Η κρίση πριν από το Brexit και η Ελλάδα μετά την κρίση

Το Brexit ως σύμπτωμα και ως καταλύτης που μετέτρεψε τις διαιρέσεις σε πολιτικό ρεύμα με αποτέλεσμα την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Χρήσιμα συμπεράσματα

Διαμαρτυρία για το Brexit έξω από το βρετανικό κοινοβούλιο © EPA/ANDY RAIN

«Νοέμβριος 2017. Η Βρετανία είχε ψηφίσει. Είχε στείλει τον Ντέιβιντ Κάμερον σπίτι του. Είχε καταστήσει σαφείς τις απόψεις της για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και τώρα, έχοντας κάνει αυτή την κοσμοϊστορική επιλογή, δεν ήθελε να σκεφτεί άλλο πάνω στο θέμα. Προτίμησε να επιστρέψει στις καθημερινές της έγνοιες και να αφήσει το πρόβλημα υλοποίησης αυτής της επιλογής σε εκείνους, που, κατά παράδοση, είχε επιφορτισμένη με τα συγκεκριμένα καθήκοντα: στην τάξη των κυβερνώντων». Οι «κυβερνώντες», όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας Τζόθαναν Κόου στο βιβλίο του «Μέση Αγγλία» τα έκαναν μαντάρα. Αποτέλεσμα; Έξι πρωθυπουργοί στη σειρά ήρθαν για να φύγουν… Τώρα είναι στον προθάλαμο της Downing Street ο έβδομος. Πρωτοφανές για τη Βρετανία, που βρίσκεται βυθισμένη στη δίνη μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης, πολιτικής, πολιτισμικής, οικονομικής-της ακυβερνησίας.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν το Brexit ως την αιτία της συμφοράς. Είναι όμως έτσι; Ο Τζόναθαν Κόου αποδομεί με το σπουδαίο λογοτεχνικό του αφήγημα αυτήν την μονοδιάστατη προσέγγιση. Η «Μέση Αγγλία» περιγράφει το Brexit όχι ως την ασθένεια, αλλά ως σύμπτωμα μιας κρίσης που είχε προηγηθεί στη Γηραιά Αλβιώνα. Μια ασθένεια, που ήταν απότοκος της αποβιομηχάνισης, των ανισοτήτων, της κρίσης αντιπροσώπευσης και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Μόνο έτσι μπορούμε να προσεγγίσουμε πώς μια μεγάλη χώρα που επί δεκαετίες θεωρούνταν υπόδειγμα σταθερότητας βρέθηκε ξαφνικά μετέωρη, χωρίς πυξίδα, χωρίς αύριο.
Ας ψηλαφίσουμε τις αιτίες της προ-Brexit βρετανικής καταβύθισης. Η πρώτη έχει να κάνει με τη σταδιακή αποβιομηχάνιση της χώρας, από τη δεκαετία του ’80. Η στροφή στον χρηματοπιστωτικό τομέα δημιούργησε χάσμα ανάμεσα στα αναδυόμενα κέντρα όπως το Λονδίνο και βύθισε την περιφέρεια στην παρακμή. Στο βιβλίο του Κόου περιγράφεται πώς μια τεράστια βιομηχανική μονάδα στο Μπέρμιγχαμ μετατράπηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, σε ένα απέραντο Mall. Η σκιαγράφηση του πώς ένας παλιός εργάτης στο εργοστάσιο αντικρύζει το εμπορικό κέντρο είναι όλα τα λεφτά…

