Η αργή ανάπτυξη της ΑΙ θα απογοητεύσει τους επενδυτές ενώ η ταχεία της ανάπτυξη κινδυνεύει να υπονομεύσει τα ίδια τα θεμέλια του κλάδου. Αν όμως η τεχνολογία αυτή τύχει προσεκτικής διαχείρισης, θα μπορούσε να μας ωφελήσει όλους, έγραψε ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς.
Οι υπέρμαχοι της τεχνητής νοημοσύνης μιλούν για αδιάκοπες αυξήσεις της παραγωγικότητας — έναν νέο κόσμο υπεραφθονίας, στον οποίο οι υλικοί περιορισμοί της ευημερίας μας, αν δεν εξαλειφθούν, τουλάχιστον θα αμβλυνθούν σημαντικά. Ακόμη και χωρίς το ιερό δισκοπότηρο της γενικής τεχνητής νοημοσύνης, η προσδοκία ότι η αυτοματοποίηση θα μειώσει το κόστος σε ολόκληρη την οικονομία και θα εκτινάξει τα κέρδη ήταν αρκετή για να τροφοδοτήσει τη σημερινή επενδυτική ευφορία γύρω από την ΑΙ επισημαίνει ο Νομπελίστας οικονομολόγος.
Δυστυχώς, όμως, οι υποστηρικτές της ΑΙ δεν παρουσιάζουν ένα σαφές όραμα για το μέλλον ούτε για την οικονομική μετάβαση μέσω της οποίας θα φτάσουμε σε αυτό. Στις άλλες μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις, καθώς καταστρέφονταν σε έναν τομέα θέσεις εργασίας, δημιουργούνταν σε κάποιον άλλο. Η αγροτική επανάσταση εκτόπισε το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου ποσοστού ανθρώπων που εργάζονταν στον αγροτικό τομέα, στα αγροκτήματα ή παρέχοντας υπηρεσίες στους αγρότες. Όμως —με μεγάλες δυσκολίες και, σε πολλά μέρη, έπειτα από μακρές περιόδους ανεργίας ή χαμηλών εισοδημάτων— τελικά βρήκαν δουλειές στη μεταποίηση.
Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι υποστηρικτές της ΑΙ μιλούν για ευκαιρίες στις τέχνες και στον πολιτισμό, αλλά τι θα γίνει με όσους δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ταλέντα; Μιλούν για υψηλού επιπέδου baristas και καλύτερα εστιατόρια και, φυσικά, για την παροχή υπηρεσιών στη νέα τεχνολογική ελίτ. Θα δημιουργηθούν όμως αρκετές θέσεις εργασίας; Θα αμείβονται αρκετά καλά; Και θα είναι η εργασία αρκετά ικανοποιητική ώστε οι περισσότεροι εργαζόμενοι του αύριο να βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τους σημερινούς;
Η εναλλακτική λύση που προβάλλουν πολλοί στον τεχνολογικό κλάδο, το καθολικό βασικό εισόδημα (UBI) —ένα εξωραϊσμένο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στο οποίο όλοι παίρνουν μια επιταγή από το κράτος— δεν είναι περισσότερο ελκυστική. Αφαιρεί από τους ανθρώπους την αξιοπρέπεια που προσφέρει η εργασία και, δεδομένης της αντίθεσης του τεχνολογικού κλάδου στην καταβολή φόρων, οι επιταγές που θα λαμβάνουν θα είναι πενιχρές.
Αυτό είναι το ζοφερό μέλλον που βλέπουν τόσοι πολλοί και οι τεχνολογικές εταιρείες δεν έχουν παρουσιάσει ιδιαίτερα πειστικό εναλλακτικό αφήγημα. Αυτό που ουσιαστικά έχουν περιγράψει είναι εκείνο που οι οικονομολόγοι της ανάπτυξης αποκαλούν «δυαδική οικονομία»: λίγοι τρισεκατομμυριούχοι συγκεντρώνουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου της χώρας, ενώ η συντριπτική πλειονότητα αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα. Την ίδια ώρα, ο κλάδος χρησιμοποιεί την πολιτική του ισχύ για να αντισταθεί στους φόρους που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες ή ένα πιο επαρκές καθολικό βασικό εισόδημα.
Εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από τον ρυθμό με τον οποίο προοδεύει η ΑΙ, γεγονός που αναδείχθηκε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο αυτή την εβδομάδα, όταν ένας κορυφαίος ερευνητής ασφαλείας της Anthropic προειδοποίησε ότι υπάρχει πιθανότητα άνω του 10% η ΤΝ να μπορέσει «να σκοτώσει όλους τους ανθρώπους» μέσα σε μία δεκαετία. Τα σενάρια που περιγράφω παρακάτω είναι πιο αισιόδοξα, καθώς βασίζονται σε γενικές γραμμές στην τεχνολογική επιτυχία της ΑΙ — σε αρκετή επιτυχία, δηλαδή, ώστε να προκαλέσει ανατροπές. Ακριβώς όμως εξαιτίας αυτής της ανατροπής, η τεχνολογική επιτυχία από μόνη της δεν πρόκειται να είναι αρκετή.
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι σήμερα υπάρχει μια «φούσκα» στην ΑΙ. Για να πλησιάσουν οι επενδυτές έστω και κάπως τις αποδόσεις που προσδοκούν, πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις αλληλένδετες προϋποθέσεις.
Πρώτον, δεν πρέπει να υπάρχει υπερβολικός ανταγωνισμός, διότι διαφορετικά τα κέρδη θα εξανεμιστούν μέσω του ανταγωνισμού.
Δεύτερον, οι τεχνολογικές εξελίξεις πρέπει να εφαρμοστούν με αρκετά γρήγορο ρυθμό.
Τρίτον, η μακροοικονομία πρέπει να τύχει καλής διαχείρισης, κάτι που θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο.
Όπως κι αν το δει κανείς, η ΑΙ συνιστά μια μεγάλη διαταραχή και η αδύναμη μακροοικονομία που είναι πιθανό να προκύψει δεν θα μπορεί να στηρίζει τα κέρδη στα επίπεδα που προσδοκούν οι επενδυτές. Η ΑΙ μπορεί να αποσπάσει μόνο ένα μέρος των συνολικών κερδών της οικονομίας και, στις περιόδους ύφεσης, τα κέρδη καταρρέουν.
Το κατά πόσον τα μακροοικονομικά μας εργαλεία και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι που τα χειρίζονται είναι σε θέση να διατηρήσουν την ανάπτυξη παραμένει ασαφές. Δεν τα κατάφεραν καλά όταν έσκασε η μικρή τεχνολογική φούσκα το 2000 και απέτυχαν παταγωδώς όταν έσκασε η μεγάλη φούσκα των ακινήτων το 2007. Σε τελική ανάλυση, τα κέρδη των εταιρειών ΑΙ εξαρτώνται από την καταναλωτική ζήτηση — και αυτή θα είναι αδύναμη σε μια οικονομία με μεγάλο αριθμό ανέργων και αυξανόμενες ανισότητες. Πώς μπορεί μια οικονομία «χωρίς θέσεις εργασίας» να είναι καλή οικονομία;
Αυτό δημιουργεί μια σειρά από αινίγματα. Στο ζήτημα του ανταγωνισμού, για παράδειγμα, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα εμπόδια εισόδου στην ΑΙ δεν είναι τόσο υψηλά — αρκεί να σκεφτεί κανείς τις ανατροπές στην κούρσα μεταξύ OpenAI και Anthropic ή τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα κλείνει το χάσμα με τις ΗΠΑ. Ήδη οι τιμές έχουν πιεστεί προς τα κάτω. Οι συνέπειες αυτού θα είναι ιδιαίτερα σοβαρές δεδομένων των τεράστιων αρχικών δαπανών, για παράδειγμα για κέντρα δεδομένων.
Αν όμως πραγματοποιηθούν τα μονοπωλιακά κέρδη που υπόσχονται οι επενδύσεις —επειδή ο ανταγωνισμός θα έχει περιοριστεί— τα ευρύτερα οφέλη της ΑΙ θα είναι πολύ μικρότερα από όσα θα ήταν σε συνθήκες ανταγωνισμού. Η οικονομία θα χαρακτηρίζεται από μεγάλη αύξηση των ανισοτήτων, με σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τη μακροοικονομία.
