Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ολοκληρώθηκε με ισχυρές δεσμεύσεις για την ενίσχυση της άμυνας, ωστόσο η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή, οι παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ και η κλιμάκωση στην Ουκρανία αφήνουν πίσω τους μια Συμμαχία περισσότερο ισχυρή στρατιωτικά, αλλά πολιτικά πιο εύθραυστη.
Παρά τη διακήρυξη περί «ακλόνητης δέσμευσης» στη συλλογική άμυνα και την ανακοίνωση νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανέδειξε τις βαθιές γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει πλέον η Συμμαχία.
ΝΑΤΟ: Η επίδειξη ενότητας δεν έκρυψε τις διαφωνίες
Η αναζωπύρωση της κρίσης μεταξύ ΗΠΑν και Ιράν επισκίασε τις εργασίες των ηγετών, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από την Ουκρανία στη Μέση Ανατολή. Η απόφαση της Ουάσιγκτον να πλήξει δεκάδες ιρανικούς στόχους και να ανακαλέσει την εξαίρεση που επέτρεπε στην Τεχεράνη να εξάγει πετρέλαιο προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, με την τιμή του Brent να ενισχύεται κατά περίπου 5%, πλησιάζοντας τα 78 δολάρια το βαρέλι.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, υπερασπίστηκε τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι ήταν αναγκαίες μετά τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στο ενδεχόμενο βαθύτερης εμπλοκής στη σύγκρουση, εκτιμώντας ότι μια παρατεταμένη κρίση θα επιβαρύνει τόσο την ενεργειακή ασφάλεια όσο και τις ήδη εύθραυστες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η επιδείνωση της κατάστασης ανέτρεψε ακόμη και κοινές πρωτοβουλίες ασφαλείας, όπως το βρετανογαλλικό σχέδιο αποναρκοθέτησης στα Στενά του Ορμούζ, το οποίο παραμένει ουσιαστικά παγωμένο λόγω της κλιμάκωσης των εχθροπραξιών.
Το ΝΑΤΟ απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και τις νέες διατλαντικές εντάσεις
Η κρίση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε παράλληλα τις διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουν μεταξύ τους Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σύμφωνα με αναλυτές στο Bloomberg . Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αξιοποίησε τη σύνοδο για να επαναφέρει στο προσκήνιο τις διαφωνίες που χαρακτηρίζουν εδώ και χρόνια τις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε τις αξιώσεις του για τη Γροιλανδία, δηλώνοντας ότι το αυτόνομο έδαφος της Δανίας έχει κρίσιμη σημασία για τις ΗΠΑ, αλλά όχι για την ίδια τη Δανία. Η αντίδραση των Βρυξελλών ήταν άμεση, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υπογραμμίζει ότι το μέλλον της Γροιλανδίας αφορά αποκλειστικά τους κατοίκους της και τη Δανία, εκφράζοντας παράλληλα την πλήρη αλληλεγγύη της προς την Κοπεγχάγη.
Στο στόχαστρο του Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε και η Ισπανία, την οποία χαρακτήρισε «κακό εταίρο» του ΝΑΤΟ, κατηγορώντας τη Μαδρίτη ότι δεν συμβάλλει επαρκώς στις αμυντικές δαπάνες και αφήνοντας ακόμη και αιχμές για τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών. Η ισπανική κυβέρνηση αντέδρασε, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν εμπορικό πλεόνασμα στις συναλλαγές τους με την Ισπανία, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις του Αμερικανού προέδρου.
Οι δημόσιες αυτές παρεμβάσεις, παρουσία του Μαρκ Ρούτε και των ηγετών της Συμμαχίας, κατέδειξαν ότι, παρά τις αποφάσεις για ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, οι πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ παραμένουν εύθραυστες. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθεί η ετήσια σύνοδος του 2027 στην Αλβανία, προκειμένου να αποφευχθεί μια νέα δημόσια αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ που θα μπορούσε να επισκιάσει εκ νέου το έργο της Συμμαχίας.

