Η διατλαντική σχέση φαίνεται να διαβρώνεται με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι η Ευρώπη καταφέρνει να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες, σε μια συγκυρία όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι οικονομικές πιέσεις αναδιαμορφώνουν το τοπίο ασφάλειας στην ήπειρο. Όπως επισημαίνει δημοσίευμα της The Wall Street Journal, η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει 5.000 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία αντιμετωπίστηκε από Γερμανούς αξιωματούχους ως κυρίως συμβολική. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι η συνολική επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ευρώπης ενδέχεται να αφήσει την ήπειρο εκτεθειμένη τόσο οικονομικά όσο και στρατηγικά.
Η αποχώρηση στρατευμάτων αποτελεί μόνο μία πτυχή ενός ευρύτερου πλέγματος εξελίξεων. Η αύξηση των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα από την Ουάσινγκτον, η αναδίπλωση σε σχέδια ανάπτυξης πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία, καθώς και οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν συνθέτουν ένα σκηνικό αυξανόμενης αβεβαιότητας. «Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικότερα από μια συμβολική μείωση στρατευμάτων», σημειώνει ο Thorsten Benner, επικεφαλής του Global Public Policy Institute στο Βερολίνο, επισημαίνοντας παράλληλα την ταχεία φθορά των αμερικανικών αποθεμάτων όπλων λόγω της εμπλοκής στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, η απόσυρση αφορά μία ταξιαρχία και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός 6 έως 12 μηνών. Η Γερμανία, ωστόσο, παραμένει κομβικός πυλώνας της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, φιλοξενώντας περίπου 36.000 στρατιώτες και αποτελώντας κέντρο ενός ευρύτερου δικτύου 85.000 ανδρών σε όλη την ήπειρο. Η αεροπορική βάση του Ramstein Air Base εξακολουθεί να λειτουργεί ως κρίσιμος κόμβος για επιχειρήσεις σε περιοχές όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ και πιο πρόσφατα το Ιράν.
Παρά το περιορισμένο μέγεθος της αποχώρησης -περίπου 14% των δυνάμεων που σταθμεύουν στη Γερμανία- η κίνηση αποκτά βαρύνουσα σημασία στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους δήλωσε ότι η εξέλιξη ήταν «αναμενόμενη», υπογραμμίζοντας πως η Ευρώπη ήδη αυξάνει τις επενδύσεις της στην άμυνα για να καλύψει το κενό. Αντίστοιχα, το NATO σημείωσε ότι η εξέλιξη αναδεικνύει την ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής συνεισφοράς στη συλλογική ασφάλεια, διαβεβαιώνοντας ωστόσο ότι η αποτρεπτική ισχύς της Συμμαχίας παραμένει ισχυρή.
Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η απόφαση των ΗΠΑ να μην προχωρήσουν στην ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων, όπως οι Tomahawk και οι υπερηχητικοί Dark Eagle, στη Γερμανία – ένα σχέδιο που είχε συμφωνηθεί το 2024 επί κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν. Η εξέλιξη αυτή αφήνει ένα κρίσιμο κενό στην ευρωπαϊκή αποτρεπτική ικανότητα έναντι της Ρωσία, όπως επισημαίνουν ειδικοί. «Κανείς στην Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη αυτή τη συγκεκριμένη ικανότητα», τονίζει ο αναλυτής Νίκο Λάνγκε, κάνοντας λόγο για «πραγματικό πρόβλημα» σε μια περίοδο αυξημένων απειλών.
Στην Ουάσιγκτον, η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και από τα δύο κόμματα. Ο απόστρατος υποστράτηγος Γκόρντον Ντέιβις προειδοποίησε ότι η κίνηση ενδέχεται να αποδυναμώσει την αποτρεπτική ικανότητα του ΝΑΤΟ και να επηρεάσει την ταχύτητα αντίδρασης των ΗΠΑ σε πιθανές κρίσεις στην Ευρώπη ή τη γειτονική της περιφέρεια.
Την ίδια στιγμή, εντείνονται οι ανησυχίες για μια πιθανή προσέγγιση μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν. Η αναστολή κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ερμηνεύονται από Ευρωπαίους αξιωματούχους ως κινήσεις που ενδέχεται να υπονομεύσουν τις προσπάθειες για εκεχειρία στην Ουκρανία.
Υπό την ηγεσία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, η Γερμανία έχει επιταχύνει τις αμυντικές της δαπάνες, φιλοδοξώντας να καταστεί η ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης έως το 2029. Παράλληλα, ενισχύει τη συνεργασία της με τη Γαλλία για την κάλυψη του πυρηνικού κενού που αφήνει η σταδιακή αποστασιοποίηση των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η πρόοδος αυτή σκιάζεται από σοβαρές οικονομικές προκλήσεις. Οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ έχουν υποστεί σημαντική κάμψη, καθώς οι εμπορικές πολιτικές της Ουάσιγκτον -συμπεριλαμβανομένων των δασμών σε αυτοκίνητα, χάλυβα και αλουμίνιο- πλήττουν τη βιομηχανική βάση της χώρας. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την άνοδο των τιμών ενέργειας, που συνδέεται με την ένταση στη Μέση Ανατολή.
Οι προσδοκίες για οικονομική ανάκαμψη μέσω αυξημένων αμυντικών και δημόσιων επενδύσεων έχουν διαψευστεί, με την επιχειρηματική εμπιστοσύνη να υποχωρεί σε χαμηλό εξαετίας. Η απόφαση του Τραμπ να αυξήσει περαιτέρω τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα από 15% σε 25% αναμένεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο έναν ήδη πιεσμένο κλάδο-πυλώνα της γερμανικής οικονομίας.
Η οικονομική δυσπραγία περιορίζει και τα πολιτικά περιθώρια του Merz στο εσωτερικό, καθώς η δημοτικότητά του καταγράφει πτώση. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη καλείται να επιταχύνει τον επανεξοπλισμό της, σε ένα περιβάλλον όπου η εξάρτηση από τις ΗΠΑ παραμένει ισχυρή, ιδίως σε κρίσιμες τεχνολογίες όπως τα αντιαεροπορικά συστήματα και οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς.
Όπως συνοψίζουν οι αναλυτές, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό δίλημμα: να ενισχύσει άμεσα την άμυνά της, ενώ παράλληλα διαχειρίζεται τις οικονομικές συνέπειες μιας επιδεινούμενης διατλαντικής σχέσης. Και όπως προειδοποιεί ο Λάνγκε, «όλα αυτά μεταφράζονται σε αυξημένο κίνδυνο ασφαλείας για την Ευρώπη».