H συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν και πώς ο Νετανιάχου έμεινε απ΄ έξω

Το Ιράν ίσως κατάφερε τελικά να ανατρέψει τους συσχετισμούς και να γυρίσει το παιχνίδι εις βάρος του Ισραήλ

Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου © EPA/WILL OLIVER

Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν αποτελεί απλώς το τέλος μιας πολεμικής αναμέτρησης, αλλά μια βαθιά στρατηγική ανατροπή που αφήνει εκτεθειμένο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και ενδεχομένως αλλάζει δεκαετίες ισραηλινής πολιτικής απέναντι στην Τεχεράνη.

Η σιωπή του Νετανιάχου μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας ήταν από μόνη της αποκαλυπτική. Ένας πολιτικός που έχει οικοδομήσει την κυριαρχία του στην ισραηλινή πολιτική σκηνή επί σχεδόν δύο δεκαετίες, απέφυγε οποιαδήποτε δήλωση για περισσότερες από 24 ώρες.

Την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραφε στις Βερσαλλίες τη μεταβατική συμφωνία με την Τεχεράνη, η οποία περιλάμβανε και πρόνοιες για τον τερματισμό των συγκρούσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ, καθώς και την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον Λίβανο στο πλαίσιο μιας οριστικής διευθέτησης, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός περιορίστηκε να παρατηρήσει ότι «Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ δεν συμφωνούν πάντοτε».

Στη συνέχεια δόθηκαν και δίνονται αφορμές για συνέχιση των εχθροπραξιών στο Λίβανο, κάτι αναμενόμενο.

Η αντίδραση του Νετανιάχου

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν αποδέχθηκε πλήρως το πνεύμα της συμφωνίας. Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν δεσμεύεται από τις διευθετήσεις που αφορούν τον Λίβανο και ξεκαθάρισε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα παραμείνουν στη λεγόμενη «ζώνη ασφαλείας» στον νότιο Λίβανο «για όσο χρειαστεί».

Μετά τον θάνατο τεσσάρων Ισραηλινών στρατιωτών, έδωσε εντολή για μαζικά πλήγματα κατά της Χεζμπολάχ, δηλώνοντας ότι το Ισραήλ δεν θα ανεχθεί επιθέσεις εναντίον των στρατευμάτων του.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον και το Κατάρ μεσολάβησαν για νέα εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, ο Νετανιάχου την ενέκρινε και ο ισραηλινός στρατός έλαβε εντολή να σταματήσει επιχειρήσεις βόρεια της «κίτρινης γραμμής», διατηρώντας όμως τις δυνάμεις του στις περιοχές που ήδη κατέχει. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μετά την έναρξη της εκεχειρίας καταγράφηκαν ισραηλινές επιδρομές και αλληλοκατηγορίες για παραβιάσεις.

Η συμφωνία είναι στην ουσία μια στρατηγική ήττα για το Ισραήλ, ίσως τη σοβαρότερη μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Αν και η πρόσφατη σύγκρουση με το Ιράν δεν είχε το ανθρώπινο κόστος εκείνης της επίθεσης, ο Νετανιάχου είχε επενδύσει σχεδόν όλο το πολιτικό του κεφάλαιο στην πολεμική επιλογή απέναντι στην Τεχεράνη και πλέον βλέπει τις πιθανότητές του στις επόμενες εκλογές να υποχωρούν.

Η προσέγγισή του απέναντι στην ασφάλεια του Ισραήλ χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από μια κάθετη και απόλυτη στρατηγική, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει χώρος για διαπραγματεύσεις με τους αντιπάλους του εβραϊκού κράτους, παρά μόνο για την εξουδετέρωσή τους.

