Ο νέος ΑΙ ηλεκτρονικός πόλεμος στην άμυνα της Ευρώπης

Οι στρατοί της Ευρώπης μπροστά στην πρόκληση της επιθετικής κυριαρχίας στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα αποκτούν νέες δυνατότητες

Το σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου Thundershield της γαλλικής Thales © Τhales

Η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία ανέδειξε τον ηλεκτρονικό πόλεμο σε έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Παρεμβολές, υποκλοπές, παραπλάνηση σημάτων GPS και διακοπή επικοινωνιών μπορούν πλέον να επηρεάσουν καθοριστικά την έκβαση μιας σύγκρουσης, χωρίς να απαιτηθεί η χρήση συμβατικών όπλων.

Στη Γαλλία επικρατεί η εκτίμηση ότι η χώρα, αλλά και συνολικά η Ευρώπη, έχουν μείνει πίσω στον συγκεκριμένο τομέα ύστερα από δύο δεκαετίες περιορισμένων επενδύσεων, τονίζει σε ενδιαφέρον ρεπορτάζ της η Les Echos.

Και αυτό παρά το γεγονός ότι μεγάλες γαλλικές εταιρείες όπως η Thales, έχουν μακρά παράδοση σε συστήματα Ηλεκτρονικού Πολέμου (EW – Electronic Warfare).

Ο διοικητής της Σχολής Πολέμου της Γαλλίας, στρατηγός Βινσέντ Μπρετόν, προειδοποιεί ότι το έλλειμμα αυτό λειτουργεί προς όφελος της Ρωσίας, η οποία έχει επενδύσει συστηματικά στις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου.

Η σύγκρουση στην Ουκρανία αποτελεί πλέον το σημαντικότερο εργαστήριο εξέλιξης αυτών των τεχνολογιών. Η Ρωσία αξιοποίησε εκτεταμένες παρεμβολές στις ουκρανικές επικοινωνίες και στα δορυφορικά συστήματα πλοήγησης, ενώ οι ουκρανικές δυνάμεις ανέπτυξαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα αντίμετρα, δημιουργώντας έναν διαρκή τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Σύμφωνα με τους Γάλλους στρατιωτικούς, οι δυνατότητες αυτές προσφέρουν ιδιαίτερα υψηλή επιχειρησιακή απόδοση με σχετικά περιορισμένο κόστος, καθώς μπορούν να εξουδετερώσουν πολύ ακριβότερα οπλικά συστήματα που εξαρτώνται από ηλεκτρονικά δίκτυα, αισθητήρες και δορυφορική πλοήγηση.

Μαζικές δυνατότητες παρεμβολών

Ο επικεφαλής της γαλλικής Διοίκησης Κυβερνοχώρου, Εμανουέλ Ναγκελέν, θεωρεί ότι οι μαζικές δυνατότητες παρεμβολών αποτελούν πλέον μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την ανθεκτικότητα των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων σε επιχειρήσεις υψηλής έντασης.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την άμυνα. Όπως παραδέχονται στελέχη του γαλλικού στρατού, οι επιθετικές δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου παραμένουν περιορισμένες. Μετά από δύο δεκαετίες επιχειρήσεων κατά της τρομοκρατίας, η έμφαση δόθηκε κυρίως στην προστασία των δυνάμεων και στην επιτήρηση, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τα επιθετικά μέσα ηλεκτρονικού πολέμου.

Η νέα στρατηγική επιδιώκει να ανατρέψει αυτή την ισορροπία. Στόχος είναι οι γαλλικές ένοπλες δυνάμεις να μπορούν όχι μόνο να προστατεύουν τα δικά τους δίκτυα επικοινωνιών, αλλά και να αποδιοργανώνουν τα αντίστοιχα του αντιπάλου, αποκτώντας επιχειρησιακό πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.

