Ιστορική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία ενέκρινε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η οποία θα επιτρέψει στο βασίλειο να αναπτύξει πρόγραμμα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας και ενδεχομένως να ανοίξει τον δρόμο για εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφός του, σύμφωνα με αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η νέα συμφωνία, διάρκειας 30 ετών, εκτιμάται ότι θα έχει αξία δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στόχος της είναι να εξασφαλίσει κεντρικό ρόλο στις αμερικανικές εταιρείες για την ανάπτυξη της πυρηνικής υποδομής της Σαουδικής Αραβίας, αποκλείοντας παράλληλα άλλους ξένους ανταγωνιστές, όπως μεταδίδει η Wall Street Journal.
Βασική διάταξη της συμφωνίας προβλέπει ότι αμερικανικές εταιρείες θα κατασκευάσουν μονάδα εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία, εφόσον κοινή αμερικανο-σαουδαραβική μελέτη καταλήξει ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, αυτή η πρόβλεψη θα δώσει στις ΗΠΑ σημαντική επιρροή στο σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα και θα συμβάλει στην αποτροπή της στρατιωτικής του αξιοποίησης.
Ωστόσο, η συμφωνία, που αναμένεται να κατατεθεί στο Κογκρέσο για εξέταση τις επόμενες ημέρες, θεωρείται βέβαιο ότι θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από πολλούς βουλευτές που αντιτίθενται στη διάδοση της πυρηνικής τεχνολογίας στη γεωπολιτικά ασταθή Μέση Ανατολή.
Παρ’ όλα αυτά, θα είναι δύσκολο να απορριφθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε κοινό ψήφισμα και πλειοψηφία δύο τρίτων, προκειμένου να παρακαμφθεί ενδεχόμενο προεδρικό βέτο.
Ο Τραμπ ενέκρινε τη συμφωνία στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας και αναμένεται να υπογραφεί την Τετάρτη από τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, ο οποίος είχε συζητήσει τις λεπτομέρειές της κατά την πρώτη επίσκεψή του στη Μέση Ανατολή, τον Απρίλιο του 2025, με τον Σαουδάραβα υπουργό Ενέργειας, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν.
Ο Ρόμπερτ Άινχορν, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και σύμβουλος διαδοχικών Ρεπουμπλικανικών και Δημοκρατικών κυβερνήσεων σε θέματα μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, δήλωσε: «Η συμφωνία θα μπορούσε να αναζωογονήσει την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, να ενισχύσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας και να στερήσει από τη Ρωσία και την Κίνα έναν στρατηγικά σημαντικό ρόλο στο σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα».
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι: «Εάν δεν περιλαμβάνει επαρκείς περιορισμούς, ιδιαίτερα όσον αφορά τον εμπλουτισμό ουρανίου, θα μπορούσε να αυξήσει τους κινδύνους διάδοσης πυρηνικών όπλων στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής».
Η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι η συμφωνία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της εγχώριας πυρηνικής της βιομηχανίας, αξιοποιώντας τα –μέχρι στιγμής ανεπιβεβαίωτα– κοιτάσματα ουρανίου που διαθέτει, ώστε να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες. Έτσι θα μπορεί να εξάγει μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου, αυξάνοντας τα κρατικά της έσοδα.
Το Ριάντ επιμένει ότι οι προθέσεις του είναι αποκλειστικά ειρηνικές. Ωστόσο, ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε δηλώσει ήδη από το 2018 ότι, αν το Ιράν αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα πράξει το ίδιο.
Αμερικανικά κέρδη και δικλίδες ασφαλείας
Μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελημένων της συμφωνίας αναμένεται να είναι η Westinghouse Electric με τον πυρηνικό αντιδραστήρα AP1000, ο οποίος παράγει περίπου 1.100 μεγαβάτ ηλεκτρικής ισχύος, αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες μιας μεσαίου μεγέθους πόλης ή ενός μεγάλου κέντρου δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το κατά πόσο οι προβλεπόμενες δικλίδες ασφαλείας επαρκούν ώστε να αποτραπεί η πιθανή ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στο μέλλον.
Η συμφωνία προβλέπει ότι οι νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες και η σχετική τεχνολογία θα παρέχονται από αμερικανικές εταιρείες, με περιορισμένη συμμετοχή ορισμένων ξένων προμηθευτών τους.
Παράλληλα, ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία θα πραγματοποιήσουν διετή μελέτη για να αξιολογήσουν εάν ο εμπλουτισμός ουρανίου εντός της χώρας είναι οικονομικά και τεχνικά βιώσιμος.
Αν η μελέτη καταλήξει θετικά, οι εγκαταστάσεις εμπλουτισμού θα κατασκευαστούν από αμερικανικές εταιρείες με τη μέθοδο του λεγόμενου «μαύρου κουτιού» (black box). Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μεταβιβαστεί κρίσιμη τεχνολογία στη Σαουδική Αραβία.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι έτσι θα αποτραπεί τόσο η χρήση του εμπλουτισμένου ουρανίου για στρατιωτικούς σκοπούς όσο και η επανεπεξεργασία των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας.
