Τις συνομιλίες στην Ελβετία αναμένει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τα επόμενα βήματα, καθώς ο κύκλος διαπραγματεύσεων ξεκίνησε την Κυριακή, με έλλειψη εμπιστοσύνης και απειλές, μεταξύ σφύρας και άκμονος.
Οι συνομιλίες στο θέρετρο Μπίργκενστοκ της Ελβετίας γίνονται με τη συμμετοχή διαμεσολαβητών από το Κατάρ και το Πακιστάν, σε μια προσπάθεια να διασωθεί η εύθραυστη συμφωνία που επιτεύχθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Οι επαφές ολοκληρώθηκαν τα ξημερώματα της Δευτέρας με συμφωνία για τη δημιουργία νέων μηχανισμών εποπτείας και τη συνέχιση των διαβουλεύσεων από τεχνικές ομάδες καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας στην Ελβετία. Το πετρέλαιο υποχώρησε στα 79 δολ.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκάι, έκανε λόγο για «καλή πρόοδο» στην εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι δύο πλευρές. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι συμφωνήθηκε η δημιουργία ειδικού μηχανισμού για τη διασφάλιση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως.
Κυρώσεις, πετρέλαιο και δεσμευμένα κεφάλαια
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκαν η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν παγωμένα στο εξωτερικό, καθώς και πιθανές εξαιρέσεις από τις κυρώσεις που περιορίζουν τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, υποστήριξε ότι εξετάζονται μέτρα για τη χαλάρωση περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου και πετροχημικών προϊόντων, ενώ παράλληλα προωθείται ένα ευρύτερο πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της χώρας.
Κατάρ και Πακιστάν, που διαμεσολαβούν στις συνομιλίες, ανακοίνωσαν ότι οι επαφές διεξήχθησαν σε θετικό κλίμα και κατέγραψαν ενθαρρυντική πρόοδο.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης στη σύσταση Ανώτατης Επιτροπής πολιτικής εποπτείας, καθώς και ειδικών ομάδων εργασίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, τις κυρώσεις και την επίλυση διαφορών.
Παράλληλα, αποφασίστηκε η δημιουργία μηχανισμού αποκλιμάκωσης για τον Λίβανο, με στόχο την παρακολούθηση της κατάστασης ασφαλείας και τη στήριξη των προσπαθειών τερματισμού των συγκρούσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ.
Οι μεσολαβητές εκτιμούν ότι οι επόμενες 60 ημέρες θα είναι καθοριστικές για τη διαμόρφωση μιας συνολικής συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Το βράδυ προκλήθηκε νέα ένταση. Οι συνομιλίες, που ξεκίνησαν με θετικές υποσχέσεις, «έχουν διακοπεί αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί», δήλωσε μια ιρανική πηγή στο Reuters. Η αντιπροσωπεία της Τεχεράνης, όπως μετέδωσαν ιρανικά ΜΜΕ, αποχώρησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις απειλές Τραμπ.
Κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας με το Fox News, ο Τραμπ φάνηκε να απειλεί με επανάληψη των βομβαρδισμών των ΗΠΑ στο Ιράν την ώρα την ώρα που Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έκανε λόγο για πρόοδο. «Κλείνεις τα Στενά και δεν θα έχεις χώρα», είπε ο Τραμπ για την κρίσιμη πλωτή οδό. «Δεν θα επιστρέψετε καν στη γ@@@@@@@ σας χώρα», πρόσθεσε.
Απείλησε δε ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «φύλακας άγγελος» των Στενών κρατώντας το 20% των εσόδων από το πετρέλαιο, συμπληρώνοντας ότι «αν χρειαστεί, θα καταλάβουμε τα Στενά, θα τους ισοπεδώσουμε και αν δεν κάνουν συμφωνία, θα εισπράττουμε διόδια».
Διπλωματία Τραμπ-Βανς
Νωρίτερα, ο Τραμπ με ανάρτηση του στο TruthSocial εξαπέλυσε απειλές για νέα πλήγματα κατά του Ιράν στην περίπτωση που δεν βάλει φρένο στη δράση της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. «Το Ιράν πρέπει να σταματήσει αμέσως τους ακριβοπληρωμένους πληρεξουσίους του στον Λίβανο από το να προκαλούν προβλήματα. Αν δεν το κάνουν, θα χτυπήσουμε ξανά το Ιράν πολύ σκληρά, όπως ακριβώς κάναμε την περασμένη εβδομάδα, μόνο που ήταν πιο σκληρά!!! Πρόεδρος Ντόναλντ Τζ. Τραμπ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, προειδοποίησε τις ΗΠΑ να είναι προσεκτικές με τις δηλώσεις τους, λέγοντας ότι οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν είναι έτοιμες να απαντήσουν με αφορμή τις νέες απειλές Τραμπ.
