Το κοινό ευρωπαϊκό “ασφαλές καταφύγιο” παραμένει εκτός ορίζοντα

H αιτία είναι τα υψηλά εθνικά χρέη

Ευρωπαϊκή Ένωση © Unsplash

Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Friedrich Merz, ταξίδεψε στο Δουβλίνο στις 28 Ιουλίου μόνο και μόνο για να παραδώσει προσωπικά ένα μήνυμα τεσσάρων γραμμάτων: «Nein». Ο παραλήπτης, ο Micheál Martin, ο Ιρλανδός ομόλογός του, ανέλαβε την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αρχές του μήνα, ενώ πρέπει να καταρτιστεί ο νέος επταετής προϋπολογισμός της ΕΕ. Ο κ. Merz, ο οποίος αντιμετωπίζει εσωτερικές πιέσεις, εν μέρει λόγω των περικοπών δαπανών και των αυξήσεων φόρων, επέμεινε ότι η τρέχουσα πρόταση, ύψους περίπου 1,7 τρισ. ευρώ (2 τρισ. δολάρια), είναι απαράδεκτη. «Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο προϋπολογισμού που να περιλαμβάνει οριζόντιες περικοπές — της τάξης των αρκετών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ».

Οι περικοπές πρέπει να είναι ακόμα μεγαλύτερες αν η ΕΕ πρέπει επίσης να αρχίσει να αποπληρώνει το χρέος της. Η Ένωση έχει εκδώσει στο παρελθόν ομόλογα ύψους 840 δισ. ευρώ (που αντιστοιχούν στο 4,5% περίπου του ΑΕΠ), κυρίως για να στηρίξει το ταμείο ανάκαμψης μετά την πανδημία (βλ. διάγραμμα). Η εξυπηρέτηση και η αποπληρωμή αυτού του χρέους θα απορροφήσουν περίπου 168 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ήθελε να προσθέσει επιπλέον χρέος, πέραν αυτού που έχει ήδη προγραμματιστεί για το πρόγραμμα αμυντικών δανείων και 90 δισ. ευρώ σε βοήθεια προς την Ουκρανία. Επιθυμεί ένα χρηματοδοτούμενο από χρέος εργαλείο, αξίας άνω των 300 δισ. ευρώ, για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων κρίσεων. Ίσως ο κ. Merz θα έπρεπε να εξετάσει τη θετική πλευρά του εγχειρήματος. Μια ΕΕ που χρηματοδοτείται περισσότερο από το χρέος θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία μιας ακμάζουσας αγοράς ευρωπαϊκών ομολόγων αντί εθνικών.

Μέχρι στιγμής, τα ομόλογα της ΕΕ διαπραγματεύονται με έκπτωση σε σχέση με τα αντίστοιχα γερμανικά ομόλογα, το σημείο αναφοράς της ηπειρωτικής Ευρώπης: οι αποδόσεις είναι περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερες. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η ΕΕ δεν διαθέτει εξουσίες είσπραξης φόρων και, σε περίπτωση κρίσης, η Γερμανία θα εξυπηρετούσε σίγουρα πρώτα τα δικά της χρέη. Επίσης, το χρέος της ΕΕ δεν είναι μόνιμο. Υποτίθεται ότι πρέπει να αποπληρωθεί και όχι να αναχρηματοδοτηθεί. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους παραλείπεται από τους δείκτες κρατικών ομολόγων — κάτι που, σύμφωνα με ένα στέλεχος εταιρείας παροχής δεικτών, είναι απίθανο να αλλάξει. «Χρειάζεται επίσης αντιστάθμιση για τη χαμηλότερη ρευστότητα», προσθέτει ο Konstantin Veit της Pimco, εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σταθερού εισοδήματος. Μια ρευστή αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για το χρέος της ΕΕ, για παράδειγμα, θα καθιστούσε φθηνότερη την αντιστάθμιση κινδύνου. Η σημερινή αγορά παραγώγων είναι πολύ περιορισμένη.

