Τον Απρίλιο, το πλήρωμα της αποστολής Artemis II απέδειξε ότι η ομορφιά της Γης από μακριά, η οποία αποκαλύφθηκε αρχικά από τις αποστολές Apollo προς τη Σελήνη τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, παραμένει μία από τις διαχρονικές αλήθειες της διαστημικής εποχής. Οι περίπλοκες, εναλλασσόμενες και πολύχρωμες πτυχές του πλανήτη μας προσφέρουν σήμερα μια υπέροχη αντίθεση με το βαθύ μαύρο του διαστήματος και τη μονότονη, θαμπή Σελήνη, όπως και όταν τις είδαμε πριν από μισό αιώνα.
Πιο κοινότυπες παρατηρήσεις από το διάστημα, ωστόσο, αποκαλύπτουν μια ανησυχητική αλλαγή. Δείχνουν ότι η λάμψη με την οποία αυτή η ομορφιά ακτινοβολεί εξασθενεί. Από μακριά, η Γη φαίνεται να γίνεται σταδιακά πιο σκοτεινή.
Αποδεικτικά στοιχεία αυτής της εξασθένισης προέρχονται από ένα πρόγραμμα που ονομάζεται Clouds and the Earth’s Radiant Energy System (Νέφη και το Σύστημα Ακτινοβολίας της Γης) (CERES). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ομάδα του CERES στη NASA, την αμερικανική διαστημική υπηρεσία, χρησιμοποιεί όργανα σε διάφορους δορυφόρους για να πραγματοποιήσει κάποιες βασικές παρατηρήσεις σχετικά με τον πλανήτη. Μετρούν την εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία (ορατό φως και υπέρυθρη ακτινοβολία μικρού μήκους κύματος) και το ποσοστό αυτής που ανακλάται πίσω στο διάστημα. Μετρούν επίσης την ποσότητα ενέργειας που εκπέμπει ο ίδιος ο πλανήτης. Ό,τι έχει θερμοκρασία εκπέμπει ενέργεια. Η Γη το κάνει στο τμήμα των μακροκυμάτων της υπέρυθρης ακτινοβολίας.
Η ποσότητα της ηλιακής ακτινοβολίας που ανακλάται είναι γνωστή ως λευκαύγεια, και μειώνεται. Ό,τι δεν ανακλάται απορροφάται, οπότε η απορροφούμενη ενέργεια αυξάνεται. Σκεφτείτε το ως ενεργειακή εισροή. Η θερμότητα που εκπέμπεται στο υπέρυθρο, η οποία αντιπροσωπεύει τις εκροές του πλανήτη, αυξάνεται επίσης. Καθώς η Γη θερμαίνεται, οι νόμοι της θερμοδυναμικής απαιτούν να εκπέμπει περισσότερο υπέρυθρο, και παρόλο που τα αέρια του θερμοκηπίου παρεμποδίζουν αυτή την αντίδραση, δεν μπορούν να την εξουδετερώσουν εντελώς.
Ωστόσο, οι αυξημένες εκροές δεν συμβαδίζουν με τις αυξημένες εισροές. Στη λογιστική των οικονομικών, όπως επισήμανε ο κ. Micawber, οι εισροές που υπερβαίνουν τις εκροές οδηγούν στην ευτυχία. Όσον αφορά τον ενεργειακό προϋπολογισμό του πλανήτη, οι υπερβολικές εισροές προμηνύουν δυστυχία.

Η ενέργεια που απορροφά ο πλανήτης αλλά δεν εκπέμπει εκ νέου είναι γνωστή ως ενεργειακή ανισορροπία της Γης (Earth’s energy imbalance -EEI). Αποτελεί τον βασικό παράγοντα της κλιματικής αλλαγής. Αν οι ενεργειακοί λογαριασμοί της Γης ήταν ισοσκελισμένοι, δεν θα υπήρχε μακροπρόθεσμη κλιματική μεταβολή. Όταν όμως οι λογαριασμοί χάνουν την ισορροπία τους, το ίδιο γίνεται και με το κλίμα. Και αν η ανισορροπία συνεχίσει να αυξάνεται, υπό τις ίδιες συνθήκες, το κλίμα θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την αρχική του κατάσταση. Αυτό είναι κακό, καθώς οι μετρήσεις δείχνουν ότι η EEΙ έχει υπερδιπλασιαστεί από το 2000 και συνεχίζει να αυξάνεται (βλ. διάγραμμα 1).
