Σε νέο σημείο έντασης εισέρχονται οι εμπορικές σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες για την εφαρμογή της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις της Ουάσιγκτον και τις ευθείες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για αύξηση των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Οι συνομιλίες μεταξύ εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διήρκεσαν περίπου έξι ώρες το βράδυ της Τετάρτης, χωρίς όμως να υπάρξει τελική συμφωνία. Το αποτέλεσμα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας δασμολογικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαμηλή ανάπτυξη, την ανάγκη ενίσχυσης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και τις γεωπολιτικές πιέσεις από την Ουάσιγκτον.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εμπορική συμφωνία που είχε επιτευχθεί τον περασμένο Ιούλιο στο θέρετρο Turnberry του Τραμπ στη Σκωτία. Με βάση το αρχικό πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύθηκε να καταργήσει τους δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα περιόριζαν τους δασμούς στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα στο 15%, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων. Ωστόσο, ενώ η αμερικανική πλευρά έχει εφαρμόσει εν μέρει τις δικές της δεσμεύσεις, η ΕΕ δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη νομοθετική διαδικασία που απαιτείται για να τεθεί πλήρως σε ισχύ η συμφωνία. Η καθυστέρηση αυτή έχει προκαλέσει την οργή του Τραμπ, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα απείλησε ότι θα αυξήσει τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και φορτηγά στο 25%, από 15% σήμερα, εάν οι Βρυξέλλες δεν κινηθούν ταχύτερα.
Το τελεσίγραφο της Ουάσιγκτον
Το μήνυμα των ΗΠΑ ήταν σαφές, με τον Αμερικανό πρέσβη στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, προειδοποίησε ότι οι υψηλότεροι δασμοί στα αυτοκίνητα μπορεί να επιβληθούν «σχετικά σύντομα», εφόσον δεν υπάρξει άμεση και ουσιαστική πρόοδος από την ευρωπαϊκή πλευρά. «Έχετε χρόνο να το διορθώσετε. Ο χρόνος είναι τώρα», φέρεται να δήλωσε στις Βρυξέλλες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να επανεξετάσει τη στάση του μόνο εάν οι Ευρωπαίοι προχωρήσουν άμεσα στην εφαρμογή της συμφωνίας.
Η απειλή αφορά έναν από τους πιο ευαίσθητους κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας: την αυτοκινητοβιομηχανία. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Ισπανία και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης έχουν άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση προβλέψιμων εμπορικών όρων με τις ΗΠΑ, καθώς η αμερικανική αγορά παραμένει κρίσιμη για τους μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους, από τη Volkswagen, τη Mercedes-Benz και την BMW έως τη Stellantis και τους προμηθευτές εξαρτημάτων. Η αύξηση των δασμών στο 25% θα επιβάρυνε σημαντικά το κόστος των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και πιέζοντας τις εταιρείες είτε να απορροφήσουν μέρος του κόστους είτε να το μετακυλίσουν στους καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση, θα επιδείνωνε περαιτέρω την ήδη δύσκολη συγκυρία για τον ευρωπαϊκό κλάδο αυτοκινήτου, που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κινεζικό ανταγωνισμό, τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιέζει για λύση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έχει την αρμοδιότητα διαπραγμάτευσης των εμπορικών συμφωνιών για λογαριασμό των 27 κρατών-μελών, επιδιώκει να κλείσει το θέμα το ταχύτερο δυνατόν. Ο Επίτροπος Εμπορίου, Maroš Šefčovič, φέρεται να κάλεσε τους διαπραγματευτές να καταλήξουν σε συμφωνία που θα σταθεροποιήσει τις εμπορικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Στο ίδιο μήκος κύματος, η κορυφαία εμπορική αξιωματούχος της Επιτροπής, Sabine Weyand, είχε εκφράσει την προσδοκία ότι η συνάντηση θα μπορούσε να φέρει «breakthrough», δείχνοντας ότι η ΕΕ παραμένει αξιόπιστος εταίρος και τηρεί τις δεσμεύσεις της. Η λογική της Κομισιόν είναι καθαρά πραγματιστική: ακόμη και εάν η συμφωνία δεν θεωρείται ιδανική, η εφαρμογή της θα περιόριζε τον κίνδυνο ενός νέου εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ. Σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ζητούν σταθερότητα και ορατότητα, η παράταση της αβεβαιότητας μπορεί να αποδειχθεί ακριβή.