Τραμπ και Ρούτε στο ΝΑΤΟ ©ΑΠ΅Ε
Ουκρανία: Η επιστροφή του πολέμου στο επίκεντρο της ατζέντας
Παρά την ένταση γύρω από τη Μέση Ανατολή και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας, η Ρωσία και η Ουκρανία παραμένουν η βασική στρατηγική πρόκληση για το ΝΑΤΟ, σημειώνουν αναλυτές. Οι ηγέτες της Συμμαχίας επιχείρησαν να παρουσιάσουν ένα μήνυμα αποφασιστικότητας απέναντι στη Μόσχα, επιβεβαιώνοντας τη μακροπρόθεσμη στήριξη προς το Κίεβο, ωστόσο οι εξελίξεις στο πεδίο των μαχών δείχνουν ότι ο πόλεμος εισέρχεται σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.
Η Ρωσία συνεχίζει τις επιθέσεις μεγάλης κλίμακας εναντίον ουκρανικών πόλεων και ενεργειακών υποδομών, ενώ η Ουκρανία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις λόγω των ελλείψεων σε αντιαεροπορικά συστήματα, πυρομαχικά και ανθρώπινο δυναμικό. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεσμεύονται να ενισχύσουν τη στρατιωτική παραγωγή και να αυξήσουν τη βοήθεια προς το Κίεβο, όμως η αβεβαιότητα σχετικά με τη σταθερότητα της αμερικανικής δέσμευσης παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες ανησυχίας.
Η στάση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί τον σημαντικότερο άγνωστο παράγοντα για την πορεία της σύγκρουσης. Παρότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο στρατιωτικό υποστηρικτή της Ουκρανίας, οι επανειλημμένες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου υπέρ μιας ταχύτερης διπλωματικής λύσης έχουν δημιουργήσει ερωτήματα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σχετικά με το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν την ίδια στρατηγική γραμμή τα επόμενα χρόνια.
Για την Ευρώπη, το δίλημμα είναι πλέον σαφές: είτε θα επιταχύνει την οικοδόμηση μιας πιο αυτόνομης αμυντικής ικανότητας είτε θα συνεχίσει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Η απόφαση του ΝΑΤΟ για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, με στόχο επίπεδα που ξεπερνούν κατά πολύ το παραδοσιακό όριο του 2% του ΑΕΠ, αποτελεί αναγνώριση αυτής της νέας πραγματικότητας.
Ωστόσο, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών δημιουργεί και πολιτικές και οικονομικές πιέσεις. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να βρουν επιπλέον δημοσιονομικό χώρο σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, υψηλού δημόσιου χρέους και αυξημένων κοινωνικών αναγκών. Η μετατόπιση πόρων προς την άμυνα αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά ζητήματα των επόμενων ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μια Συμμαχία ισχυρότερη στρατιωτικά, αλλά πιο αβέβαιη πολιτικά
Η σύνοδος του ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε ότι η Συμμαχία βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιάς μετάβασης. Η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες δεν επαρκούν πλέον.
Το ΝΑΤΟ εμφανίζεται σήμερα πιο αποφασισμένο να ενισχύσει τις στρατιωτικές του δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ένα πολιτικό πρόβλημα: η στρατηγική του συνοχή δεν εξαρτάται μόνο από τις αποφάσεις για εξοπλισμούς, αλλά κυρίως από την κοινή αντίληψη των μελών του για τις απειλές και τον τρόπο αντιμετώπισής τους.
Η διαφορετική στάση απέναντι στο Ιράν, οι διαφωνίες γύρω από τη Γροιλανδία, οι πιέσεις για τις αμυντικές δαπάνες και η αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική αμερικανική πολιτική αποκαλύπτουν ότι η διατλαντική σχέση εισέρχεται σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση.
Η Ευρώπη γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αγνοήσει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, ενώ η Ουάσιγκτον επιμένει ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος. Αυτή η διαπραγμάτευση για τον νέο καταμερισμό ευθυνών θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Συμμαχίας.
Την ίδια στιγμή, οι κρίσεις που εξελίσσονται παράλληλα —από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή— δείχνουν ότι το ΝΑΤΟ δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με μία μόνο απειλή, αλλά με ένα πλέγμα γεωπολιτικών προκλήσεων που απαιτούν ταυτόχρονη διαχείριση.