Μέχρι πρόσφατα, ο δείκτης EEI ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου θεωρητικό ζήτημα. Πριν από την εποχή των δορυφόρων, ο καλύτερος τρόπος μέτρησης της λευκαύγειας ολόκληρης της Γης ήταν η χρήση τηλεσκοπίων στραμμένων προς τη Σελήνη για τη μέτρηση της «γήινης λάμψης» — του φωτός που ανακλάται πρώτα από τη Γη στη Σελήνη και στη συνέχεια από τη Σελήνη πίσω στη Γη. Μόνο με τον δορυφόρο CERES (ο οποίος εξακολουθεί να ρίχνει περιστασιακά μια ματιά στη Σελήνη για σκοπούς βαθμονόμησης) οι συνεπείς μακροπρόθεσμες μετρήσεις αυτού του δείκτη κατέστησαν δυνατές.
Επιπλέον, αυτές οι μετρήσεις επιβεβαιώνονται από δεδομένα που προέρχονται από μια εντελώς διαφορετική πηγή. Από τις αρχές του αιώνα, ένα διεθνές πρόγραμμα με την ονομασία Argo έχει εκτοξεύσει χιλιάδες πλωτήρες, οι οποίοι παρασύρονται στους ωκεανούς μετρώντας τη θερμοκρασία, την αλατότητα και άλλα μεγέθη σε βάθη έως και 6 χλμ. Δεδομένου ότι περισσότερο από το 90% της ενέργειας που απορροφά η Γη καταλήγει στους ωκεανούς, το μεγαλύτερο μέρος της επιπλέον ενέργειας που απορροφάται τώρα θα πρέπει να καταλήγει επίσης εκεί. Οι μετρήσεις του Argo επιβεβαιώνουν ότι αυτό ισχύει, καθώς τα αποτελέσματα συμφωνούν άμεσα με τα δεδομένα του CERES.
Με βάση τα αποτελέσματα δύο δεκαετιών και από τις δύο πηγές, οι επιστήμονες θεωρούν πλέον ότι έχουν αποκτήσει πραγματική εικόνα για το πώς συμπεριφέρεται ο δείκτης ΕΕΙ, και αυτό που παρατηρούν τους ανησυχεί. «Για πρώτη φορά ερμηνεύουμε τις μετρήσεις», λέει ο Bjorn Stevens, διευθυντής του Ινστιτούτου Μετεωρολογίας Μαξ Πλανκ στο Αμβούργο. «Για μένα, αυτό αλλάζει εντελώς τα δεδομένα». Και αν και είναι επιστημονικά συναρπαστικό, το νέο αυτό πλαίσιο φαίνεται επίσης ανησυχητικό.
Αυτή η ανησυχία παίρνει δύο αλληλένδετες αλλά διακριτές μορφές. Η πρώτη είναι η πιθανότητα ότι, ακόμα κι αν την επόμενη δεκαετία οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σταθεροποιηθούν και ίσως αρχίσουν να μειώνονται, ο ρυθμός αύξησης της θερμοκρασίας της επιφάνειας της Γης θα συνεχίσει να επιταχύνεται. Αν και οι μεταβολές στον δείκτη ΕΕΙ δεν μεταφέρονται στις παγκόσμιες θερμοκρασίες με άμεσο τρόπο, ωστόσο μεταφέρονται. Ο Reto Knutti, κλιματολόγος στο ETH Ζυρίχης, αναφέρει ότι ο ρυθμός αύξησης της ΕΕΙ υποδηλώνει ότι η βραχυπρόθεσμη αύξηση της θερμοκρασίας θα μπορούσε να είναι από 10% έως 30% υψηλότερη από την τρέχουσα γενική εκτίμηση.