Γιατί αντιδρά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Το μπλόκο δεν προέρχεται τόσο από την Επιτροπή ή από την πλειοψηφία των κρατών-μελών, όσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πολλοί ευρωβουλευτές θεωρούν ότι η ΕΕ δεν μπορεί να εγκρίνει μια συμφωνία χωρίς πρόσθετες πολιτικές και εμπορικές εγγυήσεις, ιδίως μετά τις απειλές του Τραμπ για τη Γροιλανδία, η οποία αποτελεί αυτόνομη περιοχή του Βασιλείου της Δανίας. Το Κοινοβούλιο θέλει μια συμφωνία «Trump-proof», δηλαδή θωρακισμένη απέναντι σε μονομερείς αμερικανικές κινήσεις. Με επικεφαλής τον πρόεδρο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, Bernd Lange, οι ευρωβουλευτές ζητούν να προστεθούν όροι που θα καθυστερούν ή θα αναστέλλουν την εφαρμογή της συμφωνίας εάν οι ΗΠΑ δεν μειώσουν τους δασμούς στον χάλυβα, εάν απειλήσουν την εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ ή εάν η Ουάσιγκτον κινηθεί μονομερώς εναντίον ευρωπαϊκών συμφερόντων. Η στάση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στη σχέση Ευρώπης–ΗΠΑ. Η ΕΕ δεν θέλει να εμφανιστεί ως αδύναμος εταίρος που αποδέχεται πιέσεις και τελεσίγραφα. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καθυστέρηση έχει κόστος, καθώς δίνει στον Τραμπ το επιχείρημα ότι οι Ευρωπαίοι δεν τηρούν τα συμφωνηθέντα.
Η θέση των ευρωβουλευτών ενισχύθηκε και από μια σημαντική εξέλιξη στις ΗΠΑ, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τον Φεβρουάριο τους αρχικούς δασμούς του Τραμπ, γεγονός που οδήγησε αρκετούς στις Βρυξέλλες να επανεξετάσουν εάν η συμφωνία του Turnberry εξακολουθεί να είναι συμφέρουσα για την ΕΕ. Με απλά λόγια, πολλοί στο Ευρωκοινοβούλιο αναρωτιούνται γιατί η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει σε παραχωρήσεις προς τις ΗΠΑ, εάν το αρχικό δασμολογικό πλαίσιο του Τραμπ έχει ήδη υποστεί νομικό πλήγμα. Η Κομισιόν, αντίθετα, φοβάται ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να επανέλθει με νέες εμπορικές πιέσεις, ειδικά σε ευαίσθητους κλάδους όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας και τα βιομηχανικά προϊόντα.
Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν τις επόμενες εβδομάδες, με πιθανή νέα συνάντηση στις 19 Μαΐου, αν και η ημερομηνία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Στόχος των δύο πλευρών εντός της ΕΕ είναι να υπάρξει τελικός συμβιβασμός έως τον Ιούλιο, όταν εκπνέει το προσωρινό δασμολογικό καθεστώς που έχει επιβάλει ο Τραμπ.
Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ βρίσκεται μπροστά σε ένα στενό παράθυρο αποφάσεων. Εάν κινηθεί γρήγορα, μπορεί να αποτρέψει την αύξηση των δασμών. Εάν όμως βιαστεί υπερβολικά, κινδυνεύει να περάσει μια συμφωνία που δεν θα έχει επαρκείς δικλίδες ασφαλείας έναντι μελλοντικών αμερικανικών μονομερών ενεργειών.
Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή οικονομία
Το διακύβευμα υπερβαίνει τον κλάδο του αυτοκινήτου. Η εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ είναι κομβική για το συνολικό πλαίσιο των διατλαντικών οικονομικών σχέσεων. Η Ευρώπη εξάγει στις ΗΠΑ βιομηχανικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, φαρμακευτικά, μηχανήματα, χημικά, τρόφιμα και υπηρεσίες. Ένας νέος κύκλος δασμών θα μπορούσε να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, να αυξήσει το κόστος για τους καταναλωτές και να δημιουργήσει νέα αβεβαιότητα στις αγορές. Για τη Γερμανία, η απειλή είναι άμεση λόγω της μεγάλης έκθεσης της αυτοκινητοβιομηχανίας. Για τη Γαλλία και την Ιταλία, το ζήτημα αφορά επίσης βιομηχανικούς ομίλους, πολυτελή προϊόντα, αεροναυπηγική και εξαγωγές υψηλής αξίας. Για μικρότερες οικονομίες της ΕΕ, το πρόβλημα θα περάσει κυρίως μέσω των αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς πολλές επιχειρήσεις συμμετέχουν στην παραγωγή εξαρτημάτων και ενδιάμεσων προϊόντων για μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή έκθεσης στους αμερικανικούς δασμούς για αυτοκίνητα, όμως δεν μένει ανεπηρέαστη. Μια νέα εμπορική ένταση ΕΕ–ΗΠΑ μπορεί να επηρεάσει το γενικότερο κλίμα στις αγορές, το κόστος εισαγωγών, τις ευρωπαϊκές εξαγωγές και τη βιομηχανική δραστηριότητα στην ευρωζώνη.
