Η εκρηκτική αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη ανοίγει μια νέα αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι δύο πλευρές προωθούν διαφορετικά μοντέλα για το μέλλον της αμυντικής βιομηχανίας, όσο δύο πόλεμοι είναι σε εξέλιξη σε Ουκρανία και Ιράν.
Από τη μία, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επιδιώκει τη δημιουργία μιας ισχυρής διατλαντικής αμυντικής παραγωγικής βάσης με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιρειών. Από την άλλη, οι Βρυξέλλες ενισχύουν τη στρατηγική της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, δίνοντας προτεραιότητα στις επιχειρήσεις της ΕΕ.
Κατά την έναρξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Μαρκ Ρούτε ανακοίνωσε νέα εξοπλιστικά προγράμματα συνολικής αξίας άνω των 54 δισ. δολαρίων, τα οποία περιλαμβάνουν συμπαραγωγές και κοινές βιομηχανικές επενδύσεις μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής. Όπως τόνισε, πρόκειται για δυνατότητες «Made in NATO», υπογραμμίζοντας ότι η διατλαντική συνεργασία παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας.
Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί δύο βασικούς στόχους: την ταχεία ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων έναντι της ρωσικής απειλής και τη διατήρηση της ενεργού συμμετοχής των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απαιτεί από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού βάρους.
Ωστόσο, η προσέγγιση του ΝΑΤΟ δεν συμβαδίζει πλήρως με τη βιομηχανική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρουν αναλυτές στο Politico. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επενδύει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, επιχειρώντας να περιορίσει την εξάρτηση από προμηθευτές εκτός ΕΕ, ακόμη και όταν πρόκειται για στενούς συμμάχους όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, μέσω του οποίου χρηματοδοτούνται εξοπλιστικά προγράμματα με την προϋπόθεση ότι το ποσοστό εξαρτημάτων ή τεχνολογίας προερχόμενων από τρίτες χώρες δεν θα υπερβαίνει το 35% της συνολικής αξίας κάθε οπλικού συστήματος. Αντίστοιχα, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία συνοδεύεται από περιορισμούς στις αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών κρατών και του Καναδά αυξήθηκαν κατά 20% σε σχέση με το 2024, σημειώνοντας ενίσχυση κατά 139 δισ. δολάρια, ενώ για το 2026 προβλέπεται νέα αύξηση της τάξης του 11%.
Το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι εάν η ευρωπαϊκή επανεξοπλιστική προσπάθεια θα εξελιχθεί σε ένα πραγματικά διατλαντικό εγχείρημα ή αν θα αποτελέσει το όχημα για τη διαμόρφωση μιας περισσότερο αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής και βιομηχανικής πολιτικής, με περιορισμένη συμμετοχή των αμερικανικών εταιρειών.

Ο Μαρκ Ρούτε, η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, ο Κάις Σαϊέντ και η Τζόρτζια Μελόνι © Twitter / Ursula von der Leyen
ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση: Η διαμάχη για την αμυντική βιομηχανία
Παρά τις πρωτοβουλίες του ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στις επιχειρήσεις της ΕΕ. Ευρωπαίος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας συμβάλλει παράλληλα και στην ενίσχυση του ΝΑΤΟ, ωστόσο θεωρεί «δίκαιο» τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων να στηρίζουν πρωτίστως την ευρωπαϊκή παραγωγή οπλικών συστημάτων.
Η στάση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες εντείνουν τις πιέσεις προς τις Βρυξέλλες, ενώ παράλληλα επιδιώκουν να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους στην Ευρώπη μέσω συμφωνιών αδειοδότησης και συμπαραγωγής. Ο Αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, έχει ήδη επικρίνει δημόσια τις προβλέψεις του ευρωπαϊκού μοντέλου «Buy European», θεωρώντας ότι περιορίζουν αδικαιολόγητα τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων.
Στο Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανακοινώθηκαν σειρά νέων βιομηχανικών συνεργασιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ευρωπαϊκή παραγωγή των αντιαεροπορικών πυραύλων Stinger της RTX, μελέτη για την επέκταση της παραγωγής των πυραύλων AMRAAM της Raytheon στην Ευρώπη, η δημιουργία ευρωπαϊκού κέντρου συντήρησης για τους αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot PAC-3 της Lockheed Martin, καθώς και η συνεργασία της Lockheed Martin με τη γερμανική Rheinmetall για την παραγωγή πυραύλων ATACMS στη Γερμανία.
Οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη αυτές τις κινήσεις, φοβούμενες ότι ξένοι κατασκευαστές θα μπορέσουν να παρακάμψουν τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς μέσω τοπικών συμπαραγωγών. Αντίστοιχες διαφωνίες είχαν καταγραφεί και κατά τη διαπραγμάτευση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP), ύψους 1,5 δισ. ευρώ, σχετικά με το κατά πόσο ευρωπαϊκά κονδύλια θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν οπλικά συστήματα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη αλλά βασίζονται σε ξένες άδειες παραγωγής.
Τελικά, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συμφώνησαν ότι το πρόγραμμα μπορεί να χρηματοδοτεί πυραύλους και πυρομαχικά που παράγονται με άδεια ξένων εταιρειών, υπό την προϋπόθεση ότι η ευρωπαϊκή επιχείρηση θα αποκτήσει σταδιακά τα δικαιώματα σχεδιασμού και ανάπτυξης, το αργότερο έως το τέλος του 2033.
Παράλληλα με τη συζήτηση για τη βιομηχανική πολιτική, ο Μαρκ Ρούτε παρουσίασε ένα ευρύ πακέτο νέων εξοπλιστικών πρωτοβουλιών, συνολικής αξίας που ενδέχεται να προσεγγίσει τα 50 δισ. δολάρια.

Αντιαεροπορικό σύστημα Patriot © EPA/ROBERT GHEMENT
Μεταξύ των σημαντικότερων ανακοινώσεων ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με τη σουηδική Saab για την προμήθεια έως δέκα αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης GlobalEye, τα οποία προορίζονται να αντικαταστήσουν τα γερασμένα AWACS της Boeing. Η συμφωνία εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθει σε περίπου 5 δισ. δολάρια και θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική, καθώς ένα ευρωπαϊκό σύστημα αναλαμβάνει έναν από τους σημαντικότερους επιχειρησιακούς ρόλους της Συμμαχίας.
Παράλληλα, επτά χώρες —Γαλλία, Βέλγιο, Κροατία, Πολωνία, Ισπανία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο— συμφώνησαν να δημιουργήσουν κοινό στόλο μεταγωγικών αεροσκαφών Airbus A400M, στα πρότυπα του προγράμματος κοινής χρήσης αεροσκαφών MRTT. Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, η πρωτοβουλία μπορεί να κινητοποιήσει επενδύσεις περίπου 4 δισ. δολαρίων.
Επιπλέον, Δανία, Φινλανδία, Γερμανία και Νορβηγία συμφώνησαν να προμηθευτούν πέντε μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-4C Triton της Northrop Grumman, ενώ το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι μέσα στην επόμενη πενταετία οι σύμμαχοι θα επενδύσουν περισσότερα από 40 δισ. δολάρια σε τεχνολογίες αντιμετώπισης drones και στην εκπαίδευση νέων χειριστών.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται επενδύσεις σε διαστημικές δυνατότητες, όπλα μεγάλου βεληνεκούς και νέες τεχνολογίες διοίκησης και ελέγχου, επιβεβαιώνοντας ότι η Συμμαχία επιχειρεί να επιταχύνει τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Στο Φόρουμ Αμυντικών Βιομηχανιών του ΝΑΤΟ, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απηύθυνε νέα έκκληση για την ταχεία ανάπτυξη αντιβαλλιστικών συστημάτων στην Ευρώπη. Όπως επισήμανε, η Ουκρανία έχει αυξήσει σημαντικά την αποτελεσματικότητά της απέναντι στα ρωσικά drones Shahed και στους πυραύλους cruise, εξακολουθεί όμως να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων.