Ο νέος νόμος στρατιωτικού προγραμματισμ

Δυνατότητες ηλεκτρομαγνητικής επίθεσης έως το 2030

ού της Γαλλίας προβλέπει ενίσχυση των δυνατοτήτων ηλεκτρομαγνητικής επίθεσης έως το 2030, με συστήματα που θα μπορούν να διαταράσσουν τις επικοινωνίες, την πλοήγηση και την επιχειρησιακή εικόνα του αντιπάλου.

Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι τα περίπου 400 εκατ. ευρώ που προβλέπονται για τον τομέα αυτό απέχουν σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες, οι οποίες εκτιμώνται σε περισσότερα από 2 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, οι γαλλικές ένοπλες δυνάμεις αυξάνουν τον αριθμό των ασκήσεων ηλεκτρονικού πολέμου. Η Πολεμική Αεροπορία και ο Στρατός Ξηράς δοκιμάζουν νέα σενάρια συνδυασμού παρεμβολών, ηλεκτρομαγνητικών επιθέσεων και δορυφορικής παραπλάνησης, ενώ νέα τεθωρακισμένα οχήματα ηλεκτρονικού πολέμου εντάσσονται σταδιακά σε υπηρεσία.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ανάπτυξη βιομηχανικών λύσεων μικρού κόστους και γρήγορης παραγωγής. Η εμπειρία της Ουκρανίας απέδειξε ότι ακόμη και οικονομικά drones μπορούν να εντοπίζουν και να καταστρέφουν συστήματα παρεμβολών, μεταβάλλοντας συνεχώς την ισορροπία μεταξύ επίθεσης και άμυνας.

Η ΑΙ στο αποκτά νέο ρόλο

Σημαντικό ρόλο αποκτά και η τεχνητή νοημοσύνη. Η Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών της Γαλλίας (DGA) αναπτύσσει τον υπερυπολογιστή Asgard και το πρόγραμμα Muse, τα οποία θα επιτρέπουν τον ταχύ εντοπισμό άγνωστων ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, τη γεωεντόπισή τους και την αυτόματη προσαρμογή των αλγορίθμων σε νέα επιχειρησιακά δεδομένα.

Οι ειδικοί μιλούν πλέον για την εμφάνιση του «γνωστικού ηλεκτρονικού πολέμου». Σε αυτό το μοντέλο, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να αναγνωρίζει αυτόματα το εχθρικό σήμα και να δημιουργεί σε πραγματικό χρόνο νέες κυματομορφές παρεμβολής, προσαρμοσμένες στις κινήσεις του αντιπάλου.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες κινούνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Η Thales αναπτύσσει νέα συστήματα παρεμβολών μεγάλης εμβέλειας, όπως το Thundershield (που εκτοξεύει έναν καταστροφικό ηλεκτρομαγνητικό παλμό προς τον αντίπαλο) και εξετάζει τη χρήση drones ως φορέων ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ η Safran προωθεί το σύστημα Skyjacker, το οποίο μπορεί να εξουδετερώνει σμήνη εχθρικών drones παραπλανώντας τα συστήματα δορυφορικής πλοήγησής τους.

Ανάγκη γρήγορης και μαζικής παραγωγής

Για τους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η πρόκληση δεν περιορίζεται πλέον στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών αλλά κυρίως στη γρήγορη και μαζική παραγωγή τους.

Η εμπειρία της Ουκρανίας έχει δείξει ότι η υπεροχή στον ηλεκτρονικό πόλεμο δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογική καινοτομία, αλλά και από την ικανότητα ταχείας προσαρμογής και διάθεσης μεγάλου αριθμού συστημάτων στο πεδίο των επιχειρήσεων.

Καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από δίκτυα επικοινωνιών, δορυφόρους και αισθητήρες, ο έλεγχος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος εξελίσσεται σε βασικό πεδίο αντιπαράθεσης.

Για τη Γαλλία και συνολικά την Ευρώπη, η πρόκληση δεν είναι πλέον μόνο να αμύνονται απέναντι στις παρεμβολές, αλλά να αποκτήσουν και οι ίδιες αξιόπιστες επιθετικές δυνατότητες στον νέο ηλεκτρονικό πόλεμο.