Τραμπ και Χαμενεΐ παρουσιάζουν σαν δική τους επιτυχία τη συμφωνία: Οι δηλώσεις των δύο ηγετών

Νίκη για το Ιράν... νίκη και για τις ΗΠΑ η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, ενώ την ίδια στιγμή προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτερικό

Ντόναλντ Τραμπ, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ © EPA, Powergame

Ντόναλντ Τραμπ και Μοτζτάμπα Χαμενεΐ επιδίδονται σε έναν άτυπο διαγωνισμό ώστε να εμφανίσουν τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν ως πολιτική επιτυχία και νίκη, μετά την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης που προβλέπει τερματισμό των εχθροπραξιών και έναρξη διαπραγματεύσεων για οριστική διευθέτηση.

Μετά τις υπογραφές και την εξομάλυνση της κατάστασης στον Περσικό, σειρά έχει ο πόλεμος προπαγάνδας και των εντυπώσεων για το εσωτερικό ακροατήριο, με τον ανώτατο ηγέτη της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, να δηλώνει ότι ενέκρινε το μνημόνιο συνεννόησης (MoU) μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, παρότι είχε διαφορετική άποψη, αφού έλαβε διαβεβαιώσεις από τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν κι άλλους κορυφαίους αξιωματούχους για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Ιράν και του Μετώπου της Αντίστασης.

Σε μήνυμα που απηύθυνε προς τον ιρανικό λαό, ο αγιατολάχ Χαμενεΐ τόνισε πως ο πρόεδρος Πεζεσκιάν, ως επικεφαλής του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ανέλαβε την ευθύνη να εξασφαλίσει πως με τη συμφωνία διασφαλίζονται τα συμφέροντα του Ιράν, ενώ δεσμεύτηκε πως δεν θα υποκύψει σε περίπτωση που η Ουάσινγκτον εγείρει υπερβολικές αξιώσεις.

Διευκρίνισε πάντως πως οι μελλοντικές «πρόσωπο με πρόσωπο» διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ δεν συνεπάγονται αποδοχή των θέσεων του εχθρού.

Πανηγυρίζει και ο Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σήμερα ότι η συμφωνία με το Ιράν, την οποία οι αντίπαλοί του θεωρούν υπερβολικά ευνοϊκή για την Τεχεράνη, είναι μια “νίκη” για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

“Δεν υπάρχει πληρωμή 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Ιράν από τις ΗΠΑ. Αυτές είναι ψευδείς πληροφορίες! Το μόνο που βρίσκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτό είναι επιτυχία, τις τιμές του πετρελαίου σε πτώση και μια νίκη. Κοιτάξτε τη χρηματιστηριακή αγορά”, έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος στο Truth Social, το δικό του μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Ο διεθνής αντίκτυπος της συμφωνίας

Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η πρώτη που υπέγραψαν ένας Αμερικανός και ένας Ιρανός πρόεδρος μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, χαιρετίζεται από τους υποστηρικτές της ως η συμφωνία του αιώνα.

Αλλά για τους αντιπάλους της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή -από το Ισραήλ μέχρι τις χώρες του Κόλπου και ορισμένα κόμματα στον Λίβανο- μοιάζει περισσότερο με την κατάρα του αιώνα: μια συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα Ιράν πιο ασφαλές, νομιμοποιημένο και, εντέλει, με μεγαλύτερη επιρροή.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Ιρανός ομόλογός του Μασούντ Πεζεσκιάν υπέγραψαν την Τετάρτη αυτό το πρωτόκολλο, τερματίζοντας τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου. Ο Τραμπ επέλεξε να το υπογράψει στις Βερσαλλίες, στο περιθώριο της συνόδου της G7 – ένα σκηνικό που θεωρήθηκε συμβολικό για την αναδιαμόρφωση της διεθνούς τάξης μετά τη σύρραξη.

