Η γεωπολιτική του κλιματισμού

Σε όλο τον κόσμο, οι καύσωνες μετατρέπουν την πρόσβαση στον κλιματισμό σε πολιτικό ζήτημα

Κλιματιστικά © Unsplash

Ένα καυτό πρωινό στις αρχές Ιουλίου, με τις θερμοκρασίες να αναμένεται να ξεπεράσουν τους 40°C (104°F), ένας όχλος στο Ναντέρ, προάστιο του Παρισιού, έπεσε με δύναμη στις πόρτες ενός σούπερ μάρκετ Lidl μέχρι που κατέρρευσαν. Οι ιδρωμένοι χούλιγκαν ήταν απελπισμένοι αγοραστές που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την τελευταία φορητή μονάδα κλιματισμού. Σε ένα άλλο κατάστημα Lidl στην άλλη άκρη της πόλης, δύο άνδρες ήρθαν στα χέρια. Οι Γάλλοι πολιτικοί είχαν τη δική τους διαμάχη για το πόσο κλιματισμός θεωρείται υπερβολικός.

Περίπου την ίδια περίοδο, σε πόλεις του Πακιστάν και του Μπαγκλαντές, διαδηλωτές μπλόκαραν δρόμους και περικύκλωσαν γραφεία της εταιρείας ηλεκτρικού ρεύματος, κατά τη διάρκεια εβδομάδων διακοπών ρεύματος με θερμοκρασίες που έφταναν τους 45°C. Στο Τσαντπούρ του Μπαγκλαντές, στα τέλη Ιουνίου, κάτοικοι φέρεται να επιτέθηκαν σε υπάλληλο της Επιτροπής Ηλεκτροδότησης της Υπαίθρου. Τον Μάιο, οι διακοπές ρεύματος κατά τη διάρκεια καύσωνα στην Ινδία οδήγησαν σε παρόμοιες διαμαρτυρίες σε ορισμένα αγροτικά χωριά, όπου οι κάτοικοι παραπονέθηκαν ότι δεν μπορούσαν καν να λειτουργήσουν ανεμιστήρες τη νύχτα, ενώ σε χώρες όπως το Ιράκ και η Σρι Λάνκα έχουν ξεσπάσει αναταραχές λόγω της έλλειψης ενέργειας που απαιτείται για την ψύξη.

Καθώς η ακραία ζέστη εξάπτει τα πνεύματα και καταπονεί τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, οι διαμάχες για τον κλιματισμό —ή την ενέργεια που τροφοδοτεί τις τεχνολογίες ψύξης— απειλούν να διαταράξουν την πολιτική σκηνή. Πρόκειται για ένα καθαρά σύγχρονο πρόβλημα: ο κλιματισμός σχεδόν δεν υπήρχε ούτε καν στην Αμερική πριν από το 1960. Σήμερα, η κλιματική αλλαγή τον έχει καταστήσει σχεδόν απόλυτη αναγκαιότητα σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Τον Νοέμβριο, η σύνοδος κορυφής για το κλίμα COP30, που πραγματοποιήθηκε στο Μπελέμ της Βραζιλίας, χαρακτήρισε τις τεχνολογίες ψύξης, όπως ο κλιματισμός, ως «βασική υποδομή», όπως το νερό, η ενέργεια και η αποχέτευση.