Ο Ουκρανός πρόεδρος ζήτησε την παραγωγή πυραύλων Patriot στην Ευρώπη με αμερικανική άδεια, επισημαίνοντας ότι η ήπειρος χρειάζεται αξιόπιστη αντιβαλλιστική άμυνα άμεσα και όχι στο τέλος της δεκαετίας.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε κατά την άφιξή του στην Άγκυρα ότι εξακολουθεί να θεωρεί εφικτή μια συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ενώ γνωστοποίησε ότι θα συζητήσει με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τόσο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όσο και τις διμερείς αμυντικές σχέσεις.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής πώλησης μαχητικών F-35 στην Τουρκία, χωρίς ωστόσο να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις, περιοριζόμενος στην πρόθεση άρσης των εμπορικών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στην Άγκυρα μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Νέα παγκόσμια τράπεζα άμυνας με ελληνική συμμετοχή – Στόχος χρηματοδοτήσεις 134 δισ.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, ανακοίνωσε τη στήριξη εννέα χωρών στη δημιουργία μιας νέας διεθνούς χρηματοδοτικής τράπεζας για την άμυνα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα, σύμφωνα με το Reuters. Η Defence, Security and Resilience Bank (DSRB) φιλοδοξεί να αποτελέσει το πρώτο πολυμερές χρηματοπιστωτικό εργαλείο παγκόσμιας εμβέλειας με αποκλειστική αποστολή την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων και της βιομηχανικής βάσης των συμμετεχουσών χωρών.
Η νέα τράπεζα θα έχει έδρα τον Καναδά και σχεδιάζει να κινητοποιήσει έως 100 δισ. στερλίνες, περίπου 134 δισ. δολάρια, σε χρηματοδοτήσεις με ευνοϊκούς όρους για αμυντικά προγράμματα, τεχνολογική ανάπτυξη και κρίσιμες υποδομές.
Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν ο Καναδάς, η Ελλάδα, η Αλβανία, το Βέλγιο, η Λετονία, το Λουξεμβούργο, η Ρουμανία, η Τουρκία και η Ουκρανία. Η DSRB επιχειρεί να καλύψει ένα σημαντικό κενό στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, προσφέροντας έναν εξειδικευμένο μηχανισμό για την αντιμετώπιση σύγχρονων συμβατικών και υβριδικών απειλών.

Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, επικεφαλής Κομισιόν, Μαρκ Κάρνεϊ, πρωθυπουργός Καναδά και Αντόνιο Κόστα, πρόεδρος Ευρωπαϊκού Συμβουλίου © EPA/ΟLIVIER MATTHYS
Οι ευκαιρίες για την ελληνική οικονομία και αμυντική βιομηχανία
Η νέα τράπεζα θα διαθέτει αρχικό κεφάλαιο 100 εκατ. ευρώ και στόχος της είναι να προσελκύσει επιπλέον δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια για επενδύσεις που αφορούν την άμυνα, την ασφάλεια, την τεχνολογική καινοτομία, τις κρίσιμες υποδομές και την ανθεκτικότητα των κρατών-μελών.
Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στη DSRB δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες χρηματοδότησης της εγχώριας αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανίας, ενισχύοντας την πρόσβαση ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Ιδιαίτερα σημαντικές αναμένονται οι προοπτικές για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της άμυνας, της κυβερνοασφάλειας, της ενέργειας και των τεχνολογιών ανθεκτικότητας. Η προσέλκυση νέων επενδύσεων μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και να ενισχύσει τη συνολική παραγωγική βάση της οικονομίας.
Η DSRB δεν έρχεται να αντικαταστήσει τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κινητοποιώντας πρόσθετα κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.
Η συμμετοχή της Ελλάδας ως ιδρυτικού μέλους της DSRB αποτελεί στρατηγική επιλογή με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων και αναδιαμόρφωσης της διεθνούς ασφάλειας, η Αθήνα επιδιώκει να βρίσκεται στον πυρήνα των νέων θεσμών που διαμορφώνουν τη χρηματοδότηση της άμυνας.
Μέσω της συμμετοχής της, η Ελλάδα ενισχύει τη θέση της ως παράγοντας περιφερειακής σταθερότητας και διεκδικεί ενεργότερο ρόλο στη διαμόρφωση της νέας διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η πρωτοβουλία της DSRB δεν αφορά μόνο την αμυντική θωράκιση των συμμετεχουσών χωρών, αλλά και τη δημιουργία ενός νέου οικονομικού οικοσυστήματος γύρω από την τεχνολογία, την καινοτομία και τις στρατηγικές επενδύσεις. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να μετατρέψει αυτή τη διεθνή συμμετοχή σε απτά οικονομικά οφέλη, ενισχύοντας την παραγωγική της βάση και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της.