Η σύνοδος της Άγκυρας προσπάθησε να στείλει μήνυμα ισχύος και ενότητας. Όμως πίσω από τις κοινές δηλώσεις και τις νέες δεσμεύσεις για την άμυνα, αναδείχθηκε μια πιο δύσκολη πραγματικότητα: η Συμμαχία καλείται να αντιμετωπίσει έναν πιο επικίνδυνο κόσμο με περισσότερα μέσα, αλλά με μεγαλύτερες πολιτικές αβεβαιότητες.
Το κρίσιμο ερώτημα για το ΝΑΤΟ δεν είναι πλέον μόνο πόσα χρήματα θα δαπανήσει για την άμυνα, αλλά αν οι σύμμαχοι μπορούν να διατηρήσουν μια κοινή στρατηγική αντίληψη σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές προτεραιότητες αποκλίνουν ολοένα περισσότερο.

ΝΑΤΟ ©ΑΠΕ
Στο παρασκήνιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η ουσιαστικότερη συζήτηση δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της άμυνας της Συμμαχίας, αλλά το πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προστατεύσει καλύτερα τα συμφέροντά της σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική πολιτική εμφανίζεται ολοένα και πιο απρόβλεπτη. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν ότι η δεύτερη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιταχύνει την ανάγκη για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Σημείο καμπής αποτέλεσε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, μια πολύωρη κλειστή σύσκεψη σχεδόν 30 Ευρωπαίων ηγετών στις Βρυξέλλες, χωρίς συμβούλους και κινητά τηλέφωνα, όπου συζητήθηκε ανοιχτά το ενδεχόμενο η Ευρώπη να μην μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική στήριξη. Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία ενίσχυσαν τις ανησυχίες, ενώ ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν φέρεται να υποστήριξε ότι η υπερβολική εξάρτηση από τις ΗΠΑ συνιστά πλέον στρατηγικό κίνδυνο.
Η συζήτηση, ωστόσο, υπερβαίνει την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Η ΕΕ εξετάζει τρόπους ενίσχυσης της αυτονομίας της σε κρίσιμους τομείς, όπως οι υπηρεσίες cloud, τα data centers, οι τηλεπικοινωνίες, οι δορυφορικές επικοινωνίες, τα συστήματα πληρωμών και η τεχνητή νοημοσύνη, επενδύοντας σε ευρωπαϊκές τεχνολογικές λύσεις και περιορίζοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εξάρτηση από αμερικανικές πλατφόρμες.
Κίνδυνος η Ευρώπη να βρεθεί στην πρώτη γραμμή επικίνδυνης κλιμάκωσης
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Ενώ οι ΗΠΑ και το Ιράν συνεχίζουν μια επικίνδυνη αντιπαράθεση με απρόβλεπτες συνέπειες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βρετανία έχουν πλέον μετατραπεί στους βασικούς χρηματοδότες και στρατιωτικούς υποστηρικτές της Ουκρανίας.
Σαφές μήνυμα για τον ρόλο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, την ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής συμμετοχής στην άμυνα έστειλε από τη μεριά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την Άγκυρα, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της Συμμαχίας. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλεια της Συμμαχίας, σημείωσε. Ο πρωθυπουργός θύμισε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε θέσει το ζήτημα ήδη από την πρώτη του θητεία.
Παράλληλα, παρουσίασε την Ελλάδα ως χώρα που ήδη υπερκαλύπτει τους νέους στόχους αμυντικών δαπανών, σημειώνοντας ότι βρίσκεται μεταξύ των κρατών που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ για κύριες αμυντικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα αποτελεί πλέον «αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα» για τη διατήρηση της ενότητας του ΝΑΤΟ, προσθέτοντας ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης έχουν επιταχύνει αυτή την αλλαγή.
Όμως η ενίσχυση του Κιέβου δημιουργεί νέα ερωτήματα για τα όρια της σύγκρουσης και τον ρόλο του ΝΑΤΟ, λένε αναλυτές. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας παρέμενε ένας πόλεμος φθοράς. Οι ρωσικές δυνάμεις, αξιοποιώντας την υπεροχή τους σε αεροπορική ισχύ, ανθρώπινο δυναμικό και στρατιωτικό υλικό, προωθούνταν σταδιακά στο Ντονμπάς, παρά τις τεράστιες απώλειες.
Ωστόσο, η ισορροπία άρχισε να μεταβάλλεται χάρη στην ταχεία ανάπτυξη των ουκρανικών δυνατοτήτων σε τεχνολογίες ακριβείας. Όπως συνέβη και στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η χρήση προηγμένων μη επανδρωμένων συστημάτων έχει επιτρέψει στην Ουκρανία να αντισταθμίσει μέρος της ρωσικής υπεροχής.
