Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις καταιγιστικές εξελίξεις γύρω από τις διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, οι οποίες στοχεύουν στον τερματισμό της τρίμηνης πολεμικής σύρραξης, με τις δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς να έρχονται στο επίκεντρο.
Ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος έδωσε το στίγμα των συνομιλιών, επισημαίνοντας ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται «πολύ κοντά» σε μια συμφωνία, χωρίς ωστόσο να την έχουν οριστικοποιήσει ακόμη. Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή, καθώς εκκρεμούν κρίσιμα «σημεία τριβής» που πρέπει να διευθετηθούν πριν πέσουν οι τελικές υπογραφές από τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την ηγεσία της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με τον Βανς, οι διαπραγματευτές των δύο χωρών επιδίδονται σε έναν διπλωματικό μαραθώνιο, ανταλλάσσοντας προτάσεις για τη διατύπωση συγκεκριμένων όρων της συμφωνίας. Το πιο ακανθώδες ζήτημα εστιάζεται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και ειδικότερα στο «ερώτημα του εμπλουτισμού» ουρανίου. Η Ουάσιγκτον αξιώνει από την Τεχεράνη να σταματήσει την παραγωγή εξαιρετικά εμπλουτισμένου ουρανίου και να καταστρέψει το υπάρχον απόθεμά του, το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αναλάβουν τη διαχείριση αυτού του αποθέματος ή, σε συνεργασία με το Ιράν, να προχωρήσουν στην αραίωσή του είτε εγχώρια είτε σε κάποια τρίτη χώρα.
Παρά τις δυσκολίες, ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος, τονίζοντας ότι οι Ιρανοί διαπραγματεύονται με «καλή πίστη». Η προτεινόμενη συμφωνία, η οποία βασίζεται σε ένα προσχέδιο που συμφωνήθηκε σε επίπεδο αξιωματούχων, προβλέπει την παράταση της εύθραυστης εκεχειρίας (που ισχύει από τις 8 Απριλίου) για ακόμη 60 ημέρες.
Αυτό το χρονικό παράθυρο θεωρείται απαραίτητο προκειμένου να ξεκινήσουν τεχνικές συνομιλίες για το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος. Επιπλέον, η συμφωνία περιλαμβάνει την άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών από τις ΗΠΑ, την παροχή εξαιρέσεων από τις κυρώσεις για την επανέναρξη των πωλήσεων ιρανικού πετρελαίου, καθώς και την «ανεμπόδιστη» διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, με το Ιράν να αναλαμβάνει την υποχρέωση να απομακρύνει τις θαλάσσιες νάρκες εντός 30 ημερών.
Ωστόσο, η καχυποψία παραμένει διάχυτη. Το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο Tasnim διέψευσε την οριστικοποίηση της συμφωνίας, ενώ ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε «απόλυτο αποκύημα φαντασίας» ένα ανεπίσημο προσχέδιο 14 σημείων που δημοσίευσαν ιρανικά μέσα.
Ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, αρνήθηκε να επιβεβαιώσει το deal, ξεκαθαρίζοντας ότι η τελική απόφαση ανήκει αποκλειστικά στον Πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος εξετάζει την πρόταση. Η πίεση προς τον Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο είναι τεράστια, προερχόμενη τόσο από τους συμμάχους των κρατών του Κόλπου όσο και από το εσωτερικό του Κογκρέσου. Την ίδια στιγμή, το ενδεχόμενο επιστροφής στις πολεμικές επιχειρήσεις («Σχέδιο Β») παραμένει στο τραπέζι, καθώς οι δύο χώρες αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις της εκεχειρίας, με πρόσφατα εκατέρωθεν στρατιωτικά πλήγματα στην περιοχή.
Πτώση άνω του 1% για το πετρέλαιο
Οι διπλωματικές διεργασίες και οι προοπτικές σταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν άμεση και ισχυρή αντίδραση στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το πετρέλαιο κατέγραψαν πτώση άνω του 1%, οδηγούμενα στη μεγαλύτερη εβδομαδιαία υποχώρησή τους από τις αρχές Απριλίου. Συγκεκριμένα, το πετρέλαιο τύπου Brent υποχώρησε στα 92,67 δολάρια το βαρέλι (σημειώνοντας εβδομαδιαία βουτιά 10,5%), ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) διολίσθησε στα 87,64 δολάρια το βαρέλι (με εβδομαδιαίες απώλειες 9,2%).
Η αγορά προεξοφλεί ότι η επέκταση της εκεχειρίας και η πιθανή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ – από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – θα αποκαταστήσουν την ομαλότητα στο διεθνές εμπόριο καυσίμων.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι όσο διατηρείται το αφήγημα της ειρήνευσης, οι τιμές του αργού έχουν περιθώριο περαιτέρω υποχώρησης προς τα επίπεδα των 80 δολαρίων. Παράλληλα, βέβαια, επισημαίνουν ότι η ανάκαμψη της παραγωγής στην περιοχή θα είναι σταδιακή και όχι άμεση.
Η πολεμική σύρραξη προκάλεσε σημαντικές ζημιές στις υποδομές των διυλιστηρίων λόγω των επιθέσεων, ενώ πολλοί παραγωγοί είχαν διακόψει τη δραστηριότητά τους για να διαχειριστούν τους περιορισμούς αποθήκευσης, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται χρόνος για την πλήρη εξομάλυνση της προσφοράς.