Ή ας εξετάσουμε τον ρυθμό υιοθέτησης της ΑΙ. Ορισμένες παλαιότερες καίριες καινοτομίες, όπως ο ηλεκτρισμός, χρειάστηκαν πολύ μεγάλο διάστημα για να εξαπλωθούν. Σήμερα οι επενδυτές είναι πιο ανυπόμονοι και ποντάρουν σε έναν ρυθμό αλλαγής που θα σημαίνει μαζική απώλεια θέσεων εργασίας. Αν όμως η εφαρμογή της ΑΙ είναι αργή —και επομένως η απώλεια θέσεων εργασίας πιο διαχειρίσιμη— οι επενδυτές δεν θα πετύχουν τις αποδόσεις που έχουν μάθει να προσδοκούν, οδηγώντας και πάλι στο σκάσιμο της φούσκας της ΑΙ.
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι ανησυχίας για τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες συνέπειες της ΑΙ. Τουλάχιστον στο προβλέψιμο μέλλον, η απόδοση της ΑΙ θα εξαρτάται από την ποιότητα των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευσή της — και καθώς η ΑΙ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποσπούν μεγάλο μέρος της αξίας των πληροφοριών που παράγονται από άλλους, όπως τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, οι παραγωγοί αυτών των πληροφοριών δεν θα διαθέτουν ούτε τους πόρους ούτε τα κίνητρα για να παράγουν πληροφορίες υψηλής ποιότητας. Χωρίς καλές εισροές, δεν μπορούν να υπάρξουν καλές εκροές και θα έχουμε όλο και περισσότερα σκουπίδια που παράγονται από ΑΙ.
Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα επειδή η ΑΙ μπορεί να μειώσει το σχετικό κόστος παραγωγής deep fakes και μιας ευρύτερης γκάμας παραπληροφόρησης και ψευδών πληροφοριών — και η δυνατότητα παραγωγής deep fakes ενδέχεται να προχωρεί ταχύτερα από την ικανότητά μας να τα εντοπίζουμε. Αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη και η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη για τη λειτουργία κάθε οικονομίας και κάθε κοινωνίας.
Χωρίς κατάλληλους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας —που να αναγνωρίζουν ότι όσα κάνει η ΤΝ υπερβαίνουν κατά πολύ την «εύλογη χρήση» της πνευματικής ιδιοκτησίας άλλων— και χωρίς κατάλληλα ρυθμιστικά πλαίσια που να καθιστούν υπόλογες τις εταιρείες ΤΝ και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, τα προβλήματα απλώς θα επιδεινωθούν.
Έχουμε ήδη δει ενδείξεις αυξανόμενου άγχους και κατάθλιψης μεταξύ των εφήβων. Υπάρχουν όμως και άλλες πλευρές της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και τεχνολογίας που μπορεί να επηρεάσουν την ποιότητα του πληροφοριακού οικοσυστήματος.
Για παράδειγμα, ένας τομέας στον οποίο η AI συχνά αποτυγχάνει είναι η κατανόηση του πλαισίου — και φαίνεται ότι οι άνθρωποι θα εξακολουθήσουν να έχουν πλεονέκτημα σε αυτή τη διάσταση, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Λαμβάνουμε πληροφορίες μαζί με το πλαίσιό τους από άλλους ανθρώπους· η ισχύς του κοινωνικού και διανοητικού μας δικτύου είναι καθοριστική. Αν όμως οι άνθρωποι στρέφονται όλο και περισσότερο σε bots για να απαντούν στις ερωτήσεις τους, η ισχύς αυτών των κοινωνικών δικτύων θα εξασθενήσει και μαζί της θα υποχωρήσει και η ποιότητα των πληροφοριών που εξαρτώνται από το πλαίσιο.
Βρισκόμαστε έτσι αντιμέτωποι με τη βαθιά ειρωνεία ότι οι βελτιώσεις στην τεχνολογία, οι οποίες ενισχύουν την ικανότητα επεξεργασίας και μετάδοσης πληροφοριών, μπορεί να οδηγήσουν σε χαμηλότερη παραγωγικότητα εξαιτίας της επιδείνωσης του πληροφοριακού οικοσυστήματος.
Έχω περιγράψει αρκετά από τα βασικά και αλληλένδετα εμπόδια μιας επιτυχημένης μετάβασης στην AI — και, με τη σημερινή πορεία, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η AI να μην αποδώσει τα οφέλη που έχουν υποσχεθεί ούτε στους επενδυτές ούτε στην κοινωνία μας. Αυτό ισχύει είτε πετύχει την τεχνολογική επιτυχία που ελπίζουν οι υποστηρικτές της είτε υπολείπεται αυτής.
