Η προσωρινή εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν δεν κατάφερε να αποτρέψει την επιστροφή της έντασης, δείχνει να έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν πλέον μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ και την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Αν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται με διακυμάνσεις, η μεγαλύτερη αλλαγή που αφήνει πίσω της η σύγκρουση αφορά τη συνολική αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.
Η αφετηρία αυτής της νέας εποχής τοποθετείται στην επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, όταν περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το γεγονός αυτό πυροδότησε μια αλυσίδα εξελίξεων που μέχρι τότε θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητες, κορυφώνοντας την ένταση με τον πόλεμο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Περισσότερες από 1.000 ημέρες μετά, ο χάρτης της Μέσης Ανατολής έχει αλλάξει αισθητά. Οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται, νέα κέντρα ισχύος αναδύονται και η ισορροπία δυνάμεων μεταβάλλεται με τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει την περιοχή για πολλά χρόνια, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Το Ισραήλ εμφανίζεται στρατιωτικά ισχυρότερο, όμως παράλληλα περισσότερο απομονωμένο στη διεθνή σκηνή, εξαιτίας της σφοδρής στρατιωτικής απάντησης που ακολούθησε τις επιθέσεις της Χαμάς. Ταυτόχρονα, η μεταβολή του πολιτικού κλίματος στo εσωτερικό των ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα, καθώς η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται λιγότερο πρόθυμη να παρέχει ανεπιφύλακτη στήριξη στο Ισραήλ.
Ιράν και νέες ισορροπίες στον Κόλπο
Οι εξελίξεις δεν επηρεάζουν μόνο τις εμπόλεμες πλευρές, αλλά και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επέλεξαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, ενώ η Σαουδική Αραβία φαίνεται να επανεξετάζει τον παραδοσιακό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως βασικού εγγυητή της ασφάλειάς της.
Το Ριάντ επιδιώκει πλέον στενότερη συνεργασία με περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία και το Πακιστάν, διευρύνοντας τις στρατηγικές του επιλογές σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Παράλληλα, παρατηρούνται ρήγματα ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Μόλις πριν από έναν χρόνο, οι δύο χώρες υποδέχονταν με ιδιαίτερες τιμές τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την περιοδεία του στον Περσικό Κόλπο. Σήμερα, όμως, οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν επιδεινωθεί, ενώ η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τη συμμαχία του OPEC+ αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη των νέων ισορροπιών που διαμορφώνονται στην ενεργειακή αγορά.
Την ίδια στιγμή, κυβερνήσεις και ενεργειακοί όμιλοι επιταχύνουν τα σχέδια αναζήτησης εναλλακτικών διαδρομών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιχειρώντας να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά του Ορμούζ.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία ότι το Ιράν διαθέτει πλέον την ικανότητα να επηρεάζει αποφασιστικά μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ και τις εκτεταμένες αμερικανικές αεροπορικές επιχειρήσεις, η Τεχεράνη απέδειξε ότι εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά μέσα πίεσης στην περιοχή. Η δυνατότητά της να περιορίζει ή ακόμη και να διαταράσσει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που εξακολουθεί να διαδραματίζει στις διεθνείς ενεργειακές ισορροπίες.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τις τελευταίες εξελίξεις είναι ότι η εποχή κατά την οποία η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θεωρούνταν δεδομένη φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά επηρεάζει συνολικά το παγκόσμιο εμπόριο, τη ναυτιλία και τις αγορές ενέργειας.

Καύσιμα, αντλίες βενζίνης © Freepik
ΔΝΤ για πετρέλαιο: Άντεξε αλλά τα περιθώρια ασφαλείας εξαντλούνται
Παρά το μεγαλύτερο σοκ που έχει δεχθεί η παγκόσμια αγορά πετρελαίου εδώ και δεκαετίες, οι τιμές δεν εκτοξεύθηκαν όσο φοβούνταν οι αγορές. Σύμφωνα με σημερινή ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η αρχική άνοδος του αργού περιορίστηκε χάρη σε έναν συνδυασμό παραγόντων που λειτούργησαν ως «αμορτισέρ», όμως τα περιθώρια αυτά πλέον εξαντλούνται, καθιστώντας την αγορά πιο ευάλωτη σε νέες αναταράξεις.
Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ, Ζαν-Μαρκ Νατάλ και Αζίμ Σαντίκοφ, επισημαίνουν ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ απέκοψε περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων διύλισης ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά απορρόφησε το σοκ χάρη στη μείωση της ζήτησης, την αύξηση της παραγωγής εκτός του Περσικού Κόλπου και τη σημαντική αξιοποίηση των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η υψηλότερη παραγωγή στις ΗΠΑ, τη Γουιάνα, τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία, σε συνδυασμό με τη χρήση στρατηγικών και εμπορικών αποθεμάτων, περιόρισε τις ελλείψεις στην αγορά. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η συνεχής μείωση των αποθεμάτων και η αξιοποίηση του πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού περιορίζουν πλέον την ικανότητα της αγοράς να απορροφήσει ένα νέο σοκ.
Οι αναλυτές τονίζουν ότι ακόμη και αν αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, θα χρειαστούν δύο έως τρεις μήνες μέχρι να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα οι ροές πετρελαίου.
Παράλληλα, καλούν τις κυβερνήσεις να αναπληρώσουν τα στρατηγικά αποθέματα, να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και να περιορίσουν τα μέτρα στήριξης των καταναλωτών μόνο στις πιο ευάλωτες ομάδες, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές ενεργειακές κρίσεις.


Ιράν και Στενά του Ορμούζ: Η νέα μάχη για τον έλεγχο της ενέργειας
Υπό αυτό το πρίσμα, στην καρδιά της νέας αντιπαράθεσης βρίσκεται το στρατηγικής σημασίας πέρασμα των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και σημαντικό μέρος των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η θαλάσσια οδός που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό αποτελεί πλέον όχι μόνο ενεργειακό αλλά και γεωπολιτικό πεδίο σύγκρουσης.
Στο πλαίσιο της προσωρινής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε στα μέσα Ιουνίου, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη είχαν δεσμευθεί να αποκαταστήσουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά, τα οποία είχαν ουσιαστικά αποκλειστεί μετά το ξέσπασμα του πολέμου τον Φεβρουάριο.
Η συμφωνία, όμως, αποδείχθηκε βραχύβια. Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία επανήλθαν, ενώ οι δύο πλευρές κατηγορούν η μία την άλλη για παραβίαση των όρων της εκεχειρίας.
Η Τεχεράνη συνεχίζει να υποστηρίζει ότι κάθε εμπορικό πλοίο που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ οφείλει να λαμβάνει προηγουμένως τη ρητή έγκριση των ιρανικών αρχών. Παράλληλα, θεωρεί ότι η μοναδική νόμιμη διαδρομή είναι εκείνη που διέρχεται από τα ιρανικά χωρικά ύδατα.
Αντίθετα, αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες επιλέγουν να κινούνται μέσω των χωρικών υδάτων του Ομάν, όπου η παρουσία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προσφέρει ένα επίπεδο προστασίας απέναντι στις επιθέσεις.
Η επιλογή αυτή έχει μετατραπεί σε βασικό σημείο αντιπαράθεσης. Η Τεχεράνη χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαδρομή «μη αποδεκτή», ενώ αρκετά από τα δεξαμενόπλοια που την ακολούθησαν βρέθηκαν στο στόχαστρο επιθέσεων από τα τέλη Ιουνίου και μετά.