Το πρωτόκολλο των 14 σημείων παρατείνει την κατάπαυση του πυρός (συμπεριλαμβάνεται και ο Λίβανος) για 60 ημέρες, ώστε να δοθεί χρόνος και χώρος για διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν σε μια μόνιμη διευθέτηση και θα αντιμετωπίσουν ζητήματα όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

«Για την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, είναι μια μεγάλη ευκαιρία – η συμφωνία του αιώνα, από την οποία δεν υπάρχει πισωγύρισμα» είπε ο Λιβανέζος σχολιαστής Σαρκίς Ναούμ. «Η πιθανότητα επιτυχίας υπερέχει του κινδύνου αποτυχίας. Το Ιράν δεν μπορεί να αντέξει περαιτέρω οικονομική τιμωρία μέσω κυρώσεων και ο Τραμπ δεν έχει κίνητρο να ξεκινήσει έναν νέο πόλεμο».

Στους ηττημένους του Ισαρήλ

Ο Ισραηλινός αναλυτής Ντάνι Σιτρίνοβιτς περιέγραψε τη συμφωνία ως στρατηγική «καταστροφή». Αυτό που είχε ξεκινήσει ως μια κοινή, αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία για την αποδυνάμωση ή ακόμη και την ανατροπή του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, μετατράπηκε, κατά την άποψή του, σε αναγνώριση του Ιράν από τις ΗΠΑ.

«Πήγαμε να ανατρέψουμε το καθεστώς με τη στήριξη των ΗΠΑ και καταλήξαμε με την Ουάσινγκτον να νομιμοποιεί και να ενισχύει αυτό το ίδιο καθεστώς που θέλαμε να ρίξουμε», είπε ο Σιτρίνοβιτς, που είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ.

Η συμφωνία δεν ικανοποιεί κανένα από τα βασικά αιτήματα του Ισραήλ: δεν προβλέπει περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ή στους πληρεξουσίους του και δεν περιλαμβάνει κανένα σαφές πλάνο για τη διάλυση των πυρηνικών εγκαταστάσεών του. Ακόμη και η εκστρατεία του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο περιορίζεται από το πλαίσιο της συμφωνίας που επιβλήθηκε κατ’ απαίτηση της Τεχεράνης.

Οι επιπτώσεις είναι πολιτικές και στρατηγικές. Η συμφωνία υπονομεύει το αφήγημα του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου για το Ιράν και εκθέτει τα όρια της επιρροής του σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που θεωρούνταν μέχρι τώρα ευθυγραμμισμένος με το Ισραήλ.

Ο Σιτρίνοβιτς είπε ότι το Ιράν κέρδισε χώρο για ελιγμούς και με τη συμφωνία μπορεί να εδραιώσει τη θέση του, βαθαίνοντας παράλληλα την απομόνωση του Ισραήλ. «Όλα είναι άσχημα. Και θα χειροτερεύσουν», προέβλεψε.

Εάν η συμφωνία αντέξει, το Ιράν φαίνεται να εξασφαλίζει το ισχυρότερο αποτέλεσμα: τον τερματισμό του πολέμου, σταδιακή άρση των κυρώσεων, ανανέωση των εξαγωγών πετρελαίου και την προοπτική τεράστιων κονδυλίων για ανοικοδόμηση – παράλληλα με την έμμεση αποδοχή του πολιτικού του συστήματος.

H Ουάσινγκτον, αντίθετα, δεν κατάφερε να πετύχει τους στόχους που μοιραζόταν με το Ισραήλ: να ανατρέψει το θρησκευτικό καθεστώς, να διαλύσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και να περιορίσει την επιρροή του στην περιοχή. Αντί να αναδιαμορφώσει τη θέση του Ιράν, η συμφωνία την αποκαθιστά.

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, σκοτώνοντας, την πρώτη ημέρα, τον 86χρονο ανώτατο ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη του καθεστώτος. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε, προκαλώντας τον θάνατο περισσότερων από 7.000 ανθρώπων, κυρίως στο Ιράν και τον Λίβανο, ενώ παράλληλα οδήγησε σε αύξηση των τιμών της ενέργειας και ενέτεινε τους φόβους για επισιτιστική κρίση στα αναπτυσσόμενα κράτη.