Θα μπορούσε όμως κανείς εύλογα να σκεφτεί ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να διαχειριστούμε την AI, κάποιος τρόπος να διασφαλίσουμε ότι η οικονομία της υπεραφθονίας δεν θα είναι καλή μόνο μακροπρόθεσμα, αλλά ακόμη και βραχυπρόθεσμα. Το πρόγραμμα για την επίτευξη αυτού του στόχου το αποκαλώ «προοδευτική ατζέντα για την ΤΝ». Διαθέτει τρεις πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η πολιτική ανταγωνισμού. Πρόκειται για ένα θέμα που μπορεί να μοιάζει δυσνόητο, έναν κλάδο του δικαίου και των οικονομικών στον οποίο εξειδικευμένοι τεχνοκράτες διαφωνούν μεταξύ τους για τις μεγάλες εταιρείες. Στην περίπτωση όμως της ΤΝ, η πολιτική ανταγωνισμού έχει τεράστια σημασία και άμεση συνάφεια, διότι καθορίζει ποιος θα ωφεληθεί. Θα είναι μερικοί τεχνολογικοί κολοσσοί και οι τρισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες τους ή, όπως θα μας έκανε να πιστέψουμε η συμβατική ανάλυση του ανταγωνισμού, οι καταναλωτές — είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω του χαμηλότερου κόστους παραγωγής για τις εταιρείες που κατασκευάζουν τα αγαθά και παρέχουν τις υπηρεσίες που μας ενδιαφέρουν;
Η οικονομική θεωρία των εγχειριδίων μάς διδάσκει ότι ο διαρκής ανταγωνισμός ωθεί τα κέρδη προς το μηδέν και ότι η κοινωνία επωφελείται από την καινοτομία μέσω αυτών των χαμηλότερων τιμών. Στην πραγματικότητα, συχνά συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η Google και η Facebook διατηρούν υψηλά κέρδη επί χρόνια. Οι οικονομολόγοι έχουν εξηγήσει γιατί, χωρίς αποτελεσματική εφαρμογή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Τα δεδομένα είναι ο νέος χρυσός και αυτές οι εταιρείες διαθέτουν περισσότερα δεδομένα από οποιονδήποτε άλλον, γεγονός που τους παρέχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Έχουν επίσης βρει τρόπους να αξιοποιούν αυτό το φυσικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εφαρμόζοντας πρακτικές που είναι ενίοτε δύσκολο να εντοπιστούν ως αντιανταγωνιστικές, ακόμη και όταν παραβιάζουν την ιδιωτικότητα των ανθρώπων.
Φυσικά, με τον ανταγωνισμό οι επενδυτές δεν θα πραγματοποιήσουν τα κέρδη που ελπίζουν και η φούσκα της AI θα σκάσει. Μπορεί να διαπιστώσουμε ότι, ως κοινωνία, έχουμε υπερεπενδύσει σε κέντρα δεδομένων. Πολλοί άνθρωποι θα χάσουν πολλά χρήματα. Αν όμως είμαστε πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουμε ολόκληρο το οπλοστάσιο των μακροοικονομικών εργαλείων —κάτι που πολλοί στη δεξιά φαίνονται απρόθυμοι να κάνουν— μπορούμε να διαχειριστούμε τις μακροοικονομικές συνέπειες. Τα καλά νέα είναι ότι η ευφορία γύρω από την ΤΝ θα μας έχει αφήσει ως κληρονομιά ένα ισχυρό νέο εργαλείο, καθώς και τα κέντρα δεδομένων και την παραγωγική ικανότητα ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτούνται για να το αξιοποιήσουμε.
Ο δεύτερος πυλώνας μιας προοδευτικής ατζέντας για την AI είναι η ρύθμιση. Για περισσότερα από 30 χρόνια, πολλοί στον τεχνολογικό κλάδο υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένοι από ρυθμίσεις, ακόμη και από την υποχρέωση λογοδοσίας. Το άρθρο 230 του Communications Decency Act του 1996 παρείχε στους νέους ψηφιακούς διαμεσολαβητές, τις κοινωνικές πλατφόρμες, μια ελευθερία από την ευθύνη που ποτέ δεν είχε δοθεί στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Πλέον γνωρίζουμε τους κινδύνους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης — ακόμη και η Meta το έχει παραδεχθεί, με τον διακανονισμό των 725 εκατ. δολαρίων μόνο για τη βλάβη που προκλήθηκε στους νέους στις ΗΠΑ. Και δεν απαιτείται ιδιαίτερη διορατικότητα για να αντιληφθούμε τους ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους μιας ανεξέλεγκτης ΤΝ.