Από όλα τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι υψηλές θερμοκρασίες είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία οι πιο θανατηφόρες. Σύμφωνα με μοντελοποίηση που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό Lancet, μεταξύ 2000 και 2019, περίπου 489.000 άνθρωποι πέθαναν από τη ζέστη κάθε χρόνο. Ο κλιματισμός αποδείχθηκε μια εντυπωσιακά αποτελεσματική λύση. Μια ξεχωριστή μελέτη στο Lancet εκτιμά ότι, στις αρχές της δεκαετίας του 2020, ο κλιματισμός απέτρεπε περίπου 190.000 θανάτους κάθε χρόνο σε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ερευνητές του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών εκτιμούν ότι η διάδοση του οικιακού κλιματισμού υπήρξε ο σημαντικότερος παράγοντας στη δραστική μείωση της θνησιμότητας από την ακραία ζέστη. Υπολογίζουν ότι, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ο κίνδυνος θανάτου σε ημέρες με μέση θερμοκρασία άνω των 27°C μειώθηκε κατά περίπου 75%. Σχεδόν ολόκληρη αυτή η βελτίωση σημειώθηκε μετά το 1960, όταν ο κλιματισμός άρχισε να εγκαθίσταται μαζικά στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Όλα αυτά φαίνεται να οδηγούν σε έναν απλό πολιτικό υπολογισμό: περισσότερο κλιματισμό για όλους, παντού. Όμως, τα πράγματα δεν αποδείχθηκαν τόσο απλά. Στις πλούσιες χώρες, οι πολιτικοί διαφωνούν για το κλίμα και την ενεργειακή απόδοση. Στις φτωχές, για την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας και τα παλαιά, ετοιμόρροπα ηλεκτρικά δίκτυα. Παντού, πρέπει να αντιμετωπίσουν ένα κοινό που αναμένει όλο και περισσότερο, ή απαιτεί κατηγορηματικά, πρόσβαση στον κλιματισμό.

Ας δούμε αρχικά τις πλούσιες χώρες. Προσωπικότητες της λαϊκιστικής δεξιάς μέσα στην αποπνικτική ζέστη διαβλέπουν μια σαφή ευκαιρία. Τον Ιούνιο, η Marine Le Pen, ηγέτιδα του Εθνικού Συνασπισμού της Γαλλίας, απαίτησε περισσότερα κλιματιστικά στα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία της χώρας. Ο Jean-Luc Mélenchon, ο αντίπαλός της στη λαϊκιστική αριστερά, αντέταξε ότι «κλιματισμός παντού» θα θερμάνει τον πλανήτη, με αποτέλεσμα να «αυξήσει τη ζημιά». Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ψύξη ευθύνεται για περίπου το 4% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ο ΟΗΕ προβλέπει ότι, έως το 2050, με βάση τις τρέχουσες τάσεις, η ζήτηση για κλιματισμό και ψύξη θα υπερτριπλασιαστεί, διπλασιάζοντας σχεδόν εκ νέου αυτές τις εκπομπές.

Ακόμα και στην Αμερική, όπου το 90% των νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, η δεξιά πτέρυγα του κινήματος MAGA προσπάθησε να κερδίσει πόντους με μια «δροσερή» κίνηση. Την 1η Ιουλίου, ο Zohran Mamdani, ο δημοκρατικός σοσιαλιστής δήμαρχος της Νέας Υόρκης, κάλεσε τους Νεοϋορκέζους να ρυθμίσουν τον κλιματισμό τους στους 78°F (26°C) προκειμένου να προστατεύσουν το ηλεκτρικό δίκτυο από υπερφόρτωση κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα. Ο Ted Cruz, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από το Τέξας, απάντησε ειρωνικά: «Σε μια χώρα του πρώτου κόσμου μπορείτε να ανάψετε το κλιματιστικό…». Άλλοι επισήμαναν ότι η πολιτεία καταγωγής του κ. Cruz εκδίδει τακτικά την ίδια οδηγία για την προστασία του δικτύου της.

