Οι μυστηριώδεις νέοι δισεκατομμυριούχοι της Κίνας κατακτούν τον κόσμο

Και αρνούνται να μιλήσουν στον Τύπο

O Λιάνγκ Γουένφενγκ, CEO της DeepSeek © x.com/DEEPSEEKCEO1

Στις αρχές του περασμένου έτους, όταν το κινεζικό εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek προκαλούσε σοκ στους δυτικούς ανταγωνιστές του, ελάχιστοι γνώριζαν τον ιδρυτή του, Liang Wenfeng. Ο ίδιος εξακολουθεί να αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας, όμως ένα χαρακτηριστικό του παραμένει αδιαμφισβήτητο. Με τη DeepSeek να ολοκληρώνει ένα γύρο χρηματοδότησης που την αποτιμά στα 71 δισ. δολάρια, η προσωπική περιουσία του εκτινάχθηκε στα περίπου 38 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας κατά πολύ εκείνη του Dario Amodei της Anthropic και του Sam Altman της OpenAI.

Ο κ. Liang αποτελεί μια αινιγματική φιγούρα. Δεν εμφανίζεται σε συνέδρια, δεν έχει δώσει ποτέ ζωντανή τηλεοπτική συνέντευξη στην Κίνα και οι εικόνες του από δημόσιες εμφανίσεις είναι ελάχιστες. Ωστόσο, ενσαρκώνει μια νέα γενιά Κινέζων επιχειρηματιών που αναδιαμορφώνει τον χάρτη του παγκόσμιου πλούτου. Η Κίνα εξακολουθεί να δημιουργεί περισσότερους νέους δισεκατομμυριούχους από οποιαδήποτε άλλη χώρα, με μοναδική εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το Hurun, φέτος καταγράφηκαν τουλάχιστον 29 αυτοδημιούργητοι δισεκατομμυριούχοι ηλικίας έως 40 ετών. Συνυπολογίζοντας τον κ. Liang, ο οποίος συμπληρώνει τα 41 μέσα στη χρονιά, ο αριθμός ανέρχεται στους 30. Εννέα περισσότεροι από πέρυσι.

Η νέα επιχειρηματική ελίτ της Κίνας διαφέρει αισθητά από εκείνη που κυριάρχησε τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων και οι σχέσεις με την πολιτική εξουσία έχουν δώσει τη θέση τους στην εμμονή με την τεχνολογία, τα βιντεοπαιχνίδια και ακόμη και τις συζητήσεις γύρω από τα ιαπωνικά anime. Πίσω από αυτή την αντισυμβατική εικόνα βρίσκεται ένα κοινό χαρακτηριστικό: η ικανότητα να μετατρέπουν πρωτοποριακές ιδέες σε επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας με ταχύτητα που ελάχιστοι από τους προκατόχους τους θα μπορούσαν να επιτύχουν.

Η ιστορία των υπερπλουσίων της Κίνας είναι σύντομη. Στη δεκαετία του 1980, οι μεγιστάνες βρήκαν τον τρόπο να αποσπάσουν περιουσιακά στοιχεία από το κράτος. Ο Zhang Ruimin, μέλος μιας ομάδας φοιτητών που τρομοκρατούσε καθηγητές και διανοούμενους την εποχή του Mao, απέκτησε τον έλεγχο μιας κρατικής επιχείρησης ψυγείων με την ονομασία Haier και την μετέτρεψε στην μεγαλύτερη κατασκευάστρια οικιακών συσκευών στον κόσμο. Το άνοιγμα της αγοράς ακινήτων τη δεκαετία του 1990 δημιούργησε μια άλλη πρώιμη ομάδα δισεκατομμυριούχων, μεταξύ των οποίων ο Xu Jiayin, ιδρυτής της Evergrande, μιας εταιρείας ανάπτυξης ακινήτων που έχει πλέον καταρρεύσει.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καθώς η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, βιομήχανοι όπως ο Wang Chuanfu της BYD, που αρχικά κατασκεύαζε μπαταρίες, ξεκίνησαν ένα κύμα βιομηχανικών επιχειρήσεων. Στη συνέχεια, τη δεκαετία του 2010, το διαδίκτυο για καταναλωτές δημιούργησε την πρώτη γενιά τεχνολογικών μεγιστάνων της Κίνας, μεταξύ των οποίων ο Jack Ma της Alibaba, γίγαντα του ηλεκτρονικού εμπορίου, και ο Pony Ma της Tencent, δημιουργού του WeChat. Οι ιδρυτές της ByteDance, δημιουργού του TikTok, και της Shein, της διαδικτυακής εταιρείας γρήγορης μόδας, οι οποίοι είναι πλέον και οι δύο λίγο πάνω από 40, δημιούργησαν τις περιουσίες τους λίγα χρόνια αργότερα.