Η νέα τεχνολογική ισορροπία αλλάζει τον πόλεμο στην Ουκρανία
Τα ουκρανικά drones πρώτου προσώπου (FPV) έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στο πεδίο των μαχών. Καθοδηγούμενα με μεγάλη ακρίβεια μέσω καλωδίων οπτικών ινών, τα οποία δυσκολεύουν την ηλεκτρονική παρεμβολή, επιτρέπουν στο Κίεβο να πλήττει ρωσικές θέσεις και να περιορίζει την προέλαση των δυνάμεων της Μόσχας.
Παράλληλα, τα drones μεγαλύτερης εμβέλειας έχουν επιτρέψει στην Ουκρανία να πραγματοποιεί επιθέσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα στο ρωσικό έδαφος. Οι επιδρομές αυτές έχουν προκαλέσει ζημιές σε διυλιστήρια πετρελαίου, έχουν επηρεάσει στρατηγικές υποδομές και έχουν πλήξει ακόμη και στόχους με υψηλή συμβολική σημασία.
Η νέα αυτή ικανότητα έχει ενισχύσει το ηθικό στο Κίεβο και έχει προκαλέσει αισιοδοξία σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Παράλληλα, όμως, αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης.
Η Ευρώπη δεν περιορίζεται πλέον στη χρηματοδοτική υποστήριξη της Ουκρανίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διοχετεύει δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση της ουκρανικής αμυντικής παραγωγής, ενώ μέρος της παραγωγής μεταφέρεται σε χώρες όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Δανία.
Ο στόχος δεν είναι μόνο η αποδυνάμωση της Ρωσίας, αλλά και η αξιοποίηση της ουκρανικής τεχνογνωσίας στην ανάπτυξη όπλων ακριβείας. Η Βρετανία, για παράδειγμα, στρέφεται σε νέα μοντέλα πολεμικών πλοίων που θα βασίζονται περισσότερο σε μη επανδρωμένα συστήματα αντί για τις παραδοσιακές πλατφόρμες.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη γενικότερη προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η αντιπαράθεση χωρίς να υπάρξει άμεση σύγκρουση Ρωσίας και Δύσης;

Στρατιώτες στη Ζαπορίζια της Ουκρανίας εν μέσω της συνεχιζόμενης ρωσικής επίθεσης ©EPA, Press service of the 65th Mechanized Brigade
Η ευρωπαϊκή εμπλοκή στην Ουκρανία και τα διλήμματα στο ΝΑΤΟ
Σύμφωνα με αναλυτές, η πραγματοποίηση επιθέσεων εναντίον στρατηγικών στόχων μιας πυρηνικής δύναμης αποτελεί εξέλιξη χωρίς σαφές ιστορικό προηγούμενο από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
Η Μόσχα μέχρι σήμερα έχει αποφύγει να καταστρέψει ολοκληρωτικά κρίσιμες υποδομές της Ουκρανίας, διατηρώντας έναν βαθμό αυτοσυγκράτησης. Όμως η Ρωσία ενισχύει επίσης τις δικές της δυνατότητες σε drones και συνεχίζει τις επιθέσεις με βόμβες ολίσθησης εναντίον ουκρανικών πόλεων και θέσεων.
Το ενδεχόμενο η Ρωσία να θεωρήσει ότι οι επιθέσεις βαθιά στο έδαφός της αποτελούν απειλή για την αποτροπή της δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Μόσχα θα μπορούσε να επιλέξει να διευρύνει τους στόχους της, πλήττοντας όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και ευρωπαϊκές υποδομές που στηρίζουν την πολεμική προσπάθεια του Κιέβου.
Για το ΝΑΤΟ, το δίλημμα γίνεται ολοένα πιο σύνθετο: η στήριξη της Ουκρανίας αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής αποτροπής απέναντι στη Ρωσία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν, σε περίπτωση μιας σοβαρής κλιμάκωσης, μπορεί να βασιστεί στην ίδια αμερικανική στρατηγική δέσμευση που χαρακτήριζε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο γεωπολιτικό στοίχημα που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα το ΝΑΤΟ.
