Το μοντέλο που επί δεκαετίες στήριξε την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης διαβρώνεται και δύσκολα θα επιστρέψει στη μορφή που είχε στο παρελθόν, προειδοποίησε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.
Μιλώντας στο Διεθνές Επιχειρηματικό Συμβούλιο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στη Γενεύη, η Λαγκάρντ επισήμανε ότι η μεταπολεμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: στη συνεχή ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, στη ανάπτυξη της βιομηχανίας που κατέστη δυνατή χάρη στο χαμηλό κόστος της ενέργειας, και σε μια σταθερή διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες, με τις ΗΠΑ να παρέχουν την ομπρέλα ασφαλείας.
Και οι τρεις αυτοί παράγοντες, τόνισε όμως, βρίσκονται σε αποδρομή. Μέσα στο 2025 επιβλήθηκαν παγκοσμίως περισσότερα από 2.500 εμπορικά περιοριστικά μέτρα, τόνισε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι νέες απειλές ασφαλείας αυξάνουν διαρκώς το κόστος και την αβεβαιότητα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Τρεις μήνες μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ένα κύμα δασμών, μεταξύ των οποίων και έναν βασικό δασμό 20% στα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συντελεστής αυτός μειώθηκε αργότερα στο 15%, όταν οι δύο πλευρές κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα τόσο για τη σταθερότητα της συμφωνίας όσο και για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον θα φορολογεί τις εισαγωγές ορισμένων ευρωπαϊκών προϊόντων, όπως ο χάλυβας.
Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη
Σε ευρύτερο επίπεδο, η Λαγκάρντ τόνισε στην ομιλία της την Τετάρτη ότι η υποχώρηση των ΗΠΑ από τον παραδοσιακό ηγετικό τους ρόλο στην ασφάλεια της Δύσης προσθέτει νέες πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
«Το περιβάλλον αυτό επέτρεψε στο παρελθόν στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού να εμβαθύνουν και στις επιχειρήσεις να οργανώνουν τις επενδύσεις τους με γνώμονα την αποτελεσματικότητα και όχι την ανθεκτικότητα», ανέφερε.
«Σήμερα, αυτή η παγκόσμια τάξη βρίσκεται υπό πίεση. Οι γεωπολιτικές εντάσεις αναδεικνύουν ολοένα περισσότερο κρίσιμες εξαρτήσεις και σημεία συμφόρησης, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες απειλές για την ασφάλειά της, κυριολεκτικά στη γειτονιά της».
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική ατους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ επειδή, όπως υποστηρίζει, έχουν χαμηλές αμυντικές δαπάνες. Η κυβέρνησή του έφτασε μάλιστα στο σημείο να απειλεί με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, ακόμη και να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να τεθεί έδαφος χώρας-μέλους της Συμμαχίας υπό αμερικανικό έλεγχο με τη χρήση βίας.
Την ίδια ώρα, ρωσικά αεροσκάφη έχουν αυξήσει τις παραβιάσεις του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου, ενώ ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει επιβαρύνει την οικονομία της ηπείρου και έχει δημιουργήσει νέες απειλές ασφαλείας για την περιοχή.
Σε κίνδυνο οι ροές κεφαλαίων προς την Ευρώπη
Καθώς το διεθνές περιβάλλον γίνεται λιγότερο ασφαλές, η Λαγκάρντ σημείωσε ότι τίθενται σε κίνδυνο και οι ροές κεφαλαίων προς την Ευρώπη.
«Όταν οι οικονομικές εξαρτήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλο ή όταν εξασθενεί η αντίληψη περί αποτροπής, οι ανησυχίες για την ανθεκτικότητα επηρεάζουν άμεσα τις οικονομικές αποφάσεις. Οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο όταν θεωρούν ότι τα κεφάλαιά τους είναι λιγότερο ασφαλή, γεγονός που επιβαρύνει την παραγωγή και την κατανάλωση», δήλωσε.
«Συνολικά, αυτές οι μεταβολές δείχνουν ότι το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης της Ευρώπης διαβρώνεται. Και είναι απίθανο να επιστρέψει στη μορφή που γνωρίζαμε κάποτε».
Η Κριστίν Λαγκάρντ στάθηκε ιδιαίτερα και στην τεχνητή νοημοσύνη, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να επαναλάβει το λάθος της πρώτης ψηφιακής επανάστασης, όταν μεγάλο μέρος των εταιρικών κατευθύνθηκε στις ΗΠΑ και αλλού. Η απόσταση παραμένει τεράστια: οι 34 πολυτιμότερες εισηγμένες ευρωπαϊκές εταιρείες τεχνολογίας αποτιμώνται συνολικά περίπου στα 1,37 τρισ. ευρώ, ενώ οι επτά μεγαλύτεροι αμερικανικοί τεχνολογικοί όμιλοι ξεπερνούν τα 23 τρισ. δολάρια.
Για την πρόεδρο της ΕΚΤ, το στοίχημα είναι πλέον το μέγεθος της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς να μετατραπεί σε πραγματική οικονομική κλίμακα, ώστε οι καινοτόμες επιχειρήσεις να μπορούν να αναπτύσσονται εντός Ευρώπης και οι νέες τεχνολογίες να διαχέονται ταχύτερα στην οικονομία.