Η κα Le Pen, τουλάχιστον, έχει κάτι περισσότερο από τον λαϊκισμό με το μέρος της. Η Ευρώπη είναι και πλούσια, και εύκρατη για το γεωγραφικό της πλάτος. Ωστόσο, σύμφωνα με το μοντέλο του Lancet, είναι, με μεγάλη διαφορά, η περιοχή όπου η ζέστη προκαλεί τους περισσότερες θανάτους σε δυσανάλογα υψηλό ποσοστό: το 36% των θανάτων από ζέστη παγκοσμίως παρουσιάζεται στην Ευρώπη, η οποία φιλοξενεί λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Και ο ετήσιος αριθμός των θανάτων αυξάνεται. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχει αυξηθεί κατά 30%. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι είναι μεγαλύτερης ηλικίας, και οι ηλικιωμένοι είναι πιο ευάλωτοι στη ζέστη, κι εν μέρει στο ότι η Ευρώπη είναι η ήπειρος που θερμαίνεται ταχύτερα στον κόσμο. Ωστόσο, πολλοί θάνατοι οφείλονται στην έλλειψη κλιματισμού. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας σημειώνει ότι μόλις το 23% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματιστικό (βλ. διάγραμμα).

Στις φτωχές χώρες, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονται σε θερμά κλίματα, το ζήτημα του κλιματισμού θα γίνει πολύ πιο περίπλοκο. Τόσο ο πληθυσμός όσο και οι κυβερνήσεις τους αντιμετωπίζουν τεράστιους δημοσιονομικούς περιορισμούς κατά την υιοθέτηση τεχνολογιών ψύξης: οι κλιματιστικές μονάδες είναι ακριβές, η ενέργεια είναι συχνά ακριβή και η αναβάθμιση των δικτύων ηλεκτροδότησης δαπανηρή. Αν και πάνω από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετωπίζει τακτικά τέτοιου είδους ζέστη για την οποία απαιτείται ψύξη, μόλις το 40% αυτών των ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει κλιματισμό.

Το μεγαλύτερο χάσμα παρατηρείται στις φτωχότερες και θερμότερες χώρες. Η Ινδία αυξάνει ραγδαία τον αριθμό των κλιματιστικών: περίπου 50 εκατομμύρια μεταξύ 2019 και 2024, ή το μισό του συνολικού αριθμού της Ευρώπης. Το Κέντρο Ενέργειας και Κλίματος της Ινδίας (IECC) στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, προβλέπει ότι κατά την επόμενη δεκαετία η χώρα θα προσθέσει άλλα 130-150 εκατομμύρια κλιματιστικά.

Τα περισσότερα από αυτά θα καταλήξουν σε πλουσιότερα νοικοκυριά. Πολλοί φτωχότεροι Ινδοί καταφεύγουν σε ενοικιαζόμενα σπίτια κατά τους πιο ζεστούς μήνες, ενώ ορισμένοι χρεώνονται για να το κάνουν. Και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας είναι επίσης υψηλό: τα φτωχότερα νοικοκυριά σε φτωχές χώρες όπως η Ινδία ξοδεύουν έως και 8% του εισοδήματός τους για ψύξη, σε σύγκριση με το 0,2-2,5% που ξοδεύουν τα πλούσια νοικοκυριά παγκοσμίως. Τα φτωχά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν επίσης ένα διπλό πρόβλημα όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση: οι φθηνότερες συσκευές καταναλώνουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια και λειτουργούν σε σπίτια με τις περισσότερες διαρροές και την χειρότερη μόνωση.

Επιπλέον, αυτές οι αναποτελεσματικές μονάδες συχνά συνδέονται σε δίκτυα που έχουν ήδη φτάσει στα όρια τους. Οι κλιματιστικές μονάδες αντιπροσωπεύουν ίσως το ένα τέταρτο της αιχμής της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ινδία. Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, η αιχμή της κατανάλωσης ενέργειας της χώρας μόνο για ψύξη θα μπορούσε να τριπλασιαστεί, φτάνοντας, έως το 2035, τα 180 gigawatts. Το IECC, ακόμα κι αν ολοκληρωθούν όλα τα εργοστάσια που βρίσκονται υπό κατασκευή, προειδοποιεί για ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας από το 2028. Τον περασμένο Μάιο, η μέγιστη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ινδία έφτασε σε ιστορικό υψηλό, προκαλώντας διακοπές ρεύματος, καμένους μετασχηματιστές και δαπανηρή εξάρτηση από την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας spot.