Τα στοιχεία για τέτοιες αυξήσεις ενδέχεται να υπάρχουν ήδη. Τα φαινόμενα Ελ Νίνιο αυξάνουν τη μέση θερμοκρασία της επιφάνειας του πλανήτη (και προκαλούν πολλά άλλα φαινόμενα) μεταφέροντας τη θερμότητα που είναι αποθηκευμένη στα κατώτερα στρώματα του τροπικού Ειρηνικού στα ανώτερα 100 μέτρα του ωκεανού. Κατά τη διάρκεια του Ελ Νίνιο του 2023, με την λευκαύγεια της Γης να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ, τα ανώτερα στρώματα του ωκεανού λάμβαναν επίσης μεγάλη ποσότητα θερμότητας κι από αλλού. Μια μελέτη του Minobe Shoshiro από το Πανεπιστήμιο του Χοκάιντο και των συνεργατών του υποδηλώνει ότι η συμβολή της ΕΕΙ στη θέρμανση των ανώτερων στρωμάτων του ωκεανού, όταν ξεκίνησε εκείνο το φαινόμενο Ελ Νίνιο, ήταν 75% υψηλότερη απ’ ό,τι είχε παρατηρηθεί στο προηγούμενο φαινόμενο Ελ Νίνιο αυτού του αιώνα.
Ο Δρ. Minobe και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι αυτή η τεράστια εισροή θερμότητας εξηγούσε την αυξανόμενη συχνότητα ακραίων συνθηκών κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ετών, κατά τα οποία καταγράφηκαν διάφορα ρεκόρ που ξεπέρασαν κατά πολύ τα αναμενόμενα με βάση την τάση των επιφανειακών θερμοκρασιών. Κάτι παρόμοιο, υποψιάζεται ο Δρ. Minobe, ενδέχεται να συμβεί και με το φετινό Ελ Νίνιο, το οποίο διαμορφώνεται ως ένα φαινόμενο τεράστιων διαστάσεων.
Ο δεύτερος λόγος ανησυχίας είναι ο βαθμός στον οποίο όλα αυτά αποτελούν έκπληξη. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τη μείωση της λευκαύγειας της Γης. Ο ένας είναι ότι οι αυστηρότεροι έλεγχοι στις εκπομπές διοξειδίου του θείου από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και πλοία ανοικτής θάλασσας έχουν οδηγήσει σε μείωση των τοξικών, αιωρούμενων σωματιδίων θειικού άλατος, ή «αερολυμάτων». Επειδή αυτά τα μικροσκοπικά αερολύματα είναι επίσης ανακλαστικά, κάνουν τη Γη πιο σκοτεινή. Ο άλλος λόγος είναι ότι η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τα αέρια του θερμοκηπίου μειώνει την έκταση του θαλάσσιου πάγου, συρρικνώνει τους παγετώνες και διαταράσσει ορισμένους τύπους νεφών. Όλα αυτά μειώνουν την ποσότητα του ανακλώμενου ηλιακού φωτός.
Τα υπολογιστικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται για την κατανόηση του κλίματος, και στα οποία η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) βασίζεται για τις προβλέψεις της, αποτυπώνουν και τα δύο αυτά φαινόμενα. Ωστόσο, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο μέγεθος των παρατηρήσεων.
Στα τέλη του περασμένου έτους, περισσότεροι από 50 ερευνητές του κλάδου δημοσίευσαν μια μελέτη στην οποία υποστήριζαν ότι «η έντονη ανοδική τάση της ανισορροπίας είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με τα κλιματικά μοντέλα. [Δεν μας απομένει πλέον] σχεδόν καμία αμφιβολία ότι το σήμα του πραγματικού κόσμου έχει ξεπεράσει τα όρια της εσωτερικής μεταβλητότητας των μοντέλων».
Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για την επιστήμη. Όπως αναφέρει η Maria Rugenstein από το Κρατικό Πανεπιστήμιο του Κολοράντο: «Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτά τα μοντέλα για την εκτίμηση των επιπτώσεων, για τους ισολογισμούς άνθρακα — για οτιδήποτε λέμε σχετικά με το μέλλον, χρησιμοποιούμε αυτά τα μοντέλα που δεν μπορούν να αναπαράγουν την ενεργειακή ανισορροπία που παρατηρείται σήμερα».
Τον Μάρτιο, ο Δρ. Stevens συγκάλεσε μια συνάντηση στο Schloss Ringberg, ένα κάστρο με θέα στη λίμνη Tegernsee της Βαυαρίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ειδικοί συζήτησαν τους πιθανούς ρόλους των νεφών και των σωματιδίων θειικού άλατος — τα οποία, για τους κλιματολόγους, αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες φαινομένων.
