«Δύο άνδρες ανεβαίνουν σε ένα βουνό, αλλά μόνο ο ένας επιστρέφει. Ο άλλος έπεσε στο κενό και πέθανε. Αυτό το σενάριο από μόνο του εξάπτει τη φαντασία των οπαδών των αστυνομικών ιστοριών για εικασίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προστίθεται και το γεγονός ότι ο άνθρωπος που έχασε τη ζωή του ήταν ο πλουσιότερος άνδρας της Καταλονίας και ο επιζών είναι ο γιος του», με αυτόν τον τρόπο ξεκινά το άρθρο του Patrick Illinger στο sueddeutsche.de που φέρνει νέα στοιχεία για την πολύκροτη υπόθεση και συνεχίζει:
Ήταν αυτός ή δεν ήταν; Έσπρωξε στον θάνατο τον 71χρονο πατέρα του ο Τζόναθαν Άντιτς (Jonathan Andic), γιος του ιδρυτή της αλυσίδας μόδας Mango και πολυδισεκατομμυριούχου Ισάκ Άντιτς ; Γι’ αυτό συζητά ολόκληρη η Ισπανία, από τότε που ένας ανακριτής στην Ισπανία, πριν από σχεδόν τέσσερις εβδομάδες, διέταξε τη σύλληψη του γιου με την υποψία ότι σκότωσε τον πατέρα του. Η υπόθεση αφορά ένα ύποπτο αποτύπωμα ποδιού στον τόπο της πτώσης, μια διαθήκη, ένα χαμένο κινητό τηλέφωνο, οικογενειακές δυναμικές και αντιφατικές καταθέσεις. Αρκετό υλικό για να γεμίσει τις εφημερίδες και τα τηλεοπτικά talk shows.
Το σίγουρο είναι ότι πατέρας και γιος ξεκίνησαν μαζί στις 14 Δεκεμβρίου 2024 για να πεζοπορήσουν 40 χιλιόμετρα βόρεια της Βαρκελώνης προς το μοναστήρι Μονσεράτ (Montserrat), το οποίο βρίσκεται σε ένα ύψωμα. Εκεί πάνω οδηγεί ένα μονοπάτι πεζοπορίας με το όνομα Camí de les Feixades, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της τοπικής ομάδας διάσωσης βουνού, είναι εύκολα προσβάσιμο και δεν είχε οδηγήσει ποτέ σε ατύχημα στο παρελθόν.
Το μεσημέρι, ο Τζόναθαν Άντιτς κάλεσε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης 112 και ζήτησε βοήθεια με φωνή που πνιγόταν από τους λυγμούς. «Χρειάζομαι βοήθεια. Χρειάζομαι βοήθεια. Ο πατέρας μου έπεσε», φέρεται να δήλωσε σύμφωνα με ταυτόσημα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης. «Είμαστε στο Κολμπατό (Collbató). Ναι, έχει πέσει». Όταν ο υπάλληλος της γραμμής έκτακτης ανάγκης ρώτησε αν ο πατέρας έπεσε ή σκόνταψε, ο Τζόναθαν Άντιτς απάντησε κλαίγοντας: «Νομίζω ότι έπεσε σε μια χαράδρα, παρακαλώ στείλτε κάποιον, στείλτε ένα ασθενοφόρο, στείλτε κάποιον, παρακαλώ».
Η ανακρίτρια μιλά για «περίεργες συνθήκες»
Η εκδοχή που διηγήθηκε στη συνέχεια ο Τζόναθαν Άντιτς: Ο πατέρας του περπατούσε λίγα μέτρα πίσω του, ξαφνικά γλίστρησε και έπεσε στο κενό. Αυτή η εκδοχή φαινόταν αρχικά δύσκολο να καταρριφθεί, και οι έρευνες διακόπηκαν. Την άνοιξη του περασμένου έτους, ωστόσο, η αστυνομία ανακοίνωσε την επανέναρξη των ερευνών. Στις 19 Μαΐου του τρέχοντος έτους, ο Τζόναθαν συνελήφθη ξαφνικά στο σπίτι του και κατηγορήθηκε από ανακριτικό δικαστήριο για ανθρωποκτονία. Αφέθηκε μεν ελεύθερος με εγγύηση, αλλά δεν του επιτρέπεται να εγκαταλείψει την Ισπανία. Από την ανακριτική έκθεση του δικαστηρίου προκύπτει ότι υπάρχουν πράγματι επιβαρυντικές αντιφάσεις.