Οι διακοπές ρεύματος εμφανίζονται συχνότερα κατά τη διάρκεια των καυσώνων —όταν η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας κορυφώνεται— αφήνοντας τους ανθρώπους που έχουν συνηθίσει τον κλιματισμό απροστάτευτους και χωρίς δυνατότητα προσαρμογής στις συνθήκες. Η αναξιόπιστη παροχή υπονομεύει επίσης την οικονομική βιωσιμότητα της υιοθέτησης της τεχνολογίας και από τις δύο πλευρές. Τα νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με την επιλογή να πληρώσουν για συσκευές που δεν θα μπορούν πάντοτε να χρησιμοποιούν. Από την άλλη, οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον κρατικές σε χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, βυθίζονται ακόμη περισσότερο στο χρέος όταν πραγματοποιούν ζημιογόνες αγορές στην αγορά spot για να ανταποκριθούν στις απότομες αυξήσεις της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό με τη σειρά του υπονομεύει την ικανότητά τους να επενδύσουν σε βελτιώσεις του δικτύου που χρειάζονται επειγόντως. Τέτοιες εταιρείες βρίσκονται και σε δύσκολη πολιτική θέση. Όταν προβαίνουν σε διακοπές ρεύματος για να ανακουφίσουν το φορτίο στα δίκτυα, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ξαφνικά μαζικές διαμαρτυρίες.

Οι διαδηλωτές σε τέτοιες φτωχές και ζεστές χώρες συχνά κατηγορούν τις κυβερνήσεις τους ότι χρησιμοποιούν την ηλεκτρική ενέργεια για τα δικά τους κτίρια ή για πλουσιότερους πελάτες, συμπεριλαμβανομένων (σε χώρες όπως η Ινδία) μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων. Θέλουν η ηλεκτρική ενέργεια να διανέμεται πιο δίκαια και, όπου δεν επιδοτείται, πιο φθηνά. Τέτοιες πολιτικές είναι δύσκολο να εφαρμοστούν όταν τα δίκτυα είναι ετοιμόρροπα: όσο φθηνότερη και πιο ευρέως διαθέσιμη είναι η ηλεκτρική ενέργεια, και όσο περισσότερο οι πελάτες χρησιμοποιούν κλιματιστικά φθηνής κατασκευής, τόσο γρηγορότερα τα δίκτυα θα καταρρεύσουν.

Οι χώρες που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να επενδύσουν σε δίκτυα ηλεκτροδότησης και σε κλιματισμό κινδυνεύουν να εισέλθουν σε έναν φαύλο κύκλο. Το 2009, ο Lee Kuan Yew, ο ιδρυτής της Σιγκαπούρης, χαρακτήρισε τον κλιματισμό ως μία από τις πιο σημαντικές εφευρέσεις στην ιστορία, καθώς «κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη στις τροπικές περιοχές». Η πόλη-κράτος του Lee πλούτισε για μια σειρά άλλων λόγων, αλλά ο κλιματισμός συνέβαλε θετικά σε αυτό. Χωρίς κλιματισμό, πολλές άλλες χώρες με υψηλές θερμοκρασίες θα μείνουν ακόμα πιο πίσω. Στην ανατολική και νότια Αφρική, η UNICEF εκτιμά ότι οι υπερβολικά ζεστές αίθουσες διδασκαλίας (μαζί με άλλες κλιματικές διαταραχές) έχουν διακόψει τη σχολική φοίτηση για 130 εκατομμύρια παιδιά. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας εκτιμά ότι έως το 2030 η θερμική καταπόνηση θα εξαλείψει το 2,2% των ωρών εργασίας παγκοσμίως — το ισοδύναμο 80 εκατομμυρίων θέσεων πλήρους απασχόλησης — με τις απώλειες να συγκεντρώνονται στους αγροτικούς εργάτες στη Νότια Ασία και τη Δυτική Αφρική.