Λίγες ώρες πριν από την έναρξη των επαφών, το Ιράν έστειλε σαφές μήνυμα δυσαρέσκειας προς την Ουάσινγκτον, προειδοποιώντας ότι οι διαπραγματεύσεις δύσκολα θα σημειώσουν πρόοδο όσο συνεχίζονται οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο.
Για χθες είχαν προγραμματιστεί τρεις γύροι συνομιλιών, ο πρώτος για την κατάσταση στον Λίβανο, ο δεύτερος για τα Στενά του Ορμούζ και ο τρίτος γύρος σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις αμερικανικές κυρώσεις. Στην Ελβετία μετέβη και ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), Ραφαέλ Γκρόσι για να συμμετάσχει άμεσα στις τεχνικές συζητήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Το κακό κλίμα επιβεβαιώθηκε όταν η ιρανική διαπραγματευτική ομάδα αρνήθηκε την προγραμματισμένη ανταλλαγή χειραψιών και την κοινή οικογενειακή φωτογραφία με την αμερικανική αντιπροσωπεία πριν από την έναρξη των συνομιλιών στην Ελβετία.
Αρχικά, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, χαρακτήρισε ιστορική τη συνάντηση της αμερικανικής αντιπροσωπείας με αξιωματούχους του Ιράν στην Ελβετία, υπογραμμίζοντας ότι οι δύο πλευρές έχουν ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο κατά τις τελευταίες ώρες των διαβουλεύσεων.
Ο Βανς τόνισε ότι πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα, επισημαίνοντας πως, με εξαίρεση τις επαφές των τελευταίων μηνών, η αμερικανική και η ιρανική ηγεσία δεν είχαν συναντηθεί ποτέ στο παρελθόν σε τόσο υψηλό επίπεδο.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο, οι διαπραγματεύσεις στην Ελβετία αποσκοπούν στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου συνεργασίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Όπως ανέφερε, η Ουάσιγκτον επιδιώκει μέσω της διπλωματίας και του διαλόγου να συμβάλει στη μείωση των εντάσεων ανάμεσα στο Ιράν και τα κράτη του Κόλπου, ανοίγοντας τον δρόμο για μεγαλύτερη σταθερότητα και περιφερειακή συνεργασία.
«Βλέπουμε ένα μέλλον όπου όλοι μπορούν να συνεργαστούν για την προώθηση της ειρήνης και της ευημερίας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Τραμπ-Βανς: Οι όροι που θέτει η Ουάσιγκτον
Αναφερόμενος στις επιδιώξεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο Βανς δήλωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ζητήσει από τους διαπραγματευτές να διερευνήσουν νέες δυνατότητες προσέγγισης με τον ιρανικό λαό.
Όπως εξήγησε, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται διατεθειμένες να μεταμορφώσουν ριζικά τη σχέση τους με το Ιράν, εφόσον η ηγεσία της χώρας εγκαταλείψει πολιτικές που, κατά την Ουάσιγκτον, τροφοδοτούν την περιφερειακή αστάθεια και απομακρυνθεί οριστικά από την προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων.
«Αυτός είναι σίγουρα ο στόχος μας», κατέληξε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας φάσης στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Νέος σχεδιασμός για το Air Force One με συμβολισμό για τον Τραμπ
Πριν μερικές ημέρες οΤραμπ έστελνε συμβολικά μηνύματα για τις νέες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, μέσα σε αντιφατικό σκηνικό. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ συνεχίζει να κινείται σε μεγαλεπήβολη κλίμακα, συνδυάζοντας χλιδή με γεωοικονομικά ανταλλάγματα, από το βασιλικό δείπνο στις χρυσοκέντητες Βερσαλλίες κατά τη σύνοδο της G7 στη Γαλλία, έως το υπερπολυτελές Air Force One των 400 εκατ. δολ., ένα Boeing 747 που του έκανε δώρο το Κατάρ, το οποίο χαρακτήρισε ως νέο «Ιπτάμενο Λευκό Οίκο».
Η κίνηση συνοδεύεται από έντονη συζήτηση για το κόστος, την προέλευση του αεροσκάφους και τις επιπτώσεις στην ασφάλεια και τη διαφάνεια, όσο και για τις διασυνδέσεις που προσπαθεί να χτίσει με τις αραβικες χώρες στη Μέση Ανατολή καθώς προχωρούν οι διαπραγματεύσες με την Τεχεράνη για την επόμενη μέρα.