Ακολούθησε η κρίση του 2008. Η Βρετανία βρέθηκε αντιμέτωπη με την όξυνση των αντιθέσεων. Στάσιμοι μισθοί, μείωση της παραγωγικότητας από τη μια, πλούτος σε λίγους εκλεκτούς από την άλλη. Η μεσαία τάξη της Βρετανίας άρχισε να νιώθει πως το αύριο δεν θα ήταν καλύτερο από το χτες. Η ανασφάλεια άρχισε να κυριαρχεί.
Ταυτόχρονα τα δύο μεγάλα κόμματα οι Συντηρητικοί και οι Εργατικοί άρχισαν να αποξενώνονται από τη βάση τους. Οι ψηφοφόροι των Εργατικών στις συρρικνούμενες βιομηχανικές περιοχές βρέθηκαν αποξενωμένοι από την ηγεσία τους, ενώ οι Συντηρητικοί ταλαντεύονταν ανάμεσα στον οικονομικό (νέο)φιλελευθερισμό και τις συντηρητικές πολιτισμικές ευαισθησίες των οπαδών τους. Έχουμε φτάσει πλέον στην ανάδειξη του κόμματος του Φάρατζ σε πρώτη δημοσκοπική δύναμη, τους Πράσινους και κυριαρχούν στη Σκωτία και την Ουαλία από το πουθενά- και οι ανατροπές συνεχίζονται. Ξαφνικά, με όλα αυτά, το κοινωνικό συμβόλαιο μετά τον πόλεμο κατέρρευσε. Νεότερες γενιές, κοινωνικές ομάδες αλλά και κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών άρχισαν να «διαβάζουν» τη χώρα τους με εντελώς αποκλίνουσες προσεγγίσεις. Ο κοινωνικός ιστός υπέστη ρήγματα.

Το Brexit δεν τα δημιούργησε όλα αυτά. Ήταν ο καταλύτης ώστε να μετατρέψει τις διαιρέσεις αυτές σε πολιτικό ρεύμα υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε. Το δημοψήφισμα έδωσε στους πολίτες τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους, που δεν είχε απαραίτητα να κάνει με την Ε.Ε. (μας θυμίζει αυτό και το δικό μας δημοψήφισμα του 2015;).

Μπορεί από το βρετανικό μοντέλο κατάρρευσης να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα για την Ελλάδα; Παρακινδυνευμένο αλλά όχι απαγορευτικό. Σήμερα είμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής τοξικότητας, ενός πολυκερματισμού, μιας πανσπερμίας νέων κομμάτων-συνολικά μιας ρευστότητας και αβεβαιότητας, όχι ό,τι καλύτερο για τα χρόνια που έρχονται. Δεν είναι όμως αυτό το παράγωγο των αδιεξόδων. Είναι το σύμπτωμα. Μήπως η δεκαετής οικονομική κρίση δεν προκάλεσε ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα, μια κρίση εμπιστοσύνης, που ακόμα και σήμερα δημιουργεί την αίσθηση ότι ναι μεν βγήκαμε από την κρίση, βεβαίως η οικονομία πάει καλύτερα, αλλά δεν αισθάνονται όλοι ότι επωφελούνται από την ανάπτυξη; Μήπως η κρίση δεν ήταν που απονομιμοποίησε ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού συστήματος, συρρίκνωσε παραδοσιακές δυνάμεις και ανέδειξε νέες; Δεν υπάρχει ακόμα και σήμερα πρόβλημα αντιπροσώπευσης, που δεν λύνεται ακόμα και με την εμφάνιση νέων πολιτικών φορέων, που επαγγέλονται κάποιου είδους λύτρωση, χωρίς το τίμημα; Δεν είναι η κοινωνία αντιμέτωπη με προβλήματα όπως το στεγαστικό, η ακρίβεια, αλλά και η επερχόμενη επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις δουλειές και τις ζωές μας- και αναζητά απαντήσεις που δεν υπάρχουν; Και τελικά, δεν υπάρχει η ανάγκη ενός νέου αφηγήματος για το αύριο; Ποια η Ελλάδα οικοδομείται; Με ποιο παραγωγικό μοντέλο; Με ποια κοινωνική συμφωνία μεταξύ των γενεών; Με ποιο ρόλο στον κόσμο που αλλάζει μέρα με τη μέρα;

Όπως στη Βρετανία το Brexit δεν ήταν το αίτιο της δυσαρέσκειας αλλά η έκφραση της πολιτικής της μορφής, έτσι και στη χώρα μας η πόλωση, οι θεωρίες συνωμοσίας, η απαξίωση των θεσμών αλλά και τα ταξίματα για «μάννα εξ ουρανού» στις δοκιμασίες μας εκφράζουν μια βαθύτερη κοινωνική ανασφάλεια. Ας προσέξουμε για να μην ζήσουμε νέες δοκιμασίες.