Η απάντηση της Ουάσιγκτον υπήρξε άμεση. Αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα εναντίον συστημάτων αεράμυνας, παράκτιων ραντάρ, εγκαταστάσεων πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του Ιράν, επιδιώκοντας να περιορίσουν την ικανότητα της Τεχεράνης να απειλεί τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Το Ιράν ανταπέδωσε με επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων στη Μέση Ανατολή, διατηρώντας τον κύκλο της έντασης. Στις 13 Ιουλίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε μάλιστα την επαναφορά του αποκλεισμού για πλοία που μετακινούνται προς και από ιρανικά λιμάνια, κλιμακώνοντας περαιτέρω την αντιπαράθεση.
Η ναυσιπλοΐα υπό πίεση και η αβεβαιότητα στις αγορές
Η νέα κλιμάκωση είχε άμεσο αντίκτυπο στη διεθνή ναυτιλία. Μετά την ανακοίνωση της προσωρινής εκεχειρίας, το Joint Maritime Information Center, ο οργανισμός που συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ στρατιωτικών ναυτικών δυνάμεων και εμπορικής ναυτιλίας, είχε μειώσει το επίπεδο απειλής στην περιοχή σε «μέτριο».
Η εικόνα αυτή άλλαξε δραματικά στις 7 Ιουλίου, όταν τρία δεξαμενόπλοια δέχθηκαν επιθέσεις μέσα στην ίδια ημέρα. Το επίπεδο κινδύνου αναβαθμίστηκε εκ νέου σε «σοβαρό», αντανακλώντας τη σημαντική επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το Ιράν έχει τοποθετήσει περίπου 80 θαλάσσιες νάρκες στα κυριότερα κανάλια διέλευσης των Στενών του Ορμούζ. Ως αποτέλεσμα, τα εμπορικά πλοία αναγκάζονται να επιλέγουν εναλλακτικές διαδρομές, είτε πλησιέστερα στις ακτές του Ομάν είτε κοντά στα ιρανικά χωρικά ύδατα. Καμία από τις δύο επιλογές δεν είναι χωρίς κίνδυνο.
Η πρώτη αυξάνει την πιθανότητα επίθεσης από ιρανικές δυνάμεις, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει την άδεια της Τεχεράνης, κάτι που αρκετοί πλοιοκτήτες αποφεύγουν. Αφενός δεν επιθυμούν να αναγνωρίσουν έμμεσα τις ιρανικές αξιώσεις για αλλαγή του καθεστώτος διέλευσης στα Στενά και αφετέρου φοβούνται ότι ενδέχεται να παραβιάσουν το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων.
Μέχρι την έναρξη της σύγκρουσης, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητη, όπως συμβαίνει στα περισσότερα διεθνή θαλάσσια περάσματα. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Η αβεβαιότητα μεταφέρεται πλέον και στις αγορές, καθώς κάθε νέο επεισόδιο αυξάνει τον κίνδυνο διαταραχών στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, ανεβάζει το κόστος ασφάλισης των πλοίων και ενισχύει τη μεταβλητότητα στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις προσπάθειες κυβερνήσεων και ενεργειακών εταιρειών να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από ένα πέρασμα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλές και προβλέψιμο.

Στενά του Ορμούζ, © Χ.com
Ιράν, διεθνές δίκαιο και η μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ
Πέρα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εξελίσσεται και σε νομικό επίπεδο, καθώς οι δύο πλευρές υιοθετούν διαφορετική ερμηνεία για το καθεστώς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) προβλέπει ότι κάθε κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα έως και 12 ναυτικά μίλια από τις ακτές του, ενώ παράλληλα κατοχυρώνει το δικαίωμα της «αβλαβούς διέλευσης» και της ελεύθερης διέλευσης από διεθνή στενά που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Το Ιράν, αν και υπέγραψε τη σύμβαση το 1982, δεν την έχει ποτέ επικυρώσει μέσω του Κοινοβουλίου του και θεωρεί ότι διατηρεί το δικαίωμα να επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στα χωρικά του ύδατα. Από την άλλη πλευρά, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κυρώσει την UNCLOS, υποστηρίζουν όμως ότι η ελεύθερη διέλευση αποτελεί πλέον εθιμικό κανόνα του διεθνούς δικαίου, δεσμευτικό για όλα τα κράτη.