Η νέα γενιά μεγιστάνων της Κίνας χαράζει μια διαφορετική πορεία. Περισσότερα από τα δύο τρίτα των νεαρών δισεκατομμυριούχων στη λίστα του Hurun απέκτησαν την περιουσία τους από καταναλωτικά αγαθά ή τα μέσα ενημέρωσης (βλ. διάγραμμα). Επτά δημιούργησαν βιντεοπαιχνίδια, ενώ τέσσερις ανέπτυξαν επιχειρήσεις τσαγιού ή καφέ. Μετά τον κ. Liang, ο πλουσιότερος είναι ο Wang Ning, ιδρυτής της Pop Mart, η οποία πουλάει τις κούκλες Labubus. Μόνο τρεις έχουν πλουτίσει χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη (AI), μεταξύ των οποίων και ο Yang Zhilin, ο 34χρονος ιδρυτής της Moonshot AI, η οποία στις 17 Ιουλίου κυκλοφόρησε ένα νέο μοντέλο που, όπως λέγεται, μπορεί να ανταγωνιστεί τα καλύτερα της Αμερικής. Κανένας μεγιστάνας του κλάδου των ακινήτων δεν περιλαμβάνεται στη λίστα — κάτι που, δεδομένης της πορείας του κλάδου τα τελευταία χρόνια, ίσως δεν αποτελεί έκπληξη.

Οι επιχειρήσεις που έχουν δημιουργήσει οι νέοι δισεκατομμυριούχοι της Κίνας είναι επίσης πολύ πιο παγκόσμιες από ό,τι στο παρελθόν. Κάποτε χρειαζόταν μια δεκαετία ή και περισσότερο για να καταλάβουν οι Κινέζοι επιχειρηματίες πώς να επεκταθούν στο εξωτερικό. Αυτό πλέον δεν ισχύει. Ο Zhang Junjie, ο 33χρονος ιδρυτής της αλυσίδας των Chai Latte καταστημάτων Chagee, ξεκίνησε την εταιρεία του το 2017 και άνοιξε το πρώτο του κατάστημα στο εξωτερικό μόλις δύο χρόνια αργότερα. Η εταιρεία είναι πλέον εισηγμένη στη Νέα Υόρκη και δραστηριοποιείται σε εννέα χώρες.

Η έντονη εξάρτηση των νέων μεγιστάνων από τις ξένες αγορές αντανακλά εν μέρει την πτώση των καταναλωτικών δαπανών στην εγχώρια αγορά. Περίπου το 80% των πωλήσεων της Dreame, μιας μάρκας καταναλωτικών ηλεκτρονικών ειδών που ιδρύθηκε από τον 39χρονο Yu Hao, προέρχεται από το εξωτερικό. Η Insta360, η οποία πουλάει μικρές, αδιάβροχες κάμερες, εξαρτάται σχεδόν εξίσου από τη ζήτηση του εξωτερικού. Η Pop Mart πραγματοποίησε πέρυσι πωλήσεις άνω των 2 δισ. δολαρίων εκτός Κίνας, περίπου το 40% του συνόλου της. Οι πωλήσεις της Chagee στην Κίνα έχουν υποχωρήσει, αλλά στο εξωτερικό εξακολουθούν να αναπτύσσονται.

