Η άφιξη του Andy Burnham στην πρωθυπουργία της Βρετανίας αποτελεί «τη σημαντικότερη στιγμή πολιτικής αλλαγής των τελευταίων 40 ετών» — τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο. Περνώντας το κατώφλι της πρωθυπουργικής κατοικίας στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ στις 20 Ιουλίου, διακήρυξε: «Ας κάνουμε αυτή τη στιγμή την αφετηρία για να αρχίσει η Βρετανία να πιστεύει ξανά».
Ωστόσο, η φιλόδοξη αυτή ρητορική δεν συνοδεύτηκε από κάποιο πραγματικά μετασχηματιστικό όραμα διακυβέρνησης. Δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη του απόπειρα να ηγηθεί του Εργατικού Κόμματος και έναν χρόνο αφότου άρχισε να προετοιμάζεται σοβαρά για τον νέο του ρόλο, ο κ. Burnham έκανε μια μάλλον υποτονική εκκίνηση. Είναι σαφής ως προς το τι απορρίπτει, αλλά πολύ λιγότερο ξεκάθαρος ως προς το τι σκοπεύει να υλοποιήσει από τη θέση του πρωθυπουργού.
Η πρώτη δουλειά του πρωθυπουργού ήταν η αναδιάρθρωση του υπουργικού συμβουλίου: απέλυσε όλους τους στενούς συμμάχους του προκατόχου του, Sir Keir Starmer, συμπεριλαμβανομένης της Rachel Reeves, υπουργού Οικονομικών του. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονταν οι περισσότεροι από όσους είχαν εμπλακεί στη διαμόρφωση της οικονομικής προσέγγισης του Sir Keir, η οποία (στη ρητορική, αν όχι πάντοτε στην πράξη) ευνοούσε τον τομέα της τεχνολογίας, την απελευθέρωση και την εστίαση στην οικοδόμηση κατοικιών, με σκοπό να τονωθεί η υποτονική ανάπτυξη της Βρετανίας: ο Peter Kyle, ο Steve Reed, η Liz Kendall και ο Darren Jones απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, οι οποίες διαχειρίζονταν, αντίστοιχα, τις επιχειρήσεις, τη στέγαση, την επιστήμη και τον κρατικό μηχανισμό. Η αδίστακτη στάση του κ. Burnham στην εξάλειψη της οικονομικής κληρονομιάς του προκατόχου του συνάδει με τις πρόσφατες επιθέσεις του εναντίον των 40 χρόνων «νεοφιλελευθερισμού».
Ωστόσο, νέος υπουργός Οικονομικών, John Healey, δεν αποτελεί πλήρη ρήξη με το παρελθόν. Υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Sir Tony Blair. Ο διορισμός του, ο οποίος αποτέλεσε έκπληξη για τους περισσότερους παρατηρητές, δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια ριζική απόκλιση από την οικονομική ορθοδοξία. Αυτό που δείχνει είναι ότι ο πρωθυπουργός είναι πρόθυμος να δαπανήσει πολύ περισσότερα για την άμυνα: ο κ. Healey παραιτήθηκε από τη θέση του υπουργού Άμυνας του Sir Keir τον Ιούνιο, μετά από διαμάχη σχετικά με τη χρηματοδότηση. (Θα βρει τελικά τα επιπλέον δισεκατομμύρια για στρατιωτικές επενδύσεις που του είχε αρνηθεί προηγουμένως το Υπουργείο Οικονομικών;) Ο Ed Miliband, ο οποίος είχε προταθεί για τη θέση του υπουργού Οικονομικών, αναλαμβάνει υπουργός Εξωτερικών, ενώ μια άλλη υποψήφια, η Shabana Mahmood, παραμένει υπουργός Εσωτερικών — ένα σημάδι ότι ο κ. Burnham υποστηρίζει την αυστηρή στάση της τόσο έναντι της νόμιμης όσο και της παράνομης μετανάστευσης.
Η πρώτη δουλειά του κ. Healey θα είναι να εγκρίνει ένα πακέτο μέτρων που θα βοηθήσουν τους Βρετανούς να αντιμετωπίσουν το κόστος διαβίωσης. Ξεκίνησε καταργώντας τον ΦΠΑ από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών, με ισχύ από τον Οκτώβριο — μια κίνηση που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα εξοικονομήσει στο μέσο νοικοκυριό 45 λίρες (60 δολάρια) ετησίως. Η χρηματοδότηση θα προέλθει από την κατάργηση του σχεδίου του Sir Keir για τις ψηφιακές ταυτότητες. Θα πρέπει επίσης να βρει τα χρήματα για να υλοποιήσει την πρώτη συγκεκριμένη πολιτική υπόσχεση του πρωθυπουργού, να «τερματίσει την αστεγία» — ένα έργο που προσπάθησε να υλοποιήσει και ο κ. Burnham, με περιορισμένη επιτυχία, κατά τη θητεία του ως δήμαρχος της ευρύτερης περιοχής του Μάντσεστερ.
