Η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπει τα κέντρα δεδομένων σε κρίσιμη υποδομή και πυροδοτεί μία από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις κεφαλαίων στην ιστορία. Σύμφωνα με την έκθεση «Global Data Centre Outlook 2026-2050» της PwC σε συνεργασία με την Oxford Economics που καλύπτει 46 χώρες , οι παγκόσμιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για data centres θα φτάσουν σωρευτικά τα 31,6 τρισ. δολάρια έως το 2050.
Οι ετήσιες επενδύσεις αυξάνονται από περίπου 800 δισ. δολάρια το 2026 σε 1,8 τρισ. το 2050. Η άνοδος οφείλεται λιγότερο στις δαπάνες κατασκευής και περισσότερο στον εξοπλισμό –διακομιστές, δίκτυα και κυρίως επεξεργαστές– ο οποίος ανανεώνεται κάθε τέσσερα έως έξι χρόνια: κάθε δολάριο κατασκευής «δεσμεύει» περίπου 12 δολάρια μελλοντικών δαπανών σε εξοπλισμό.
Η έκθεση εξετάζει και διαφορετικά σενάρια για το πώς μεταβάλλεται το ύψος των επενδύσεων ανάλογα με την ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Ανάλογα με την ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης, το σωρευτικό ποσό κυμαίνεται από 22 έως σχεδόν 50 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, αλλαγές στην γεωπολιτική σκηνή – έλεγχοι στις εξαγωγές επεξεργαστών ή στροφή στην ψηφιακή κυριαρχία – δύνανται να ανακατανείμουν τις επενδυτικές ροές στον παγκόσμιο χάρτη.
Η θέση της Ελλάδας και της Ευρώπης
Για την Ελλάδα, η έκθεση εκτιμά σωρευτικές επενδύσεις 84,1 δισ. δολαρίων την περίοδο 2026-2050, δηλαδή 1,04% του σωρευτικού ΑΕΠ της χώρας (περίπου 8,07 τρισ. δολάρια). Με βάση την ένταση αυτή, η οποία είναι σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελλάδα κατατάσσεται 7η στην Ευρώπη και 20ή μεταξύ των 46 χωρών της έρευνας.
Η ταχύτερη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης ανεβάζει το ποσό στα 100,4 δισ., ενώ η βραδύτερη το περιορίζει στα 62,4 δισ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επίδραση της γεωπολιτικής: πιθανοί περιορισμοί στην εξαγωγή επεξεργαστών μειώνουν τις επενδύσεις στα 62 δισ., ενώ το σενάριο της ενισχυμένης ψηφιακής κυριαρχίας τις εκτοξεύει στα 116,1 δισ. δολάρια, καθώς η φιλοξενία δεδομένων εντός της Ελλάδας ή της ΕΕ ενισχύει τη ζήτηση για εγχώριες υποδομές.
Όπως επισημαίνει ο Αιμίλιος Μελής, Partner, Head of Strategy της PwC, “Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για να εξελιχθεί σε κόμβο ψηφιακής υποδομής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Απαιτούνται γρήγορες αποφάσεις, σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, διασφάλιση επάρκειας ηλεκτρικού δικτύου και πρωτίστως ένα συνεκτικό όραμα για το ρόλο της Ελλάδας στην παγκόσμια κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης.”

Ο Αιμίλιος Μελής, Partner, Head of Strategy της PwC © PwC
Η Ευρώπη συνολικά συγκεντρώνει 5,6 τρισ. δολάρια, αισθητά λιγότερα από όσα αναλογούν στο μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ, κυρίως λόγω ανεπάρκειας ισχύος των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, καθυστερήσεων στον σχεδιασμό και κατακερματισμένου κανονιστικού πλαισίου. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκοί κανόνες για την κυριαρχία των δεδομένων διασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο ζήτησης στην ευρύτερη περιοχή.
Τι καθορίζει την κατανομή κεφαλαίων
Πέρα από την εγχώρια ζήτηση, πέντε παράγοντες καθορίζουν το πόσες επενδύσεις θα προσελκύσει κάθε χώρα:
- η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας, η δυσκολότερη προϋπόθεση για έργα μεγάλης κλίμακας στις περισσότερες αγορές
- ο χαμηλός χρόνος απόκρισης (latency) και η συνδεσιμότητα, για εφαρμογές εξαγωγής συμπερασμάτων (inferencing) και επιχειρησιακά φορτία
- η ασφάλεια και η φιλοξενία δεδομένων σε αξιόπιστες περιοχές, για φορτία με απαιτήσεις ψηφιακής κυριαρχίας ή κανονιστικής συμμόρφωσης
- η πρόσβαση σε GPUs τελευταίας γενιάς και η ωριμότητα του τεχνολογικού οικοσυστήματος
- η σταθερότητα του θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου.
Η πρόκληση του ηλεκτρικού δικτύου και τα οφέλη
Η επάρκεια ισχύος του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις εκτιμώμενες επενδύσεις στην Ελλάδα . Η μελέτη χωροθέτησης κέντρων δεδομένων της PwC, που παρουσιάστηκε τον Μάρτιο, αποτύπωνε ότι ο διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος πανελλαδικά είναι 1,9 GW και αναμένεται να φτάσει τα 2,9 GW έως το 2034. Το επενδυτικό ενδιαφέρον κατά την εκπόνηση της μελέτης έφτανε τα 1,4-2,2 GW, με το 65% του οποίου (800-1.260 MW) να στοχεύει την Αττική η οποία ήδη αντιμετωπίζει περιορισμούς στη διαθέσιμη ισχύ. Έκτοτε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, τα αιτήματα σύνδεσης στον ΑΔΜΗΕ πλησιάζουν τα 5 GW, καταδεικνύοντας όχι μόνο το επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά και την ανάγκη για ένα πλαίσιο κανόνων γύρω από τη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου.
Μετατρέποντας τα MW σε ΑΕΠ
Αν η πρόκληση ξεπεραστεί, το όφελος υπερβαίνει κατά πολύ τις επενδύσεις σε κτιριακές υποδομές καθώς κάθε data centre δημιουργεί ροή ζήτησης για υπηρεσίες και εξειδικευμένες θέσεις εργασίας. Επιπλέον γύρω του δύναται να αναπτυχθούν οικοσυστήματα τεχνολογίας και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, που θα κρατήσουν ή επαναφέρουν ταλέντο στη χώρα και θα οδηγήσουν σε ταχύτερη υιοθέτηση της ΤΝ με πολλαπλασιαστικά οφέλη για το ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις σε υποθαλάσσια καλώδια, ανανεώσιμες πηγές και υπερ-υπολογιστές, δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να καθιερωθεί ως κόμβος ψηφιακών υποδομών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ο Γιώργος Κολλιδάς, Partner, Consulting, Head of Technology της PwC, επισημαίνει “Για την Ελλάδα ανοίγεται μία μοναδική ευκαιρία. Η πραγματικά πρόκληση, όμως, δεν είναι οι υποδομές, και απλά να γίνουμε ένας τόπος φιλοξενίας MW, αλλά πώς θα μετατρέψουμε τις υποδομές σε πραγματική αξία και μετρήσιμη αύξηση στο ΑΕΠ. Αυτό θα πρέπει να είναι το μελλοντικό μας σημείο αναφοράς”.

Ο Γιώργος Κολλιδάς, Partner, Consulting, Head of Technology της PwC © PwC