Η στάση απέναντι στην εργασία έχει επίσης αλλάξει. Ένα αμφιλεγόμενο στοιχείο της κινεζικής επιχειρηματικής κουλτούρας την τελευταία δεκαετία περίπου ήταν η λεγόμενη ρουτίνα «996», δηλαδή εργασία από τις 9 π.μ. έως τις 9 μ.μ. έξι ημέρες την εβδομάδα. Η ιδέα αυτή προωθήθηκε από τον κ. Ma της Alibaba και υιοθετήθηκε από άλλους τοπικούς τεχνολογικούς γίγαντες. Στην Pinduoduo, μια άλλη πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου, νεαροί υπάλληλοι γραφείου έχουν πεθάνει από υπερκόπωση καθ’ οδόν προς το σπίτι τους μετά τη δουλειά.

Οι νέοι επιχειρηματίες της Κίνας, αντίθετα, έχουν υιοθετήσει ένα πιο χαλαρό στυλ διαχείρισης. Πολλοί είναι συγκριτικά ευέλικτοι όσον αφορά τα ωράρια εργασίας. Ο Liu Wei, ο 39χρονος δισεκατομμυριούχος συνιδρυτής της miHoYo, μιας εταιρείας παιχνιδιών, έχει αποφύγει τον «παρουσιασμό». Eπιβλέπει προσωπικά αυτό που η εταιρεία αποκαλεί «ευτυχισμένη εργασία, σταθερή ανάπτυξη», η οποία δίνει προτεραιότητα στην ψυχική υγεία (αν κι ένας υπάλληλος πέθανε πρόσφατα από επιπλοκές που σχετίζονταν με την υπερβολική εργασία, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πολιτισμικές νόρμες είναι δύσκολο να αλλάξουν). Ο κ. Liang της DeepSeek φέρεται να έχει δηλώσει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να συγκεντρωθεί μόνο για 6-8 ώρες την ημέρα και ότι η υπερβολική εργασία οδηγεί σε λάθη.

Η προθυμία για εργασία περισσότερες ώρες από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο έχτισε την κινεζική οικονομία τα τελευταία τριάντα χρόνια, δηλώνει με τόνο απογοήτευσης ένας επενδυτής ιδιωτικών κεφαλαίων, ο οποίος επισκέφθηκε πρόσφατα μια ανερχόμενη καταναλωτική μάρκα και δεν του άρεσε αυτό που είδε. Κάποιοι αποδίδουν τη σχετικά χαλαρή στάση των νέων ιδρυτών της Κίνας στην άνετη ανατροφή τους. Οι ιστορίες που διηγούνταν οι παλαιότεροι μεγιστάνες για τον αγώνα επιβίωσης εν μέσω πολιτικών και οικονομικών αναταραχών στη χώρα ανήκουν πια στο παρελθόν. Μεταξύ των νεαρών δισεκατομμυριούχων της Κίνας, μόνο ο κ. Liang και ο κ. Zhang της Chagee μεγάλωσαν σε συνθήκες φτώχειας. Οι τρεις ιδρυτές της miHoYo αρχικά δέθηκαν χάρη στα ιαπωνικά κινούμενα σχέδια και ίδρυσαν την εταιρεία τους ως φόρο τιμής στα βιντεοπαιχνίδια και τα κόμικς. Ο ιδρυτής της MiniMax, ενός εργαστηρίου τεχνητής νοημοσύνης, λατρεύει τόσο πολύ ένα παιχνίδι για πολλούς παίκτες που ονομάζεται «Dota 2», ώστε το προσωπικό του τον αποκαλεί «IO», ένα χαρακτήρα από το παιχνίδι.