Τα θειικά άλατα αποτελούν μια λεγόμενη «εξωγενή δύναμη» —μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η ενέργεια ρέει μέσα στο σύστημα, η οποία επιβάλλεται απ’ έξω. Οι αλλαγές στα νέφη αποτελούν «ανατροφοδοτήσεις» —αντιδράσεις σε τέτοιες επιβολές, οι οποίες είτε ενισχύουν είτε μετριάζουν τα αποτελέσματά τους. Εάν τα κλιματικά μοντέλα δεν παράγουν την ΕΕΙ που παρατηρείται στον πραγματικό κόσμο, είναι πιθανό είτε να υποτιμούν τα ψυκτικά αποτελέσματα της επιδράσεως των θειικών αλάτων, είτε να μην αποτυπώνουν με ακρίβεια τις ανατροφοδοτήσεις μέσω των οποίων οι αλλαγές στην καθαρή επίδραση οδηγούν σε αλλαγές στην νεφοκάλυψη. Για μια εβδομάδα, ωκεανογράφοι, σχεδιαστές οργάνων, δημιουργοί κλιματικών μοντέλων, ειδικοί στα αερολύματα και φυσικοί της ατμόσφαιρας διαφωνούσαν σχετικά με τα μυστήρια της εργασίας του καθενός, προσπαθώντας να εξηγήσουν το φαινόμενο.
Η εξήγηση που συγκέντρωσε τη μεγαλύτερη υποστήριξη, σύμφωνα με μια άτυπη δημοσκόπηση που διεξήγαγε ο Δρ. Stevens στο τέλος της εβδομάδας, ήταν ότι η επίδραση των θειικών αλάτων υπολογιζόταν λανθασμένα. Διάφορες μετρήσεις που απαιτούνται για τους υπολογισμούς είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν. «Πολλά από τα συστατικά δεν παρατηρούνται πολύ καλά, αν και εφόσον παρατηρούνται», λέει ο Chris Smith, ο οποίος ασχολείται με το θέμα στο IIASA, ένα διεθνές ερευνητικό ινστιτούτο με έδρα την Αυστρία. Τα αερολύματα είναι κινητά αλλά βραχύβια. Μπορούν να διανύσουν χιλιάδες χιλιόμετρα από την πηγή τους, αλλά όχι τις δεκάδες χιλιάδες που απαιτούνται για να εξαπλωθούν σε όλο τον κόσμο όπως τα αέρια του θερμοκηπίου. Αυτό σημαίνει ότι οι επιδράσεις τους είναι αποσπασματικές.
Είναι επίσης ποικίλες. Η βασική επίδραση είναι η άμεση ανάκλαση του ηλιακού φωτός πίσω στο διάστημα. Ωστόσο, έχουν και έμμεσες επιδράσεις στα νέφη, κι αυτές φαίνεται να συμβάλλουν περισσότερο στην ψύξη. Οι ιδιότητες —και μερικές φορές η ίδια η ύπαρξη— των χαμηλών νεφών εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα αερολυμάτων, πάνω στα οποία ο υδρατμός μπορεί να συμπυκνωθεί σε σταγονίδια. Αυτό σημαίνει ότι, αν βρίσκονται στο σωστό σημείο, τα αερολύματα μπορούν να κάνουν τα νέφη πιο φωτεινά, να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής τους ή ακόμα και να τα δημιουργήσουν από το μηδέν. Όλα αυτά, όμως, είναι και πάλι δύσκολο να μετρηθούν.
Ο Øivind Hodnebrog του CICERO, του κύριου ινστιτούτου κλιματικής έρευνας της Νορβηγίας, και οι συνεργάτες του εξέτασαν διεξοδικά δεδομένα και μοντέλα για να προσπαθήσουν να σχηματίσουν μια συνεκτική εικόνα της μείωσης των αερολυμάτων. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μισό της αύξησης της τάσης της ΕΕΙ μεταξύ 2001 και 2019 θα μπορούσε να αποδοθεί στον καθαρισμό της ατμόσφαιρας και ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις γι’ αυτή την αλλαγή στην κλιματική επίδραση ήταν κατά 10-40% χαμηλότερες από την πραγματικότητα.