Η διαφωνία αυτή αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα το μέλλον της εμπορικής ναυσιπλοΐας και των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Ιράν: Τα διόδια στα Στενά και ο κίνδυνος νέας ενεργειακής κρίσης
Ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης αφορά την πρόθεση της Τεχεράνης να επιβάλει οικονομικές χρεώσεις στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Πριν από την προσωρινή εκεχειρία, οι ιρανικές αρχές είχαν αρχίσει να απαιτούν, κατά περίπτωση, ποσά που έφθαναν έως και τα 2 εκατ. δολάρια για τη διέλευση ορισμένων εμπορικών πλοίων. Η συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες προέβλεπε περίοδο 60 ημερών χωρίς τέλη, όμως Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν ήδη προαναγγείλει ότι οι χρεώσεις θα επανέλθουν μετά τη λήξη της.
Η Τεχεράνη εκτιμά ότι ένα μόνιμο σύστημα διοδίων θα μπορούσε να αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενισχύοντας μια οικονομία που έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα από τον πόλεμο και τις διεθνείς κυρώσεις.
Για τη διεθνή ναυτιλία, ωστόσο, το ζήτημα είναι εξαιρετικά σύνθετο. Οι πλοιοκτήτες φοβούνται ότι η καταβολή χρημάτων προς την ιρανική κυβέρνηση μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων, ακόμη και αν πραγματοποιείται αποκλειστικά για λόγους ασφαλούς διέλευσης.
Η αβεβαιότητα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν, μετά τις νέες επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακάλεσαν την εξαίρεση που επέτρεπε στο Ιράν να εξάγει πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές, γεγονός που δείχνει ότι η αποκλιμάκωση παραμένει εύθραυστη.
Η στάση των ΗΠΑ και οι συνέπειες για τις διεθνείς αγορές
Η επίσημη θέση της Ουάσιγκτον παραμένει σταθερή: τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοικτά και η ελευθερία της ναυσιπλοΐας να προστατευθεί χωρίς μονομερείς περιορισμούς.
Ωστόσο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε νέα συζήτηση όταν άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλουν χρεώσεις στα εμπορικά πλοία που χρησιμοποιούν τη θαλάσσια οδό, εφόσον δεν επιτυγχανόταν μόνιμη συμφωνία με το Ιράν.
Στις 13 Ιουλίου προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ θα αναλάμβαναν τον ρόλο του «φύλακα» των Στενών του Ορμούζ, επιβάλλοντας τέλος ύψους 20% επί της αξίας κάθε φορτίου που θα διέρχεται από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία.
Η πρόταση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς θα ανέτρεπε ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Τελικά, ο Αμερικανός πρόεδρος αναδιπλώθηκε μόλις μία ημέρα αργότερα, αποσύροντας την πρόταση.
Παρά την υπαναχώρηση, η ουσία της κρίσης παραμένει αμετάβλητη. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, αλλά ποιος θα καθορίσει τους κανόνες λειτουργίας της σημαντικότερης ενεργειακής θαλάσσιας οδού του πλανήτη.
Η σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν έχει πλέον υπερβεί τα όρια μιας περιφερειακής στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές αλυσίδες, το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών, τη ναυτιλία, τις ασφαλιστικές αγορές και, τελικά, τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη διεθνώς.
Η εποχή κατά την οποία η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θεωρούνταν δεδομένη έχει ουσιαστικά παρέλθει. Μέχρι να υπάρξει μια ευρύτερη πολιτική συμφωνία που θα γίνει αποδεκτή και από τις δύο πλευρές, η περιοχή θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον κεντρικό παράγοντα αβεβαιότητας για τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια και μία από τις σημαντικότερες μεταβλητές για τις παγκόσμιες αγορές.
