ενσωματωμένα εργαλεία που καταγράφουν τον χρόνο χρήσης και τον αριθμό των ενεργοποιήσεων της συσκευής. Η εφαρμογή Digital Wellbeing της Google, για παράδειγμα, εμφανίζει αναλυτικά στατιστικά και επιτρέπει στον χρήστη να θέτει χρονικά όρια.
Παράλληλα, η απενεργοποίηση των περιττών ειδοποιήσεων μπορεί να μειώσει σημαντικά τα ερεθίσματα που οδηγούν στο διαρκές άνοιγμα της οθόνης. Μια ακόμη απλή λύση είναι να αφήνει κανείς το κινητό σε διαφορετικό δωμάτιο για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να απομακρύνεται από την παρόρμηση να το ελέγξει.