Από το 2019, όταν ολοκληρώθηκε η εν λόγω μελέτη, η μείωση των εκπομπών συνεχίστηκε με ταχείς ρυθμούς. Οι παγκόσμιες εκπομπές θείου έχουν μειωθεί από 81 εκατ. τόνους σε 69 εκατ. τόνους. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους νέους ελέγχους των εκπομπών θείου από τα πλοία, οι οποίοι επιβλήθηκαν το 2020 από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO). Τα θειικά άλατα από τα πλοία στην ανοιχτή θάλασσα αποτελούν ιδιαίτερα ισχυρούς παράγοντες κλιματικής επίδρασης, κυρίως επειδή η έλλειψη άλλων κοντινών πηγών αερολυμάτων αυξάνει την οριακή επίδραση των πρόσθετων αυτών πηγών.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι κανονισμοί του IMO του 2020 μείωσαν την ψύξη που σχετίζεται με το θείο κατά περισσότερο από 10%. Αυτή είναι μια μεγαλύτερη αλλαγή στο κλίμα από ό,τι είχαν οποιαδήποτε μέτρα που ελήφθησαν για το διοξείδιο του άνθρακα. Δυστυχώς, είναι προς τη λάθος κατεύθυνση.
Τι γίνεται λοιπόν με τις ανατροφοδοτήσεις; Η νεφοκάλυψη έχει σίγουρα αλλάξει. Πέρυσι, ο Helge Gössling του Ινστιτούτου Alfred Wegener και οι συνεργάτες του ανέλυσαν τα μοτίβα νεφοκάλυψης για το 2023, ένα έτος κατά το οποίο οι θερμοκρασίες έφτασαν σε ιστορικό υψηλό, η λευκαύγεια σε ιστορικό χαμηλό και ο δείκτης ΕΕΙ σε επίπεδο που κανένα από τα μοντέλα στα οποία βασίζεται η IPCC δεν μπόρεσε να προσομοιώσει. Διαπίστωσαν, πάνω από ορισμένα τμήματα του ωκεανού, μια εντυπωσιακή έλλειψη νεφών χαμηλού υψομέτρου.
Μια πιο πρόσφατη, μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του ρόλου των χαμηλών νεφών, από τον Paulo Ceppi του Imperial College του Λονδίνου, έθεσε αυτό το αποτέλεσμα στο πλαίσιο μιας τάσης δύο δεκαετιών. Διαπίστωσε ότι αυτή η τάση είχε πράγματι σημαντική επίδραση στην ΕΕΙ, η οποία φαίνεται να εξηγεί περίπου το μισό της αύξησής του. Ωστόσο, διαπίστωσε επίσης ότι η ένταση της τάσης δεν ήταν μεγαλύτερη από ό,τι προβλέπουν τα μοντέλα.
Αν τα θειικά άλατα μπορούν να εξηγήσουν περίπου το μισό της αύξησης της ΕΕΙ, όπως υποστηρίζουν ο Δρ. Hodnebrog και οι συνεργάτες του, και τα νέφη μπορούν να εξηγήσουν περίπου το μισό, το ζήτημα θα θεωρούταν λήξαν. Το κλίμα παραμένει δυσμενές και, καθώς οι εκπομπές θείου μειώνονται ακόμα περισσότερο, η κατάσταση σίγουρα θα επιδεινωθεί. Ωστόσο, οι εξηγήσεις φαίνονται ικανοποιητικές.
Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αφενός, ορισμένες από τις επιδράσεις των νεφών, αυτές που προκαλούνται από τη μείωση των αερολυμάτων, υπολογίζονται και στις δύο αναλύσεις. Αφετέρου, αυτό που τα μοντέλα δυσκολεύονται περισσότερο να αναπαράγουν δεν είναι το μέγεθος της ανισορροπίας, αλλά ο βαθμός στον οποίο αυτή κυριαρχείται από τη μείωση της λευκαύγειας. Ο Kyle Armour του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον αναφέρει ότι αυτό είναι που τον ανησυχεί περισσότερο σχετικά με τα δεδομένα του CERES. «Πρόκειται για μια πολύ μεγαλύτερη συσσώρευση ενέργειας βραχέων κυμάτων [δηλ. ηλιακής ακτινοβολίας] από ό,τι μπορούν να παράγουν τα μοντέλα. Επομένως, ό,τι κι αν κάνουν τα μοντέλα, φαίνεται να παραλείπουν ορισμένες διεργασίες».
