Οι ιδιωτικές λέσχες του Λονδίνου πολλαπλασιάζονται

Όμως η δημιουργία μιας πραγματικής κοινότητας αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται

Κατοικίες στο Λονδίνο © Pixabay

Ένα ζεστό απόγευμα στο Fulham Pier, στο δυτικό Λονδίνο, ο Τάμεσης λαμπυρίζει στον ήλιο, ενώ τα μέλη της ιδιωτικής λέσχης Lighthouse Social κινούνται ανάμεσα σε καφέδες, επαγγελματικές συναντήσεις και ποτήρια Aperol Spritz στη βεράντα. Η εικόνα της απόλυτης χαλάρωσης μόνο τυχαία δεν είναι. Πριν ανοίξει τις πόρτες της, είχε προηγηθεί μεγάλη προσπάθεια ώστε να επιτευχθεί η σωστή ισορροπία ανθρώπων και χώρου.  «Είναι σαν τους ψιθύρους του καπνού», λέει ο Glen Sutton, διευθυντής του Fulham Pier. «Δεν μπορείς να εξηγήσεις τι είναι αυτό που κάνει μια λέσχη πραγματική λέσχη. Το καταλαβαίνεις όμως αμέσως όταν βρεθείς σε μία που δεν λειτουργεί».

Το Λονδίνο υπήρξε ανέκαθεν πόλη των λεσχών. Από τον 18ο αιώνα, οι επιβλητικές λέσχες του St James’s λειτουργούσαν ως δεύτερο σπίτι για αριστοκράτες και πολιτικούς. Αργότερα εμφανίστηκαν οι λεγόμενες «αντι-λέσχες». Η Groucho, που άνοιξε το 1985, προσέλκυσε μια θορυβώδη δημιουργική ελίτ, ενώ μία δεκαετία αργότερα ακολούθησε η Soho House, με παρόμοιο κοινό-στόχο. Όμως, και οι δύο, κατέληξαν να γεμίσουν τραπεζίτες. Η ξέφρενη ατμόσφαιρα περιορίστηκε, αλλά τα έσοδα αυξήθηκαν.

Σήμερα οι ιδιωτικές λέσχες του Λονδίνου γνωρίζουν νέα άνθηση, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διεθνούς τάσης. Έκθεση της εταιρείας συμβούλων ακινήτων Knight Frank το 2024 κατέγραψε επιτάχυνση στο άνοιγμα νέων λεσχών σε Ευρώπη και Αμερική. Σύμφωνα με τον Seth Thévoz, ιστορικό που ασχολείται με την κουλτούρας των λεσχών, πλέον, η βρετανική πρωτεύουσα διαθέτει περισσότερες από 130 ιδιωτικές λέσχες –χωρίς να υπολογίζονται όσες λειτουργούν κυρίως ως γυμναστήρια ή αθλητικοί σύλλογοι– περίπου διπλάσιες από όσες υπήρχαν το 1985. Σε μια πόλη όπου η εργασία και η κοινωνική ζωή συνδέονται όλο και λιγότερο με το γραφείο, οι λέσχες προσφέρουν έναν χώρο όπου κάποιος μπορεί να περνά χρόνο –και να ξοδεύει χρήμα– όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Ο Jamie Caring, σύμβουλος δημιουργίας ιδιωτικών λεσχών, αναφέρει ότι περίπου τα τρία τέταρτα των ενδιαφερομένων που τον προσεγγίζουν για νέα εγχειρήματα ζητούν πλέον να ενσωματώνεται και στοιχείο της ευεξίας. Πολλές από τις νέες λέσχες αποτελούν προέκταση ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων – εστιατορίων, ξενοδοχείων ή χώρων συνεργασίας – στις οποίες προστίθενται τα χαρακτηριστικά μιας ιδιωτικής λέσχης. Το Lighthouse Social, για παράδειγμα, αποτελεί μέρος της ευρύτερης ανάπλασης γύρω από τη νέα εξέδρα Riverside του γηπέδου της Fulham FC, με στόχο η περιοχή να διατηρείται ζωντανή και πέρα από τις ημέρες των αγώνων.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι Λονδρέζοι πέρασαν περισσότερο χρόνο στις γειτονιές τους και πολλοί διατήρησαν αυτή τη συνήθεια. «Οι άνθρωποι έχουν πλέον πολύ ισχυρότερο δεσμό με τη γειτονιά τους», λέει ο κ. Sutton. Τα περισσότερα μέλη της λέσχης του φτάνουν με τα πόδια από τους γύρω δρόμους. Οι οικογένειες είναι ευπρόσδεκτες, ενώ στις εγκαταστάσεις υπάρχει και βρεφονηπιακός σταθμός. Η μικρή κλίμακα αποτελεί συνειδητή επιλογή. Αν η ανάπτυξη ξεφύγει, υποστηρίζει, ο χώρος κινδυνεύει να μετατραπεί σε «χώρο υποδοχής αεροδρομίου», χωρίς την πραγματική αίσθηση την κοινότητας.