Από τη βάση Άντριους, κοντά στην Ουάσιγκτον, ο Τραμπ στάθηκε όλο περηφάνεια μπροστά στο επιβλητικό Boeing 747-8, το οποίο η Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία χαρακτηρίζει ως «VC-25B Bridge aircraft». Το αεροσκάφος είναι σχεδόν διπλάσιο σε μέγεθος σε σχέση με το μοντέλο που χρησιμοποιείται σήμερα, διαθέτει νέο χρωματισμό σε λευκό, σκούρο κόκκινο και μπλε του ναυτικού, εγκαταλείποντας το χαρακτηριστικό γαλάζιο που είχε συνδεθεί με τα ιστορικά αεροσκάφη Air Force One.
«Μας άρεσε το γαλάζιο, αλλά είχε έρθει η ώρα για μια αλλαγή», δήλωσε ο Τραμπ, επισημαίνοντας ότι οι νέες αποχρώσεις αντανακλούν τις προσωπικές του αισθητικές προτιμήσεις. «Ήταν δική μου επιλογή», τόνισε.
Ο Λευκός Οίκος αποχαιρέτησε ένα από τα δύο ιστορικά Air Force One, το οποίο βρισκόταν σε υπηρεσία για περισσότερα από τριάντα χρόνια, σηματοδοτώντας την«νέα εποχή Τραμπ». Σύμφωνα με στοιχεία του Λευκού Οίκου, το αεροσκάφος πραγματοποίησε 223 διεθνείς αποστολές σε 96 χώρες και διένυσε περισσότερα από έξι εκατομμύρια μίλια. Ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε πλέον να εκτεθεί σε μουσείο.
Το αμφιλεγόμενο δώρο του Εμίρη του Κατάρ στον Τραμπ καιτα μηνύματα made in Midle East
Το νέο αεροσκάφος αναμένεται να ξεκινήσει σύντομα επιχειρησιακές δοκιμές. Η Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιηθεί σειρά ελέγχων προκειμένου να πιστοποιηθούν όλες οι απαιτούμενες δυνατότητες για την ασφαλή μεταφορά του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Boeing, η αξία του οποίου εκτιμάται σε αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, προορίζεται να λειτουργήσει ως μεταβατική λύση έως την παράδοση της νέας γενιάς προεδρικών αεροσκαφών που έχει παραγγείλει η Boeing. Η παράδοση αυτών των αεροσκαφών αναμένεται πλέον το 2028, μετά από επανειλημμένες καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους.
Ωστόσο, η δωρεά από το Κατάρ έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Νομικοί και πολιτικοί κύκλοι θέτουν ζητήματα σχετικά με τα όρια αποδοχής δώρων από ξένες κυβερνήσεις προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Τραμπ υπερασπίστηκε εκ νέου την απόφασή του, ευχαριστώντας τον Εμίρη του Κατάρ, τον οποίο χαρακτήρισε «εξαιρετικό άνθρωπο» και υποστήριξε ότι θα ήταν «ανόητο» να απορριφθεί μια τέτοια προσφορά.

Air Force One Τραμπ©ΑΠΕ
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί ανησυχίες και για ζητήματα ασφαλείας, καθώς το αεροσκάφος ανήκε αρχικά σε ξένη κυβέρνηση. Η επιλογή χρήσης του ως προεδρικού αεροσκάφους έχει προκαλέσει επικρίσεις από αιρετούς αξιωματούχους και ειδικούς σε θέματα εθνικής ασφάλειας.
Η Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία, πάντως, διαβεβαίωσε ότι το αεροσκάφος είναι απολύτως ασφαλές και εξοπλισμένο με τις πλέον προηγμένες τεχνολογίες που απαιτούνται για την εκτέλεση της προεδρικής αποστολής.
Τα αεροσκάφη που μετατρέπονται σε Air Force One φημίζονται για τα εξελιγμένα αμυντικά τους συστήματα, τα οποία μπορούν να παρεμβάλλουν εχθρικά ραντάρ και συστήματα υπέρυθρης ανίχνευσης, ενώ διαθέτουν και ειδικά αντίμετρα για την αποπροσανατολισμό κατευθυνόμενων πυραύλων.
Τραμπ και Ιράν: Από τη στρατηγική πίεσης στην αναζήτηση συμβιβασμού
Η αποκλιμάκωση της κρίσης με την Τεχεράνη ανοίγει νέο πεδίο συνεννοήσεων μετις χώρες της Μέσης Ανατολής, καθώς η αμερικανικη ισχύς δεν είναι πλέον αυτή που ήταν πριναπό δεκαετίες και ο Τραμπ αναζητεί συμμεχίες για προχωρήσει τους σχδιασμούς τους, ίσως αναζοπυρωνοντας την ιδέα με τις συμφωνίεςτου Αβραάμ, ωστόσο ο δρόμος μπορεί να αποδειχθεί μακρύς και κακοτράχυλος.