Βέβαια, δεν είναι όλα ρόδινα για τους νέους δισεκατομμυριούχους της Κίνας. Η σχέση μεταξύ της κινεζικής κυβέρνησης και των πλουσιότερων ανθρώπων της χώρας έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια. Οι παλαιότεροι μεγιστάνες κάποτε θεωρούσαν τους εαυτούς τους μέρος του εγχειρήματος οικοδόμησης της χώρας. Ο τομέας των ακινήτων, ο οποίος συνεισέφερε έως και το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της Κίνας στην ακμή του, ήταν μια συλλογική προσπάθεια μεταξύ ιδιωτών επιχειρηματιών και τοπικών αξιωματούχων. Ο κ. Ma διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση της ψηφιακής οικονομίας της Κίνας. Ωστόσο, η κεντρική κυβέρνηση επιβάλει πλέον κυρώσεις σε πολλές εξέχουσες προσωπικότητες σε αυτούς τους τομείς. Η μόχλευση έχει εξαλειφθεί από τον κλάδο των ακινήτων. Η επιχειρηματική αυτοκρατορία του κ. Ma έγινε αντικείμενο κρατικής καταστολής το 2020, όταν επέκρινε τις ρυθμιστικές αρχές. Ο ηγέτης της Κίνας, Xi Jinping, άλλωστε, επιδιώκει να περιορίσει την ανισότητα υπό το σύνθημα της «κοινής ευημερίας».

Το 2021, ο Zhong Shanshan, ο 71χρονος ιδρυτής της Nongfu, μιας εταιρείας εμφιαλωμένου νερού, έφτασε σε καθαρή περιουσία σχεδόν τα 100 δισ. δολάρια. Από τότε, κανείς δεν έχει πλησιάσει αυτό το ποσό, συμπεριλαμβανομένου και του κ. Zhong ο οποίος είδε την περιουσία του να κατακρημνίζεται στα 39 δισ. δολάρια περίπου, καθώς η τιμή της μετοχής της εταιρείας του έπεσε κατακόρυφα. Η περιουσία του κ. Ma ανέρχεται περίπου στο ένα πέμπτο της αξίας που είχε το 2021, ενώ πολλοί άλλοι μεγιστάνες του διαδικτύου υπέστησαν παρόμοιες απώλειες. Ωστόσο, τα πήγαν καλύτερα από τους μεγιστάνες του real estate, αρκετοί από τους οποίους έχουν τεθεί υπό κράτηση.

Το περιβάλλον αυτό έχει καλλιεργήσει ένα αίσθημα αβεβαιότητας στη νέα γενιά δισεκατομμυριούχων της Κίνας. Πολλοί επιθυμούν να συμβάλουν στη βιομηχανική στρατηγική της χώρας, όμως οι ευκαιρίες να το πράξουν είναι περιορισμένες, παρατηρεί ο Steven Hai του Πανεπιστημίου Xi’an Jiaotong-Liverpool. Την ίδια στιγμή, οι παγκόσμιες φιλοδοξίες τους τούς φέρνουν αντιμέτωπους με την ολοένα εντονότερη γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Xiao Hong, του 33χρονου ιδρυτή της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης Manus, ο οποίος θα είχε ενταχθεί φέτος στη λίστα των δισεκατομμυριούχων, εάν το Πεκίνο δεν είχε μπλοκάρει την πώληση της εταιρείας του στη Meta.

«Ζουν με τη διαρκή αίσθηση ότι οι επιχειρήσεις τους μπορούν να εκτροχιαστούν ανά πάσα στιγμή από μια αιφνίδια μεταβολή της πολιτικής, είτε στο Πεκίνο είτε στην Ουάσιγκτον», σημειώνει ο Rupert Hoogewerf, ιδρυτής του Hurun. Η διακριτικότητα, προσθέτει, αποτελεί στρατηγική επιβίωσης. Οι περισσότεροι από τους νέους Κινέζους δισεκατομμυριούχους δεν έχουν παραχωρήσει ποτέ συνέντευξη σε ξένο μέσο ενημέρωσης — κανείς δεν δέχθηκε να μιλήσει στο The Economist — ενώ αρκετοί αποφεύγουν ακόμα και τα κινεζικά μέσα. Το αποτέλεσμα είναι μια γενιά επιχειρηματιών που συνδυάζει δύο φαινομενικά αντικρουόμενα χαρακτηριστικά: είναι η πιο διεθνοποιημένη που έχει αναδείξει ποτέ η Κίνα, αλλά και η πιο αινιγματική.