Ο Wes Streeting, ένθερμος οπαδός του Blair που συνέβαλε στην πτώση του Sir Keir παραιτούμενος από το υπουργικό συμβούλιο τον Μάιο, ανταμείφθηκε με τη θέση του υπουργού Άμυνας. Η Angela Rayner, η πρώην αναπληρώτρια πρωθυπουργός, επιστρέφει επίσης στο υπουργικό συμβούλιο στην προηγούμενη θέση της ως υπουργός Στέγασης. Ο κ. Burnham έχει αναθέσει υψηλές θέσεις σε τρεις άλλες γυναίκες που θεωρούνται κρίσιμες για την επιτυχή προσπάθειά του να αναλάβει την ηγεσία: τη Louise Haigh, την Anneliese Midgley και τη Miatta Fahnbulleh. Κατάργησε το αυτόνομο υπουργείο Επιστημών και Τεχνολογίας, αλλά το αντιστάθμισε δίνοντας στον Kanishka Narayan, τον υπουργό Τεχνητής Νοημοσύνης, θέση στο υπουργικό συμβούλιο.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο πρωθυπουργός έδειξε ότι κατανοεί πού πρέπει να βρίσκονται οι προτεραιότητές του με τις τρεις πρώτες τηλεφωνικές κλήσεις που πραγματοποίησε προς ξένους ηγέτες: μίλησε με τον Donald Trump, τον Volodymyr Zelensky και την Ursula von der Leyen, την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως, η επιλογή του κ. Miliband για τη διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών, σημαίνει ότι η ανακατάταξη των υπουργών συνεχίζεται: η Βρετανία είχε επτά διαφορετικούς υπουργούς Εξωτερικών τα τελευταία πέντε χρόνια, κάτι που αποτελεί καταδικαστική απόδειξη της πολιτικής αναταραχής της χώρας και της αδυναμίας των διαδοχικών ηγετών να χαράξουν μια πορεία και να την ακολουθήσουν.
Για έναν πολιτικό που διακήρυττε πως ήταν «έτοιμος», προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι ο κ. Burnham αφήνει να εννοηθεί πως ορισμένες από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις της διακυβέρνησής του θα μετατεθούν ακόμα πιο πίσω. Έχει δεσμευθεί να παρουσιάσει ένα «δεκαετές σχέδιο» κάποια στιγμή το φθινόπωρο, το οποίο αναμένεται να περιλαμβάνει και την πρότασή του για τη μεταρρύθμιση του περίπλοκου συστήματος κοινωνικής φροντίδας των ηλικιωμένων. Η μεγαλύτερη πολιτική του φιλοδοξία είναι η αποκέντρωση εξουσιών από το Γουέστμινστερ προς τις αγγλικές περιφέρειες, όμως, και σε αυτό το ζήτημα έχει αποφύγει να δώσει ουσιαστικές λεπτομέρειες. Την ώρα που η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με πιεστικές προκλήσεις, οι πολυτέλειες των αναβολών και της αβεβαιότητας περισσεύουν.
Παρά το υποτονικό ξεκίνημα, υπάρχουν λόγοι για συγκρατημένη αισιοδοξία απέναντι στον νέο πρωθυπουργό. Το γεγονός ότι κατάφερε να κρατήσει σχεδόν απόλυτα μυστικούς τους διορισμούς του υπουργικού συμβουλίου μέχρι τη στιγμή της ανακοίνωσής τους αποτελεί εντυπωσιακή διαφοροποίηση από τις πρόσφατες κυβερνήσεις. Αν επιδείξει την ίδια πειθαρχία και στην άσκηση πολιτικής, οι επόμενες εβδομάδες ενδέχεται να φέρουν μια σειρά από ουσιαστικές πρωτοβουλίες, με το δεκαετές σχέδιο να λειτουργεί ως η συνεκτική κορύφωση μιας ήδη διαμορφωμένης στρατηγικής και όχι ως αφετηρία της. Εξίσου εύστοχο ήταν και το βασικό μήνυμά του έξω από το νούμερο 10, ότι οι Βρετανοί καλούνται να ανακαλύψουν ξανά τον «κοινό τους σκοπό».
Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος, η πολιτική του σκέψη να αποδειχθεί τόσο ρηχή όσο δείχνει μέχρι στιγμής και η κυβέρνηση Burnham να εξελιχθεί απλώς σε μια εκδοχή της κυβέρνησης του Sir Keir με βόρεια προφορά, παραμένει υπαρκτός. Υπάρχει όμως και ένα ακόμα πιο δυσοίωνο ενδεχόμενο: ο νέος πρωθυπουργός αποφεύγει να αποκηρύξει ορισμένες προβληματικές οικονομικές πολιτικές, όπως ο έλεγχος των ενοικίων και η μαζική εθνικοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, μέτρα που απειλούν να ανακόψουν την ανάπτυξη και να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τα ήδη εύθραυστα δημόσια οικονομικά. Έτσι, παρά τις τρεις δεκαετίες του Andy Burnham στη δημόσια ζωή, οι Βρετανοί εξακολουθούν να γνωρίζουν ελάχιστα για τις πραγματικές προθέσεις του νέου πρωθυπουργού τους.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