Η ανθεκτικότητα της Τεχεράνης

Στο επίκεντρο αυτής της αντίληψης βρισκόταν το Ιράν, μια χώρα με ιστορική συνέχεια χιλιάδων ετών, μεγάλη γεωπολιτική βαρύτητα, σημαντικούς φυσικούς πόρους, επιστημονική βάση και εκπαιδευμένη ελίτ. Παρά τις ισραηλινές προσπάθειες δολιοφθοράς και τις δολοφονίες Ιρανών επιστημόνων, η Τεχεράνη προχώρησε όσο καμία άλλη περιφερειακή δύναμη στην επιδίωξη απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Η εχθρότητα του Ιράν απέναντι στο Ισραήλ υπήρξε σταθερή, ενώ οι δύο πλευρές διατηρούσαν μια ιδιότυπη σχέση αμοιβαίας ιδεολογικής εξάρτησης. Όπως ο Νετανιάχου χρειαζόταν το Ιράν για να δικαιολογεί τις πολιτικές του, έτσι και το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης χρησιμοποιούσε το Ισραήλ ως τον βασικό εξωτερικό εχθρό που νομιμοποιούσε την εξουσία του.

Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου παρουσιάζονταν από τον Νετανιάχου ως η κορύφωση ολόκληρης της πολιτικής του πορείας. Παράλληλα, επιβεβαίωναν τον βασικό ισχυρισμό που προέβαλλε επί χρόνια, ότι μόνο ο ίδιος μπορούσε να εξασφαλίσει την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη για την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ

Καθοριστικός σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια αποδείχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο ηγέτες μοιράζονταν μια αντίληψη που έδινε έμφαση στη στρατιωτική ισχύ και υποτιμούσε τις ιστορικές και πολιτικές πολυπλοκότητες. Έτσι, ο Αμερικανός πρόεδρος πείστηκε ότι ορισμένες αεροπορικές επιθέσεις και η εξόντωση της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάρρευση του καθεστώτος.

Ωστόσο, είτε λόγω εσφαλμένων εκτιμήσεων είτε επειδή αποκρύφθηκαν κρίσιμες πληροφορίες από την Ουάσιγκτον, το σχέδιο αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκο. Ο Νετανιάχου κατάφερε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο, χωρίς όμως να διαθέτει σχέδιο για το ενδεχόμενο αποτυχίας.

Όταν άλλαξε η πολιτική εκτίμηση του Τραμπ, η πρωτοβουλία πέρασε αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον. Παρά τις συνεχείς πιέσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού για συνέχιση των επιχειρήσεων, ο Λευκός Οίκος κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και ξεκίνησε απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά και η δημιουργία ενός νέου μηχανισμού αποτροπής απέναντι σε μελλοντικές επιθέσεις.

Για δεκαετίες, το Ιράν στηριζόταν σε οργανώσεις και ένοπλες ομάδες-συμμάχους, από τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς μέχρι τις σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τους Χούθι στην Υεμένη, ώστε να πιέζει το Ισραήλ χωρίς να εκτίθεται άμεσα. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, ο Νετανιάχου επιδίωξε να διαλύσει ολόκληρο αυτό το δίκτυο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις όμως προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές στον αραβικό κόσμο, αποξένωσαν παραδοσιακούς συμμάχους του Ισραήλ και ενίσχυσαν τη διεθνή απομόνωσή του.

Η Τεχεράνη αλλάζει στρατηγική πλήττοντας γειτονικές αραβικές χώρες

Παρά ταύτα, το Τελ Αβίβ θεωρούσε ότι είχε πετύχει τον βασικό του στόχο, να βγάλει το Ιράν από τη σκιά των συμμάχων του και να το καταστήσει ευάλωτο. Όμως η Τεχεράνη απάντησε με μια νέα στρατηγική. Αντί να πλήττει αποκλειστικά το Ισραήλ, επέκτεινε τις επιθέσεις της προς τις αραβικές γειτονικές χώρες και προχώρησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής.