Σύμφωνα με αυτήν, ο Τζόναθαν είχε επισκεφθεί την περιοχή πεζοπορίας στο Μονσεράτ τρεις φορές την εβδομάδα πριν από τον θάνατο. Στην αστυνομία είχε ισχυριστεί ότι είχε πάει εκεί για τελευταία φορά δύο εβδομάδες πριν. Επιπλέον, η ανακρίτρια χαρακτηρίζει ως «περίεργες συνθήκες» το γεγονός ότι το κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε μαζί του ο Τζόναθαν κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, εξαφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που έγινε γνωστή η επανέναρξη των ερευνών. Υποτίθεται ότι το έχασε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο Εκουαδόρ. Όμως αποδείχθηκε: Στα εκεί δίκτυα κινητής τηλεφωνίας δεν εμφανίστηκε ποτέ. Και στη συσκευή που το αντικατέστησε, όλα τα παλιά δεδομένα και οι φωτογραφίες είχαν διαγραφεί.
Η ανακριτική έκθεση επικεντρώνεται επιπλέον σε ένα ιατροδικαστικό ίχνος στον τόπο του εγκλήματος: ένα αποτύπωμα ποδιού, το οποίο κατά την άποψη των εμπειρογνωμόνων της αστυνομίας είναι τόσο έντονο, που πρέπει να δημιουργήθηκε με πρόθεση και μέσω επανειλημμένου πατήματος στο ίδιο σημείο. Προσπάθησε άραγε ο Τζόναθαν Άντιτς με ερασιτεχνικό τρόπο να αφήσει ένα αποτύπωμα, που θα έκανε την κατάσταση να φαίνεται σαν να γλίστρησε εδώ ο πατέρας του;
Σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας, ο Ισάκ Άντιτς έπεσε στην πλαγιά με τα πόδια προς τα εμπρός, προτού πέσει πάνω από μια άκρη σε βάθος 90 μέτρων. Οι παλάμες των χεριών του παρέμειναν άθικτες, γεγονός που κατά την άποψη των ανακριτών αποκλείει μια τυχαία πτώση. Διότι όποιος σκοντάφτει, θα προσπαθούσε να στηριχτεί με τα χέρια του για να ανακόψει την πτώση.
Ως κίνητρο για την πιθανή πράξη, οι ανακριτές αναφέρουν ότι ο ιδρυτής της Mango είχε σκοπό το 2024 να αλλάξει τη διαθήκη του προς όφελος ενός κοινωφελούς ιδρύματος. Το ένταλμα σύλληψης κάνει λόγο για «εμμονή με το χρήμα» εκ μέρους του κατηγορούμενου γιου. Σύμφωνα με αυτό, ο γιος είχε απαιτήσει μέρος της κληρονομιάς εν ζωικότητα, κάτι που ο πατέρας τελικά αποδέχθηκε προκειμένου να διατηρήσει την επαφή με τον γιο του.
Ο δικηγόρος του Τζόναθαν Αντίκ, Cristóbal Martell, μάχεται στο μεταξύ κατά των επιβαρυντικών ενδείξεων, στις οποίες περιλαμβάνονται φήμες, όπως εκείνη σύμφωνα με την οποία οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιου δεν ήταν καλές. Ή εκείνη σύμφωνα με την οποία οι δυο τους δεν είχαν πεζοπορήσει ποτέ μαζί πριν από το ατύχημα. Σαν να πρέπει να παρουσιάσει αποδείξεις στην κοινή γνώμη όπως σε ένα δικαστήριο, η υπεράσπιση του Αντίκ δημοσιεύει υλικό. Φωτογραφίες για παράδειγμα. Μία, στην οποία ο Ισάκ και ο Τζόναθαν Αντίκ φαίνονται κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού σε έναν περίπατο. Άλλες προέρχονται από μια κάμερα ασφαλείας και δείχνουν πώς ο πατέρας Ισάκ Αντίκ τον Φεβρουάριο του 2024 σκοντάφτει μπροστά από ένα κτίριο στη Βαρκελώνη και χάνει την ισορροπία του.
Σύμφωνα με την εφημερίδα La Vanguardia, δύο γιατροί επιβεβαίωσαν βάσει αυτών των εικόνων ότι ο Ισάκ Αντίκ υπέφερε από μια νευροκινητική διαταραχή, η οποία του καθιστούσε αδύνατο να αντιδράσει με κινήσεις ανάσχεσης κατά την πτώση – ο λόγος για τον οποίο ο θανών δεν έφερε τραύματα στις παλάμες των χεριών. Και το ύποπτο αποτύπωμα ποδιού που αναφέρουν οι ανακριτές θα μπορούσε επίσης να έχει δημιουργηθεί ανεξάρτητα από το ατύχημα, λένε οι δικηγόροι του Τζόναθαν Αντίκ, καθώς η αστυνομία δεν απέκλεισε ποτέ το συγκεκριμένο σημείο.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης έφτασαν μάλιστα στο σημείο να ρίξουν από το Μονσεράτ μια κούκλα εξοπλισμένη με αισθητήρες και να τη βιντεοσκοπήσουν με drones. Αυτό σκοπό είχε να αποδείξει ότι τα τραύματα μπορούν αναμφίβολα να προέρχονται από μια απρόσεκτη πτώση. Σύμφωνα με αυτό, η κούκλα γλίστρησε για δέκα μέτρα πάνω σε μια κεκλιμένη επιφάνεια, προτού πέσει πάνω από μια άκρη σε βάθος 87,91 μέτρων στο κενό, χτυπώντας επανειλημμένα σε βράχια και προσκρούοντας τελικά στο έδαφος με ταχύτητα 153 χιλιομέτρων την ώρα.