Στον αντίποδα βρίσκεται το Pembroke. Η νέα λέσχη αναμένεται να ανοίξει αργότερα μέσα στη χρονιά σε πρώην κατοικία Βρετανού πρωθυπουργού με θέα στους κήπους του Buckingham Palace και φιλοδοξεί να εντυπωσιάσει με το μέγεθός της. Με τη στήριξη της Oman Investment Authority, θα διαθέτει πολλαπλά εστιατόρια, χώρους υποδοχής και ένα νυχτερινό μπαρ με ηχοσύστημα αξίας 1 εκατ. λιρών (1,3 εκατ. δολαρίων) και κονσόλα DJ σκαλισμένη από ιταλικό μάρμαρο. Αγγελία στο περιοδικό Country Life για θέση «σομελιέ βουτύρου», που απαιτούσε «εγκυκλοπαιδική γνώση του τοστ», δημοσιεύθηκε αρχικά ως αστείο. Ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός αιτήσεων οδήγησε τελικά στη δημιουργία πραγματικής θέσης εργασίας. Η ετήσια συνδρομή ανέρχεται στις 3.250 λίρες, ενώ η ισόβια ιδιότητα μέλους κοστίζει 60.000 λίρες. Η λέσχη αναφέρει ότι έχει ήδη διαθέσει περισσότερες από δέκα ισόβιες συνδρομές, οι οποίες συνοδεύονται με προνόμια όπως η αποκλειστική χρήση μίας από τις 55 τουαλέτες του κτιρίου – της αποκαλούμενης «life loo».

Το Pembroke βρίσκεται ανάμεσα σε πρεσβείες και πολυτελείς κατοικίες στο Belgravia. Ωστόσο, ο διευθυντής του, Will Woodhams, όπως και ο ομόλογός του στο Fulham, επιμένει ότι στοχεύει κυρίως στους κατοίκους της περιοχής. Καθώς μέρος του διεθνούς πλούτου που συντηρούσε παραδοσιακά τις λέσχες του Mayfair έχει περιοριστεί, οι νέες λέσχες στρέφονται όλο και περισσότερο στους Λονδρέζους που παραμένουν στην πόλη. Πολλοί θα χρησιμοποιούν το Pembroke και ως χώρο εργασίας. Ο κ. Woodhams αστειεύεται ότι θα σερβίρει ένα μικρό martini σε όποιον κλείνει τον φορητό υπολογιστή του πριν από τις τέσσερις το απόγευμα.