Εάν μετά τη μελέτη οι ΗΠΑ διαφωνήσουν με την προώθηση του εμπλουτισμού, η Σαουδική Αραβία δεν θα μπορεί να προχωρήσει μόνη της ούτε σε συνεργασία με άλλη χώρα για διάστημα δέκα ετών.
Οι επικρίσεις
Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η παροχή δυνατότητας εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας πλουτωνίου στη Σαουδική Αραβία θα ενθαρρύνει κι άλλες χώρες της περιοχής να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
Σε αντίθεση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία αρνήθηκε να αποδεχτεί το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο», δηλαδή τη μόνιμη δέσμευση ότι δεν θα εμπλουτίζει ουράνιο ούτε θα επανεπεξεργάζεται χρησιμοποιημένα πυρηνικά καύσιμα.
Ο Χένρι Σοκόλσκι, εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Εκπαίδευσης για την Πολιτική Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων, δήλωσε: «Όπου πάει η Σαουδική Αραβία, ακολουθούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τουρκία και η Αίγυπτος. Η ιδέα ότι αυτό θα έχει ευτυχές τέλος είναι αυταπάτη».
Αντιπαραθέσεις έχουν προκύψει και γύρω από το καθεστώς επιθεωρήσεων. Η Σαουδική Αραβία απέρριψε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), το οποίο προβλέπει αυστηρότερους ελέγχους.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η διμερής συμφωνία παρέχει επαρκή εποπτεία στις εγκαταστάσεις που θα κατασκευαστούν από τις ΗΠΑ. Οι επικριτές, όμως, θεωρούν ότι δεν επαρκεί για τη διερεύνηση ύποπτων πυρηνικών δραστηριοτήτων που δεν συνδέονται με αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Γεωπολιτικές προεκτάσεις
Η συμφωνία προκαλεί αντιδράσεις και για λόγους εξωτερικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν ήταν επίσης διατεθειμένη να προχωρήσει σε πυρηνική συνεργασία με το Ριάντ, αλλά την είχε συνδέσει με την εξομάλυνση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ.
Οι προοπτικές αυτές ανατράπηκαν μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να ενθαρρύνει τη Σαουδική Αραβία να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά δεν θέτει πλέον ως προϋπόθεση για την απόκτηση αμερικανικής πυρηνικής τεχνολογίας την αναγνώριση του Ισραήλ.
Παράλληλα, η συμφωνία προκύπτει σε μια περίοδο κατά την οποία ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να πιέζει το Ιράν να περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να παραδώσει τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου.
Οι επικριτές θεωρούν ότι πρόκειται για αντίφαση, αφού οι ΗΠΑ απαιτούν αυστηρούς περιορισμούς από την Τεχεράνη ενώ ταυτόχρονα βοηθούν τη Σαουδική Αραβία να αναπτύξει πυρηνικό πρόγραμμα. Η κυβέρνηση Τραμπ απαντά ότι δεν υπάρχει αντίφαση, εφόσον το σαουδαραβικό πρόγραμμα θα υπόκειται σε αποτελεσματικές δικλίδες ασφαλείας.
Ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ δήλωσε: «Να είστε βέβαιοι ότι αυτές οι συμφωνίες τηρούν τα υψηλότερα πρότυπα πυρηνικής ασφάλειας και μη διάδοσης, αξιοποιώντας την κορυφαία πυρηνική τεχνολογία και τους καλύτερους επιστήμονες του κόσμου, που βρίσκονται στις ΗΠΑ. Χάρη στον πρόεδρο Τραμπ, η αναγέννηση της αμερικανικής πυρηνικής βιομηχανίας βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη και θα αποφέρει μακροπρόθεσμα οφέλη τόσο στον αμερικανικό όσο και στον σαουδαραβικό λαό».
Παρότι τόσο Δημοκρατικοί όσο και Ρεπουμπλικάνοι πρόεδροι αντιστέκονταν επί δεκαετίες στις προσπάθειες χωρών της Μέσης Ανατολής να αποκτήσουν δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, η ανατροπή της συγκεκριμένης συμφωνίας στο Κογκρέσο θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη.
Μάλιστα, το 2018 ομάδα Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών βουλευτών είχε προτείνει νομοθεσία που θα απαιτούσε ρητή έγκριση του Κογκρέσου για οποιαδήποτε πυρηνική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία.
Μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν τότε αυτή την αυστηρότερη διαδικασία ήταν και ο τότε Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Φλόριντα Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος σήμερα υπηρετεί ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τραμπ. Η πρόταση, ωστόσο, δεν τέθηκε ποτέ σε ψηφοφορία.