Η στρατηγική αυτή είχε διπλό στόχο. Από τη μία να αποδυναμώσει την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της ασφάλειας των αραβικών κρατών και από την άλλη να καταστήσει κάθε νέα ισραηλινή επίθεση απειλή για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Έτσι, ακόμη και αν οι παλαιοί πληρεξούσιοι του Ιράν έχουν αποδυναμωθεί, οι αραβικές κυβερνήσεις θα λειτουργούν πλέον έμμεσα ως παράγοντας αποτροπής απέναντι στο Ισραήλ.

Διαφωνίες ΗΠΑ – Ισραήλ

Η συμφωνία με τις ΗΠΑ περιλαμβάνει επίσης μια έμμεση αμερικανική αναγνώριση του ρόλου του Ιράν ως προστάτη της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Παρά τις αντιρρήσεις του Νετανιάχου, ο Τραμπ παραδέχθηκε δημόσια ότι υπάρχουν διαφωνίες με το Ισραήλ για το λιβανικό μέτωπο, καλώντας μάλιστα τον Ισραηλινό πρωθυπουργό να επιδείξει μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η μεταστροφή της στάσης του Αμερικανού προέδρου απέναντι στην Τεχεράνη. Ενώ προηγουμένως χαρακτήριζε τους Ιρανούς ηγέτες «βάρβαρους», τώρα εμφανίζεται να τους περιγράφει ως ισχυρούς, έξυπνους και λογικούς συνομιλητές που ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη της χώρας τους.

Κίνδυνος για Νετανιάχου στις εκλογές

Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η αποτυχία αυτή προκαλεί έντονους πολιτικούς κραδασμούς. Ο Νετανιάχου είχε σχεδιάσει να παρουσιάσει μια μεγάλη νίκη απέναντι στο Ιράν ως κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής του εκστρατείας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Γάζα παραμένει βυθισμένη στην καταστροφή, η Χαμάς εξακολουθεί να επιβιώνει, η Χεζμπολάχ συνεχίζει τις επιχειρήσεις της και ο ισραηλινός στρατός παραμένει εγκλωβισμένος στον Λίβανο.

Την ίδια στιγμή, το Ιράν όχι μόνο διατηρείται όρθιο, αλλά διαπραγματεύεται απευθείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες όρους που θεωρούνται ευνοϊκότεροι από εκείνους που ο Νετανιάχου και ο Τραμπ είχαν καταγγείλει στο παρελθόν επί προεδρίας Ομπάμα.

Έντονη κριτική και αντιπολίτευση στο Ισραήλ

Η κριτική στο εσωτερικό του Ισραήλ εντείνεται. Ο Γιαΐρ Λαπίντ έκανε λόγο για μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην ιστορία της ισραηλινής ασφάλειας, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ υποστήριξε ότι το Ιράν βγήκε ισχυρότερο και το Ισραήλ ασθενέστερο, αποδίδοντας προσωπικά την ευθύνη στον Νετανιάχου.

Ακόμη και στελέχη της άκρας δεξιάς απαιτούν πιο επιθετική στάση, ενώ παραδοσιακοί υποστηρικτές του Ισραηλινού πρωθυπουργού στα μέσα ενημέρωσης στρέφονται πλέον ανοιχτά κατά του Ντόναλντ Τραμπ.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι ότι ο Νετανιάχου έχει αποξενωθεί από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας και κινδυνεύει να υπονομεύσει τις σχέσεις του με τον σημαντικότερο σύμμαχο του Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εάν αποδειχθεί για τη Δύση αποτυχημένος ο πόλεμος με το Ιράν, αυτό ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής και για την αμερικανική πολιτική.

Η στενή σύνδεση της αμερικανικής στρατηγικής με τις ιδιαίτερες και συχνά εμμονικές προτεραιότητες ασφαλείας του Ισραήλ αποδείχθηκε μια επιλογή που οδήγησε σε στρατηγικό αδιέξοδο, με το Ιράν να καταφέρνει τελικά να ανατρέψει τους συσχετισμούς και να γυρίσει – προς το παρόν – το παιχνίδι εις βάρος του Ισραήλ.