Το νομικό μας σύστημα δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει την AI. Το κριτήριο της «εύλογης χρήσης», βάσει του οποίου οι εταιρείες διεκδικούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν νομίμως αποκτηθέντα βιβλία για να εκπαιδεύουν τα μοντέλα τους, αποτελεί ένα παράδειγμα και, αν δεν αλλάξει, κινδυνεύει να οδηγήσει σε επιδείνωση του πληροφοριακού μας οικοσυστήματος. Το δόγμα αυτό επιβεβαιώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ομαδική αγωγή που άσκησε ομάδα συγγραφέων κατά της Anthropic το 2024, η οποία οδήγησε επίσης σε διακανονισμό 1,5 δισ. δολαρίων — περίπου 3.000 δολάρια για καθένα από τα έργα που είχαν χρησιμοποιηθεί σε πειρατική μορφή.
Η απόδοση ευθύνης στην AI για δυσφήμηση στις ΗΠΑ είναι προβληματική, επειδή η επιτυχία μιας αγωγής για δυσφήμηση συχνά προϋποθέτει την απόδειξη «πρόθεσης». Οι «πράκτορες» AI απλώς ενεργούν· η λέξη «πρόθεση» δεν έχει εφαρμογή. Δεν θα έπρεπε όμως οι δημιουργοί της AI —οι εταιρείες AI— να θεωρούνται υπεύθυνοι για τις ενέργειες των πρακτόρων που δημιούργησαν;
Καθώς κυκλοφορούν ιστορίες για πράκτορες AI που έχουν «ξεφύγει», κάνοντας πράγματα που δεν υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνουν —όπως να παραβιάζουν τα συστήματα άλλων εταιρειών ΑΙ— γίνεται ολοένα σαφέστερο ότι αυτοί οι πράκτορες έχουν μια δική τους δυναμική. Είναι αλήθεια ότι οι ενέργειές τους επηρεάζονται από τις οδηγίες που τους δίνονται. Όμως, όσο προσεκτικά κι αν είναι γραμμένες αυτές οι οδηγίες, θα είναι ατελείς και, κατά συνέπεια, οι πράξεις των «πρακτόρων ΑΙ που δημιουργούμε μπορεί να μην είναι επαρκώς ευθυγραμμισμένες με τις επιθυμίες των δημιουργών τους — πόσο μάλλον με την ευημερία της κοινωνίας.
Ο κατάλογος των βλαβών που προκύπτουν από αυτή την έλλειψη ευθυγράμμισης είναι μεγάλος και αυξάνεται: από την παραβίαση της ιδιωτικότητας έως την κοινωνική πόλωση· από το άγχος των εφήβων και τη μείωση της διάρκειας προσοχής έως την υποδαύλιση φυλετικών και εθνοτικών διαιρέσεων. Οι απάτες που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στην κοινωνία είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο. Η πολιτική χειραγώγηση έχει θέσει σε κίνδυνο την ίδια τη δημοκρατία.
Ο τεχνολογικός κλάδος επισείει το φόβητρο ότι η ρύθμιση θα καταπνίξει την καινοτομία. Αυτό είναι προφανώς λάθος. Αρκεί να δει κανείς τις νέες τεχνολογίες που βγαίνουν από την Κίνα, μια χώρα με έντονη ρύθμιση. Η καλή ρύθμιση μπορεί να συμβάλει στο να κατευθυνθεί η καινοτομία προς τη σωστή κατεύθυνση — ώστε να βελτιώνει την κοινωνία αντί απλώς να δημιουργεί μια καλύτερη μηχανή διαφημίσεων ή καλύτερα deep fakes.
Ο σημαντικότερος πυλώνας της προοδευτικής ατζέντας για την ΑΙ είναι να χρησιμοποιήσουμε την αυξημένη παραγωγικότητα για να δημιουργήσουμε μια καλύτερη κοινωνία — να αποκτήσουμε αυτά στα οποία πραγματικά αποδίδουμε αξία. Για πρώτη φορά, ένας νέος κόσμος υπεραφθονίας θα μπορούσε να μας επιτρέψει να οικοδομήσουμε μια οικονομία που να συμβαδίζει με τις αξίες μας.