Πρόσφατη εργασία του Gunnar Myhre, επίσης του CICERO, σε συνεργασία με τον Δρ. Hodnebrog, τον Norman Loeb του Ερευνητικού Κέντρου Langley της NASA —ο οποίος είναι υπεύθυνος για τα δεδομένα του CERES— και τον Piers Forster του Πανεπιστημίου του Λιντς, ο οποίος ηγήθηκε του σχετικού τμήματος της έκθεσης της IPCC του 2021, υπογραμμίζει αυτό το σημείο. Εξέτασαν πόσο καλά τα μοντέλα που έλαβε υπόψη η IPCC λάμβαναν υπόψη τη μεταβαλλόμενη ΕΕI, όταν οι ρυθμοί αύξησης της απορροφούμενης ακτινοβολίας μικρού μήκους κύματος και της εκπεμπόμενης ακτινοβολίας μεγάλου μήκους κύματος διαχωρίζονται.
Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, ακόμα και όταν τα μοντέλα πλησίαζαν τη σωστή τιμή της EEΙ, το έκαναν με λάθος τρόπο. Έτειναν να παρουσιάζουν μικρότερη αύξηση στην απορρόφηση και μικρότερη αύξηση στην εκπομπή. Σε όρους ισολογισμού, λιγότερες εισροές και λιγότερες εκροές, ακόμα κι αν το χάσμα μεταξύ των δύο ήταν σχεδόν το ίδιο. Ωστόσο, αν όλα τα μοντέλα έκαναν λάθος προς την ίδια κατεύθυνση, ορισμένα έκαναν μεγαλύτερο λάθος από άλλα. Και τα πιο λανθασμένα είχαν όλα ένα κοινό χαρακτηριστικό: χαμηλή «κλιματική ευαισθησία».
Η κλιματική ευαισθησία είναι ένας τρόπος προσέγγισης του αθροίσματος όλων των ανατροφοδοτήσεων — μια εκτίμηση της αναμενόμενης αύξησης της θερμοκρασίας για μια δεδομένη αύξηση της κλιματικής πίεσης. Το 2021, η IPCC υπολόγισε ότι η καλύτερη εκτίμηση αυτής της ευαισθησίας, με βάση την τότε κατανόηση της κλιματικής πίεσης, ήταν 3°C, με πιθανότητα 90% η τιμή να κυμαίνεται μεταξύ 2°C και 5°C.
Ο Δρ. Myhre και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι, με βάση την απόδοσή τους στον δείκτη EEΙ, τα μοντέλα με εκτίμηση ευαισθησίας μικρότερη από 2,94 °C μπορούσαν, με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, να αποκλειστούν.
Η καλύτερη εκτίμηση της IPCC για την ευαισθησία του κλίματος είναι, με άλλα λόγια, η χαμηλότερη που εξακολουθεί να είναι εύλογη (βλ. διάγραμμα 2). Επιπλέον, μια πρόσφατη μελέτη υπό την καθοδήγηση της Gergana Gyuleva, συναδέλφου του Δρ. Knutti στο ETH Ζυρίχης, η οποία χρησιμοποίησε ένα διαφορετικό μέτρο μέτρησης της ευαισθησίας του κλίματος, καταλήγει σε παρόμοιο αποτέλεσμα.
Ένας μακροχρόνιος υποστηρικτής των υψηλότερων κλιματικών ευαισθησιών είναι ο James Hansen του Earth Institute στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια. Ο Δρ. Hansen, ένας βετεράνος που ασχολείται με κλιματικά μοντέλα και κλιματική ευαισθησία από τη δεκαετία του 1970, πιστεύει ότι η απάντηση στο ερώτημα «εξωγενείς δυνάμεις ή ανατροφοδοτήσεις;» είναι κατηγορηματικά και τα δύο. Οι επιδράσεις των θειικών αλάτων είναι σημαντικές. Η κλιματική ευαισθησία είναι υψηλή.