Μπορεί οι συζητήσεις για μια συμφωνία με διάρκεια να απομακρύνει τον κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία, αλλά ταυτόχρονα εντείνει τα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή και το ευρύτερο γεωοικονομικό αποτύπωμα των ΗΠΑ, καταδεικνύοντας τα διλήμματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στο διεθνές σύστημα ισχύος.
Η προκαταρκτική συμφωνία που είναι σε διαπραγμάτευση για τη συνέχεια έρχεται να κλείσει έναν κύκλο έντονης αντιπαράθεσης, ο οποίος δοκίμασε όχι μόνο τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν αλλά και τη συνοχή του ευρύτερου γεωπολιτικού πλαισίου στη Μέση Ανατολή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε επενδύσει πολιτικά στη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» απέναντι στην Τεχεράνη, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με επικρίσεις ότι οι τελικοί όροι της συμφωνίας απέχουν από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει η Ουάσιγκτον.
Για πολλούς αναλυτές, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στο διεθνές περιβάλλον, όπου η δυνατότητα των ΗΠΑ να επιβάλλουν μονομερώς τις επιδιώξεις τους συναντά ολοένα και μεγαλύτερες δυσκολίες.
Οι γεωοικονομικές διαστάσεις της συμφωνίας
Πέρα από το πολιτικό σκέλος, η συμφωνία διαθέτει ισχυρή γεωοικονομική διάσταση. Η αποκλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ περιορίζει έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, οι οποίες τους προηγούμενους μήνες λειτουργούσαν υπό τη σκιά μιας πιθανής περιφερειακής ανάφλεξης.
Η προοπτική χαλάρωσης κυρώσεων, η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων και η πιθανότητα νέων επενδύσεων στην οικονομία της Ισλαμικής Δημοκρατίας δημιουργούν συνθήκες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ενεργειακές ροές και τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιδιώκει τη σταθεροποίηση ενός μετώπου που απειλούσε να επιβαρύνει περαιτέρω το διεθνές οικονομικό περιβάλλον σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας και επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης.

O Τραμπ υπογράφει τη συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου ©YouTube/ printscreen
Τραμπ και η εικόνα της αμερικανικής ισχύος
Η συμφωνία έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα. Τα γεγονότα των τελευταίων ετών, από την αποχώρηση από το Αφγανιστάν έως τις δυσκολίες διαχείρισης κρίσεων στη Μέση Ανατολή, έχουν ενισχύσει τις εκτιμήσεις ότι η αμερικανική υπεροχή δεν ασκείται πλέον με την ίδια ευκολία που χαρακτήριζε την περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η εικόνα της αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής και πολιτικής υπερδύναμης έχει δεχθεί πιέσεις, ενώ ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε διπλωματική υποχώρηση ή συμβιβασμός αξιολογείται όχι μόνο με βάση το άμεσο αποτέλεσμα, αλλά και ως ένδειξη των ευρύτερων μεταβολών στην παγκόσμια κατανομή ισχύος.
Αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η συμφωνία προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εκφράζουν ανησυχίες ότι η Τεχεράνη εξασφάλισε σημαντικά ανταλλάγματα χωρίς να υπάρξουν επαρκείς δεσμεύσεις σε κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν θετικά την αποκλιμάκωση της κρίσης, ζητώντας ωστόσο περισσότερες διευκρινίσεις για το περιεχόμενο της συμφωνίας και τα στρατηγικά οφέλη που αποκομίζουν οι ΗΠΑ.
Ο ίδιος ο Τραμπ υπερασπίζεται την επιλογή του, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία συμβάλλει στη σταθερότητα και αποτρέπει μια ευρύτερη σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Μια νέα πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή
Παρά τη συμφωνία, οι εστίες έντασης στην περιοχή παραμένουν ενεργές. Η κατάσταση στη Γάζα, οι ισορροπίες στον Λίβανο και οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Ισραήλ εξακολουθούν να συνθέτουν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον.
Η συμφωνία ενδέχεται να μειώνει προσωρινά τον κίνδυνο μιας γενικευμένης κρίσης, δεν εγγυάται όμως μια μόνιμη σταθεροποίηση. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο ανακατατάξεων, όπου οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα, αλλά όχι πλέον τον μοναδικό πόλο επιρροής.
Το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή συνιστά διπλωματική επιτυχία ή ένδειξη περιορισμού της αμερικανικής ισχύος θα αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής και ακαδημαϊκής συζήτησης για μεγάλο χρονικό διάστημα.