Θα μπορούσαμε να πληρώνουμε τους δασκάλους και τους νοσηλευτές με μισθούς ανάλογους των υπηρεσιών που προσφέρουν. Θα μπορούσαμε να αμείβουμε τους εκπαιδευτικούς ανάλογα με την αξία που αποδίδουμε σε όσα κάνουν για τα παιδιά· θα μπορούσαμε να πληρώνουμε τους νοσηλευτές ανάλογα με τις σωτήριες για τη ζωή υπηρεσίες που παρέχουν· θα μπορούσαμε να αμείβουμε όσους φροντίζουν τους ηλικιωμένους με ποσά αντίστοιχα του σεβασμού που τρέφουμε για τους γονείς μας και τους άλλους ηλικιωμένους συμπολίτες μας. Όλα αυτά θα απαιτήσουν περισσότερους φόρους, ιδίως από όσους κερδίζουν από την ΑΙ. Όλοι όμως θα πρέπει να μπορούν να επωφεληθούν από την οικονομία της υπεραφθονίας. Ακόμη και με ένα πιο ανταγωνιστικό τοπίο, ακόμη και με υψηλότερους φόρους, οι τεχνολογικοί ολιγάρχες θα εξακολουθούν να έχουν υπεραρκετά για να είναι ευτυχισμένοι.
Οι ηγέτες της τεχνολογικής βιομηχανίας θα έπρεπε να στηρίξουν αυτή την ατζέντα. Θα έπρεπε να ανησυχούν ότι η πολιτική δυσαρέσκεια θα υπονομεύσει την επιτυχία της ΑΙ και θα απειλήσει τον τεράστιο πλούτο που έχει δημιουργήσει για τους πρωταγωνιστές της. Ήδη βλέπουμε τα πρώτα σημάδια, στην αρνητική υποδοχή που έχουν δεχθεί προσωπικότητες όπως ο Eric Schmidt, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Google, σε τελετές αποφοίτησης όπου είχαν προσκληθεί να μιλήσουν — στην περίπτωσή του, στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.
Η εχθρότητα προς την ΑΙ εκδηλώνεται επίσης στην αντίθεση απέναντι στα κέντρα δεδομένων. Υπάρχουν θεμιτές ανησυχίες για τις δυσμενείς περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις, αλλά υποψιάζομαι ότι το βάθος αυτής της αντίθεσης πηγάζει από μια ευρεία και δικαιολογημένη αγωνία για τον τρόπο με τον οποίο η ΑΙ θα επηρεάσει τη ζωή μας. Θα υπάρχουν ουσιαστικές θέσεις εργασίας; Θα διχαστεί ακόμη περισσότερο η κοινωνία μας ανάμεσα σε έχοντες και μη έχοντες; Θα γίνουν ακόμη πιο κυρίαρχοι οι τεχνολογικοί ολιγάρχες στην πολιτική μας; Θα αντισταθμίσουν οι υποσχέσεις για καλύτερα φάρμακα το σχεδόν βέβαιο κόστος; Φυσικά, όσο περισσότερο οι ηγέτες της ΑΙ μιλούν για τις μετασχηματιστικές, καταστροφικές για τις θέσεις εργασίας επιπτώσεις της, τόσο περισσότερο τροφοδοτούν αυτές τις ανησυχίες.
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τη σημερινή ανησυχία γύρω από την ΑΙ. Η διαχείριση της μετάβασης στην ΑΙ θα είναι δύσκολη. Τουλάχιστον όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι, αν τη διαχειριστούμε σωστά, η ΑΙ θα μπορούσε να εγκαινιάσει μια νέα εποχή κοινωνικής ευημερίας. Η οικονομία της υπεραφθονίας θα μπορούσε να προσφέρει σε όλους με τρόπους που προηγουμένως δεν ήταν δυνατοί.
Το αν θα μπορέσουμε να κινηθούμε μέσα από τον στενό διάδρομο των πολιτικών που απαιτούνται —και το αν το πολιτικό μας σύστημα θα μας το επιτρέψει— είναι ένα άλλο ζήτημα.