Ο πλούσιος κόσμος μπορεί να βοηθήσει. Οι πλούσιες χώρες θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν το κόστος του κλιματισμού κατά τη διάρκεια καυσώνων ως παράγοντα για τον καθορισμό του ύψους της βοήθειας που θα παρέχουν στις φτωχές χώρες για την κάλυψη του κόστους της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών θα μπορούσαν επίσης να υποστηρίξουν τη μαζική αγορά ενεργειακά αποδοτικών κλιματιστικών μονάδων. Οι αναπτυξιακές τράπεζες θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την αποθήκευση και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας για να ενισχύσουν τα ελλιπή δίκτυα, ενώ οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα μπορούσαν να παραχωρήσουν άδειες χρήσης ψυκτικών μέσων επόμενης γενιάς σε προσιτές τιμές, μειώνοντας σημαντικά το κόστος των εξαιρετικά αποδοτικών κλιματιστικών μονάδων.

Μέχρι στιγμής, όμως, οι ενέργειες που έχουν αναληφθεί είναι μάλλον περιορισμένες. Πάνω από 70 χώρες έχουν υπογράψει την «Παγκόσμια Δέσμευση για την Ψύξη» (Global Cooling Pledge), υποσχόμενες να μειώσουν τις εκπομπές που σχετίζονται με την ψύξη, να αυξήσουν την αποδοτικότητα των νέων κλιματιστικών και να διευρύνουν την πρόσβαση σε βιώσιμη ψύξη. Παράλληλα, η πρωτοβουλία «Beat the Heat» στοχεύει να εντάξει την «πρόσβαση στην ψύξη» σε 50 εθνικά σχέδια προσαρμογής έως το 2030.

Βέβαια, τέτοιες προσπάθειες εστιάζουν περισσότερο σε λύσεις όπως η παθητική ψύξη —π.χ. καλύτερη μόνωση— παρά, για παράδειγμα, στην αγορά ή την επιδότηση κλιματιστικών για τους φτωχούς (αν και στη Γαλλία η κα Le Pen έχει υποστηρίξει κάτι τέτοιο). Τα κεφάλαια παραμένουν σπάνια. Η Διεθνής Εταιρεία Χρηματοδότησης, ο δανειστικός βραχίονας της Παγκόσμιας Τράπεζας, αναφέρει ότι για να καλυφθεί το σημερινό έλλειμμα πρόσβασης στην ψύξη στις αναδυόμενες αγορές θα χρειαστούν 400-800 δισ. δολάρια.

Για ορισμένους στον πλούσιο κόσμο, όπως ο κ. Mélenchon, εξακολουθεί να υπάρχει μια επίμονη δυσφορία απέναντι στην προσαρμογή στις υψηλότερες θερμοκρασίες μέσω του κλιματισμού. (Ο Αλ Γκορ, πρώην αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε χαρακτηρίσει την προσφυγή στην προσαρμογή «μια μορφή τεμπελιάς»).

Όμως, η αγορά αντιπαρέρχεται γρήγορα τον ηγέτη της γαλλικής ακροαριστεράς. Αυτό το καλοκαίρι, οι κινεζικές εξαγωγές κλιματιστικών προς την ΕΕ αυξήθηκαν κατά 43% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 3,8 δισ. δολάρια. Το προϊόν με τις μεγαλύτερες πωλήσεις είναι μια φορητή μονάδα κατασκευασμένη ώστε να συμμορφώνεται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες που περιορίζουν τις διατρήσεις στις προσόψεις. Ένας Αυστριακός οδήγησε 200 χλμ. για να αγοράσει το τελευταίο διαθέσιμο τεμάχιο. Ο αγώνας για το πόσα κλιματιστικά θα πρέπει να διαθέτει το κοινό έχει ήδη χαθεί μέσα στην αγωνία για την αγορά τους.