Ακόμα και τα νέα προγράμματα της ΕΕ που χρηματοδοτούνται με χρέος είναι πιθανό να είναι πολύ μικρά για να καταστήσουν την αγορά του χρέους της ΕΕ επαρκώς μεγάλη και μόνιμη. Μια πιθανή λύση είναι η μετατροπή του υπάρχοντος εθνικού χρέους σε ευρωπαϊκό. Ο Olivier Blanchard, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, και ο Ángel Ubide της Citadel, ενός hedge fund, υποστηρίζουν ότι οι χώρες θα πρέπει να εκδώσουν μέσω της ΕΕ χρέος αξίας 25% του ΑΕΠ, ως ομόλογα προτεραιότητας («μπλε» ομόλογα). Η Ισπανία πρότεινε πρόσφατα στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ μια παραλλαγή αυτής της ιδέας.

Μια άλλη ιδέα είναι η από κοινού έκδοση όλων των κρατικών γραμματίων —βραχυπρόθεσμων κρατικών ομολόγων με διάρκεια έως ένα έτος— μέσω της ΕΕ. Δεδομένου ότι τα κρατικά γραμμάτια σπάνια περιλαμβάνονται στις αναδιαρθρώσεις χρέους, αποτελούν στην ουσία χρέος προτεραιότητας. Ωστόσο, το πρόβλημα και με τις δύο προτάσεις είναι ότι δημιουργούν ορισμένες κοινές υποχρεώσεις: ποιος θα πληρώσει αν τα πράγματα πάνε στραβά; «Αν αμοιβαιοποιήσεις το χρέος χωρίς δημοσιονομική και πολιτική ένωση, πρόκειται απλώς για άλμα πίστης», λέει ανώτερος αξιωματούχος της Επιτροπής.

Οι χώρες με χαμηλό χρέος θα πρέπει να εμπιστευτούν εκείνες με υψηλό. Σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, ο συνολικός δείκτης χρέους προς ΑΕΠ της ευρωζώνης, που ανέρχεται στο 90%, φαίνεται διαχειρίσιμος. Ο αντίστοιχος δείκτης των ΗΠΑ υπερβαίνει το 120%, ενώ αυτός της Κίνας έχει αυξηθεί ραγδαία στο 100%. Ωστόσο, ορισμένες χώρες της ΕΕ, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, παρουσιάζουν δείκτες άνω του 100%. Και ο αναμενόμενος ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης της Ευρώπης, περίπου 3,5% —στην καλύτερη περίπτωση 1,4% σε πραγματικούς όρους, συν 2% πληθωρισμό, σύμφωνα με το ΔΝΤ— είναι ισοδύναμος με το τρέχον μακροπρόθεσμο επιτόκιο της. Αυτό σημαίνει ότι οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ δεν θα μειωθούν χωρίς πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα (δηλαδή, πριν από τις πληρωμές τόκων).

Η τράπεζα Morgan Stanley εκτιμά ότι, έως το 2040, το κόστος των τόκων, η γήρανση του πληθυσμού και οι αμυντικές ανάγκες θα προσθέσουν 3-5% του ΑΕΠ στις δημόσιες δαπάνες. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, το κύριο ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, εκτιμά  ότι για να τεθεί ο δείκτης χρέους σε καθοδική πορεία έως το 2035, τα ελλείμματα, την επόμενη δεκαετία, πρέπει να μειωθούν κατά 4-9% του ΑΕΠ. Ακόμα και η Γερμανία, που συνήθως αποτελεί πρότυπο ορθολογισμού, δεν είναι σίγουρη για το πώς θα καλύψει τα δημοσιονομικά κενά μετά το 2028.

Όλα αυτά, προς το παρόν, καθιστούν τις τολμηρές προτάσεις για κοινό χρέος της ΕΕ εκτός τόπου και χρόνου. Το χρέος της ΕΕ θα παραμείνει περιορισμένο και συνδεδεμένο με κοινά προγράμματα δαπανών, όπως αυτό για την Ουκρανία. Η βαθύτερη ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η ενίσχυση της διεθνούς θέσης του ευρώ θα πρέπει να πραγματοποιηθούν χωρίς ένα κοινό ευρωπαϊκό ομόλογο αναφοράς. Και μην βασίζεστε στο ότι το γερμανικό χρέος θα αποτελεί για πάντα το υποκατάστατο. «Υπάρχει ένα εύλογο σενάριο», λέει ένας επενδυτής, «στο οποίο η Ισπανία, σε μια δεκαετία από τώρα, θα καταλήξει να είναι πιο σταθερή από τη Γερμανία».

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com