Ως αποτέλεσμα, πιστεύει ότι η αύξηση της θερμοκρασίας δεν ανέρχεται επί του παρόντος σε 0,27°C ανά δεκαετία —όπως υπολογίζουν ο Δρ. Forster και οι συνεργάτες του— αλλά στο εντυπωσιακό ποσοστό των 0,4°C ανά δεκαετία. Με βάση αυτό, αναμένει ότι το τρέχον φαινόμενο Ελ Νίνιο θα καταστήσει τόσο τη φετινή όσο και την επόμενη χρονιά τις θερμότερες που έχουν καταγραφεί ποτέ (οι περισσότεροι προγνωστικοί αναλυτές πιστεύουν ότι οι πλήρεις επιπτώσεις του θα δημιουργήσουν αυτή την κατάσταση μόνο το επόμενο έτος). Σύμφωνα με τις προβλέψεις του, η αύξηση της θερμοκρασίας από τον 19ο αιώνα θα φτάσει τους 2°C — και, ως εκ τούτου, θα ξεπεράσει το όριο που κατοχυρώθηκε στη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα το 2015 — μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2030
Ελάχιστοι από τους συναδέλφους του Δρ. Hansen συμφωνούν με όλα αυτά. Διαφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος συνάγει την υψηλή κλιματική ευαισθησία από την ανάλυση των εποχών των παγετώνων και των θερμών περιόδων που τις διαχωρίζουν. Σύμφωνα με τον Δρ. Armour, το πρότυπο της αύξησης της θερμοκρασίας στο τέλος της πιο πρόσφατης εποχής των παγετώνων δεν έμοιαζε με το πρότυπο της αύξησης της θερμοκρασίας που παρατηρείται σήμερα.
Οι περισσότερες συζητήσεις σχετικά με την ευαισθησία του κλίματος αφορούν παγκόσμιους μέσους όρους. Ωστόσο, γίνεται όλο και σαφέστερο ότι τα μοτίβα έχουν σημασία. Οι ωκεανοί δεν θερμαίνονται ομοιογενώς, και ορισμένα μέρη του κόσμου αποβάλλουν τη θερμότητα καλύτερα από άλλα.
Το κλασικό παράδειγμα είναι η «θερμή λεκάνη» στον δυτικό Ειρηνικό. Η θερμότητα της επιφάνειας προκαλεί ισχυρή μεταφορά προς την ατμόσφαιρα, δημιουργώντας πανύψηλα καταιγιδοφόρα νέφη. Αυτή η διαδικασία μεταφέρει τη θερμότητα προς τα πάνω, στην κορυφή της ατμόσφαιρας, με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Μόλις φτάσει εκεί, η θερμότητα αυτή αποβάλλεται ευκολότερα στο διάστημα ως υπέρυθρη ακτινοβολία. Ο πλανήτης αποκτά έναν ακτινοπομπό. Η κλιματική ευαισθησία του μειώνεται.
Η εργασία του Vince Cooper του MIT, πρώην φοιτητή του Δρ. Armour, εφαρμόζει παρόμοιες ιδέες στο τέλος της εποχής των παγετώνων. Τα τμήματα της επιφάνειας της θάλασσας που ήταν τότε ασυνήθιστα κρύα βρίσκονταν στα βόρεια υψηλά γεωγραφικά πλάτη. Και για μια δεδομένη αύξηση της θερμοκρασίας, ένας κόσμος όπου η αύξηση αυτή συγκεντρώνεται στα υψηλά γεωγραφικά πλάτη θα έχει υψηλότερη κλιματική ευαισθησία από έναν κόσμο με πιο ομοιογενή αύξηση της θερμοκρασίας, όπως ο σημερινός. Οι μεταβολές στη μέση παγκόσμια θερμοκρασία που παρατηρήθηκαν τότε δεν υποδηλώνουν ιδιαίτερα υψηλή ευαισθησία σήμερα. Στην πραγματικότητα, ο Δρ. Cooper πιστεύει ότι υποδηλώνουν ότι η σημερινή ευαισθησία είναι απίθανο να υπερβαίνει τους 4°C.