Ένα τρίτο μοντέλο είναι εκείνο των επεκτάσιμων ιδιωτικών λεσχών. Αρκετές ιδέες που γεννήθηκαν στο Λονδίνο εξαπλώνονται πλέον στο εξωτερικό, ιδίως στη Νέα Υόρκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 67 Pall Mall, μια λέσχη αφιερωμένη στο κρασί που ιδρύθηκε στο St James’s το 2015 και σήμερα διαθέτει ήδη τρεις εγκαταστάσεις στο εξωτερικό, ενώ σχεδιάζει και νέες. Αυτές οι λέσχες δεν συνδέονται με μια συγκεκριμένη γειτονιά, αλλά προσφέρουν την ίδια γνώριμη εμπειρία σε διαφορετικές πόλεις. Το πρότυπο παραμένει η Soho House, η οποία διαθέτει περίπου 50 χώρους παγκοσμίως. Ωστόσο, περισσότερα από 200.000 μέλη της δυσαρεστήθηκαν από τον υπερβολικό συνωστισμό και τις αυξανόμενες συνδρομές. Η πρόσφατη επιστροφή της εταιρείας σε καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ύστερα από μια περίοδο ως εισηγμένη στο χρηματιστήριο, θεωρήθηκε ευρέως υπενθύμιση του πόσο δύσκολο είναι να επεκτείνει κανείς την αποκλειστικότητα.

Ο κ. Thévoz επισημαίνει ότι η επιτυχία των παραδοσιακών λεσχών του Λονδίνου βασιζόταν στην ευκολία με την οποία τα μέλη μπορούσαν να συναναστρέφονται μεταξύ τους. Τα κοινά τραπέζια και οι κοινόχρηστοι χώροι ενίσχυαν αυτό που αποκαλεί «πνεύμα της λέσχης». Ενώ οι παλαιότερες λέσχες επέλεγαν τα μέλη τους με βάση την κοινωνική τάξη ή το επάγγελμα, οι νεότερες επιδιώκουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Όσες, όμως, επιδιώκουν πρωτίστως να αυξήσουν τα έσοδά τους από συνδρομές γίνονται ακόμα λιγότερο επιλεκτικές: αν μπορείς να πληρώσεις, γίνεσαι μέλος. Ορισμένοι σχολιαστές κάνουν λόγο για «ψευδο-λέσχες»: χώρους που μοιάζουν με ιδιωτικές λέσχες, αλλά στην ουσία λειτουργούν ως επιχειρήσεις φιλοξενίας. Τα μέλη ενδιαφέρονται λιγότερο για την κοινότητα και περισσότερο συμπεριφέρονται ως πελάτες, έτοιμοι να διαμαρτυρηθούν όταν δεν μένουν ικανοποιημένοι.

Οι ιδιωτικές λέσχες εξακολουθούν να αποτελούν μια επισφαλή επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο κ. Thévoz εκτιμά ότι περίπου το 90% αποτυγχάνει, συχνά μέσα στα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας τους. Το υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης αφήνει πολλούς διαχειριστές υπερχρεωμένους, ενώ τα σχετικά περιορισμένα ετήσια έσοδα δυσκολεύονται να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους. Οι παλαιότερες λέσχες του Λονδίνου διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα: πολλές στεγάζονται σε ιδιόκτητα κτίρια. Παράλληλα, έχουν προσαρμοστεί διακριτικά στις νέες συνθήκες, χαλαρώνοντας τους ενδυματολογικούς κανόνες, αναβαθμίζοντας τις εγκαταστάσεις τους και, σε αρκετές περιπτώσεις, ανοίγοντας τις πόρτες τους και στις γυναίκες.

Το Λονδίνο δεν επανεφευρίσκει για πρώτη φορά τις ιδιωτικές του λέσχες. Τα καφενεία του 17ου αιώνα έδωσαν τη θέση τους στις λέσχες τζέντλεμεν της Pall Mall, ενώ τα δημιουργικά στέκια του Soho διαδέχθηκαν τις καπνισμένες αίθουσες εστίασης της μεταπολεμικής περιόδου. Η σημερινή άνθηση εκφράζεται μέσα από διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα, όμως όλα επικαλούνται την έννοια της «κοινότητας». Η ιστορία των ιδιωτικών λεσχών, ωστόσο, δείχνει ότι αυτό το στοιχείο είναι το πιο δύσκολο να οικοδομηθεί.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com