Eννέα στους δέκα ελεύθερους επαγγελματίες κινδυνεύοουν να λάβουν σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ, αφού επιλέγουν τις δύο χαμηλότερες κατηγορίες. Στα 910 ευρώ είναι η εκτιμώμενη σύνταξη μετά από 40 χρόνια στην πρώτη κατηγορία. Το ρεπορτάζ της EΡΤnews είναι κατατοπιστικό για το ισχύει τελικά.
Ειδικότερα, περισσότεροι από 650.000 ασφαλισμένοι έχουν ενταχθεί στην πρώτη κατηγορία, ενώ περίπου 163.500 επιλέγουν τη δεύτερη. Έτσι, σχεδόν εννέα στους δέκα από όσους έχουν καταταχθεί στις έξι βασικές κατηγορίες καταβάλλουν τις δύο χαμηλότερες εισφορές.Η επιλογή περιορίζει τη μηνιαία επιβάρυνση κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, έχει όμως άμεση επίδραση στο ανταποδοτικό τμήμα της μελλοντικής σύνταξης.
Σύμφωνα πάντα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ, με το νόμο Κατρούγκαλου, το 2016, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών συνδέθηκαν με το εισόδημά τους. Αρκετοί ασφαλισμένοι κατέβαλλαν τότε την κατώτατη εισφορά για τον κλάδο σύνταξης, ύψους περίπου 157 ευρώ.
Από το 2020 οι εισφορές αποσυνδέθηκαν από το εισόδημα και επανήλθε το σύστημα των ασφαλιστικών κατηγοριών. Η μεγάλη πλειονότητα επέλεξε την πρώτη κατηγορία, προκειμένου να διατηρήσει τη μηνιαία επιβάρυνση στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.
Για το 2026, η συνολική μηνιαία εισφορά για σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 250,77 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και στα 300,93 ευρώ για τη δεύτερη. Από αυτά, τα 185,09 και τα 222,12 ευρώ αντίστοιχα αφορούν τον κλάδο κύριας σύνταξης.
Η οικονομική αδυναμία αρκετών επαγγελματιών να καταβάλουν υψηλότερες εισφορές, αλλά και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το ασφαλιστικό σύστημα μετά τις περικοπές της περιόδου της οικονομικής κρίσης, συγκαταλέγονται στους βασικούς λόγους για τους οποίους επιλέγονται οι χαμηλότερες κατηγορίες.
Τα ποσά μετά από 40 χρόνια ασφάλισης
Με βάση ενδεικτικούς υπολογισμούς υπό το σημερινό καθεστώς, τα εκτιμώμενα μεικτά ποσά σύνταξης μετά από 40 χρόνια ασφάλισης διαμορφώνονται ως εξής:

Η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη για όσους αποχωρούν με λιγότερα έτη ασφάλισης. Με 38 χρόνια, η σύνταξη εκτιμάται στα 862 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και στα 946 ευρώ για τη δεύτερη. Με 36 χρόνια, τα αντίστοιχα ποσά περιορίζονται στα 815 και στα 889 ευρώ.
Αντίθετα, στην έκτη κατηγορία η εκτιμώμενη σύνταξη φτάνει τα 1.788 ευρώ με 38 χρόνια ασφάλισης και τα 1.635 ευρώ με 36 χρόνια.
Η μετάβαση σε υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία κατά τα τελευταία χρόνια του εργασιακού βίου μπορεί να βελτιώσει το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης. Ωστόσο, το τελικό όφελος δεν είναι ίδιο για όλους και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τελευταία πενταετία.

Στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το σύνολο των ετών ασφάλισης, οι εισφορές και οι ασφαλιστέες αποδοχές από το 2002 και μετά, τυχόν οφειλές, καθώς και η αναγνώριση πλασματικών ετών.
Για τον λόγο αυτό, πριν από οποιαδήποτε αλλαγή κατηγορίας, χρειάζεται εξατομικευμένος υπολογισμός από ειδικό στην κοινωνική ασφάλιση. Η γενική κατεύθυνση, πάντως, είναι σαφής: όσο χαμηλότερες είναι οι εισφορές, τόσο μικρότερο είναι το ανταποδοτικό ποσό της μελλοντικής σύνταξης. Τα παραπάνω ποσά είναι ενδεικτικά, μεικτά και έχουν υπολογιστεί με βάση το ισχύον καθεστώς. Το τελικό ποσό διαφοροποιείται ανάλογα με το ασφαλιστικό ιστορικό κάθε επαγγελματία.