Ωστόσο, η σημασία των μοτίβων δεν έγκειται μόνο στο παρελθόν. Ο Δρ. Rugenstein και άλλοι εργάζονται εδώ και αρκετό καιρό πάνω στο πρόβλημα ότι τα μοτίβα θέρμανσης που εντοπίζονται στα κλιματικά μοντέλα δεν αντανακλούν, σε γενικές γραμμές, εκείνα που παρατηρούνται στον πραγματικό κόσμο. Και κάποια πτυχή αυτής της ασυμφωνίας ενδέχεται να εξηγεί γιατί τα μοντέλα δεν ταιριάζουν με την πραγματική ΕΕΙ. Στη συνάντηση του Ringberg, ο αριθμός των ατόμων που πίστευαν ότι οι επιδράσεις των μοτίβων θα μπορούσαν ακόμη να εξηγήσουν την ΕΕΙ ήταν μικρότερος από εκείνους που υποστήριζαν ότι «οι εξωγενείς δυνάμεις είναι λανθασμένες», αλλά μεγαλύτερος από οποιαδήποτε άλλη ομάδα.
Δυστυχώς, δεν είναι απολύτως σαφές πώς ακριβώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτή η εξήγηση — κυρίως επειδή, όπως αναφέρει ο Δρ. Stevens, «Κανείς δεν ξέρει τι δημιουργεί αυτά τα μοτίβα». Είναι αποτέλεσμα φυσικής μεταβλητότητας, με τη διάταξή τους τις τελευταίες δεκαετίες — κατά τη διάρκεια των οποίων, σε ορισμένες περιόδους, ο «ακτινοπομπός» της θερμής λεκάνης λειτουργούσε πολύ καλά — να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό θέμα τύχης; Ή μήπως μπορούν να εξηγηθούν μέσω ενός μηχανισμού που τα μοντέλα δεν γνωρίζουν ακόμη πώς να αποτυπώσουν; «Η διαίσθησή μου», λέει ο Δρ. Rugenstein, «είναι ότι η απορρόφηση θερμότητας από τον ωκεανό που υπολογίζουν τα μοντέλα είναι λανθασμένη». Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε προβλήματα με τα μοτίβα της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας.
Το να καταφέρουμε τα μοντέλα να αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο ωκεανός αλληλοεπιδρά με την ατμόσφαιρα είναι ένα μακροχρόνιο πρόβλημα, το οποίο φαίνεται δύσκολο να επιλυθεί. Ωστόσο, έχει τεράστια σημασία. Οι ωκεανοί της Γης, η οποία γίνεται όλο και πιο σκοτεινή, απορροφούν ολοένα και περισσότερη ενέργεια και την αποθηκεύουν. Η κατανόηση των σχετικών διαδικασιών είναι κατεπείγουσα – και προκαλεί μια ορισμένη απογοήτευση. «Το τι μας λένε πραγματικά τα τελευταία 25 χρόνια για τα επόμενα 25 χρόνια παραμένει ανοιχτό», λέει ο Δρ. Rugenstein. «Και αυτό είναι ντροπιαστικό για τον κλάδο μας».
Πέρυσι, ο Δρ. Stevens και η Tiffany Shaw, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο που ασχολείται με τις προβλέψεις για την περιφερειακή κλιματική αλλαγή, δημοσίευσαν μια μελέτη με τίτλο «The Other Climate Crisis» (Η Άλλη Κλιματική Κρίση). Η πρώτη κλιματική κρίση είναι αρκετά γνωστή: ο πλανήτης θερμαίνεται με ταχείς ρυθμούς. Η άλλη κρίση, υποστηρίζουν, βρίσκεται στην ίδια την κλιματική επιστήμη, όπου η συσσώρευση ανωμαλιών υποδηλώνει ότι ορισμένες παραδοχές πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση.
Η πρόοδος στην κατανόηση του τι θα προκαλέσει στην πραγματικότητα η αυξανόμενη ποσότητα ενέργειας που αποθηκεύεται στο σύστημα της γης, της θάλασσας και της ατμόσφαιρας, λένε, απαιτεί από τους κλιματολόγους να επικεντρωθούν στις διαδικασίες και τις προβλέψεις όπου τα μοντέλα και τα δεδομένα αποκλίνουν περισσότερο. Δεν υπάρχει πιο σημαντική απόκλιση για να ξεκινήσουμε από τη μείωση της φωτεινότητας της Γης.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