Ο Τζόναθαν Αντίκ ισχυρίστηκε ότι η σχέση με τον πατέρα του ήταν χωρίς συγκρούσεις, κάτι που από την πλευρά των ανακριτικών αρχών καταρρίπτεται από μηνύματα στο Whatsapp. Σε αυτά φέρεται να έχει εκφράσει γραπτώς ότι νιώθει μίσος και κακία, ότι κάνει σκέψεις θανάτου και ότι θεωρεί τον πατέρα του υπεύθυνο για την κατάστασή του. Σε ένα μήνυμα φέρεται να έγραψε στον πατέρα του, πέντε μήνες πριν από τη θανατηφόρα πτώση: «Δεν με εκπλήσσει που πίστευες ότι θα μπορούσα να σε σκοτώσω». Αυτό προκύπτει από μια απάντηση της εισαγγελίας προς την υπεράσπιση με ημερομηνία 4 Ιουνίου, την οποία επικαλείται το ισπανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο EFE.
Δύο πεζοπόροι που συνάντησαν τον Αντίκ στον τόπο του ατυχήματος αναζητούνται ακόμη
Η φράση είναι βγαλμένη από το πλαίσιο, επιχειρηματολογεί η υπεράσπιση, καθώς εκείνη την εποχή πατέρας και γιος υποβάλλονταν σε μια οικογενειακή θεραπεία με στόχο τη συμφιλίωση.
Πριν από λίγες ημέρες έγινε επιπλέον γνωστό ένα σοβαρό λάθος της αστυνομίας κατά την έρευνα: Σχεδόν μισή ώρα μετά την πτώση του δισεκατομμυriούχου, δύο πεζοπόροι που κατέβαιναν το βουνό συνάντησαν τον Τζόναθαν Αντίκ στον τόπο του ατυχήματος. Ο συγκινησιακά φορτισμένος γιος έδωσε μάλιστα στους δύο το κινητό του τηλέφωνο για να επικοινωνήσουν με τις αρχές έκτακτης ανάγκης. Όμως όταν έφτασε η αστυνομία, δεν κατέγραψε τα στοιχεία των δύο πεζοπόρων.
Κατά τους περασμένους 17 μήνες, οι ανακριτές δεν κατάφεραν να τους εντοπίσουν για να τους εξετάσουν. Εκείνοι θα μπορούσαν, επιχειρηματολογεί η υπεράσπιση, να βεβαιώσουν το πόσο απελπισμένος ήταν ο νεαρός Αντίκ μπροστά στον θάνατο του πατέρα του.
Η μυστηριώδης υπόθεση, που παρέχει υλικό για αστυνομικές ιστορίες και θρίλερ, συζητείται αυτή τη στιγμή έντονα στην ισπανική κοινή γνώμη, στο κομμωτήριο, στις οικογενειακές συνομιλίες στο Whatsapp, στα τηλεοπτικά talk shows: Επιβαρυντικά και απαλλακτικά στοιχεία ανταλλάσσονται και αξιολογούνται, και γίνονται εικασίες για την οικογενειακή δυναμική των Αντίκ. Το τεκμήριο της αθωότητας (in dubio pro reo) μπορεί να ισχύει στη δικαστική αίθουσα. Έξω από αυτήν, πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη εκδώσει την ετυμηγορία τους.
Αυτή την προκατάληψη καταδικάζει ο αρθρογράφος Jordi Basté στην εφημερίδα La Vanguardia: «Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν κανένα από τα μέλη της οικογένειας, που δεν βρέθηκαν ποτέ στον τόπο του ατυχήματος, που δεν έχουν την παραμικρή περισσότερη ενημέρωση από τους τίτλους των ειδήσεων, διαμορφώνουν άποψη και ετυμηγορία: ένοχος». Ο Basté αναρωτιέται αν η σύγχρονη κοινωνία ελπίζει ενδεχομένως να επρόκειτο για έγκλημα. Απλά και μόνο επειδή ένα ατύχημα θα ήταν πολύ κοινότοπο για το κοινό που καταναλώνει αστυνομικές ιστορίες. Σαν να λαχταρούμε να κοιτάξουμε στα βάθη μιας δολοφονικής ψυχής.
