Σε μια εξαιρετικά εύθραυστη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή πραγματοποιείται η νέα συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ανοίξει παράθυρο αποκλιμάκωσης με το Ιράν, την ώρα που το Ισραήλ επιμένει στη διατήρηση της στρατιωτικής πίεσης προς την Τεχεράνη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος πρόκειται να υποδεχθεί την Τρίτη στον Λευκό Οίκο τόσο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό όσο και τον Ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε δύο ξεχωριστές συναντήσεις με επίκεντρο τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία.
Το τετ α τετ με τον Νετανιάχου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την απόφαση της Ουάσιγκτον να αναστείλει προσωρινά τα πλήγματα κατά του Ιράν. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η παύση αποφασίστηκε έπειτα από αίτημα της ιρανικής πλευράς για επανέναρξη των συνομιλιών, προειδοποιώντας ότι οι επιχειρήσεις θα επαναληφθούν εάν η διπλωματική προσπάθεια δεν αποδώσει.
Η Τεχεράνη, ωστόσο, διαψεύδει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επίσημες διαπραγματεύσεις και ξεκαθαρίζει ότι «δεν θα επιτρέψει ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες να καθορίσουν το χρονοδιάγραμμα του πολέμου και της ειρήνης». Οι αντικρουόμενες δηλώσεις ενισχύουν την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα και αναδεικνύουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ.
Ο Νετανιάχου αναμένεται να ζητήσει τη συνέχιση της σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν και να προειδοποιήσει τον Αμερικανό πρόεδρο κατά νέων παραχωρήσεων προς την Τεχεράνη. Ο Τραμπ, αντίθετα, δείχνει να αναζητεί διέξοδο από μια σύγκρουση που έχει διαρκέσει περισσότερο από όσο υπολόγιζε αρχικά η αμερικανική κυβέρνηση.
Οι συναντήσεις των δύο ηγετών ακολουθούσαν επί χρόνια ένα σχεδόν προβλέψιμο τελετουργικό, με θερμές χειραψίες, εγκωμιαστικές δηλώσεις και διαβεβαιώσεις για την «ακλόνητη» σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ. Αυτήν τη φορά, όμως, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Ο Νετανιάχου φτάνει στην Ουάσιγκτον έχοντας να διαχειριστεί μια εμφανώς πιο δύσκολη σχέση με τον Τραμπ, αλλά και την πίεση των εκλογών του Οκτωβρίου, στις οποίες η πολιτική του επιβίωση μόνο δεδομένη δεν θεωρείται.
Πρόκειται για την έβδομη επίσκεψη του Ισραηλινού πρωθυπουργού στις ΗΠΑ μετά την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον ξένο ηγέτη. Παρά τη συχνότητα των επαφών, πάντως, η εξασφάλιση της συγκεκριμένης συνάντησης δεν ήταν απλή.
Σύμφωνα με αμερικανικές και ισραηλινές πηγές που επικαλείται το CNN, ο Νετανιάχου επιδίωκε εδώ και εβδομάδες μια πρόσκληση στον Λευκό Οίκο, προκειμένου να παρουσιάσει τις θέσεις του για το Ιράν και να επηρεάσει τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Η παρουσία του στην κηδεία του Αμερικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ έδωσε τελικά την ευκαιρία για τη συνάντηση, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί χωρίς τη δημόσια προβολή προηγούμενων επαφών.
Από την κοινή επίθεση στη διαφωνία για την έξοδο
Όταν Τραμπ και Νετανιάχου συναντήθηκαν τον Φεβρουάριο, οι δύο πλευρές έθεσαν τις βάσεις για την κοινή στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν. Τα πρώτα πλήγματα παρουσιάστηκαν ως αποτέλεσμα πρωτοφανούς επιχειρησιακού συντονισμού και οι δύο ηγέτες έσπευσαν να εξάρουν τη συνεργασία των χωρών τους.
Καθώς, όμως, ο πόλεμος παρατάθηκε χωρίς να επιτευχθεί ο φιλόδοξος στόχος της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος, οι διαφορετικές επιδιώξεις άρχισαν να γίνονται εμφανείς. Ο Νετανιάχου επιθυμεί τη συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης, ενώ ο Τραμπ αναζητεί τρόπο απεμπλοκής από μια σύγκρουση που του είχε παρουσιαστεί ως σύντομη και ελεγχόμενη.
Η αμερικανική πλευρά ανακοίνωσε προσωρινή διακοπή των επιθέσεων, με τον Τραμπ να προειδοποιεί ότι τα πλήγματα θα επαναληφθούν εάν δεν υπάρξει νέα συμφωνία κατάπαυσης πυρός. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι δεν βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον και αρνείται να αποδεχθεί ότι οι ΗΠΑ μπορούν να καθορίζουν τον χρόνο έναρξης ή λήξης του πολέμου.
Ο Νετανιάχου αναμένεται να παρουσιάσει στον Τραμπ νέα στοιχεία των ισραηλινών υπηρεσιών για την αποκατάσταση των πυρηνικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν. Στο Ισραήλ, πάντως, εκτιμάται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιθυμεί την επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο πριν από τις αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου.
Λίβανος, Γάζα και Συρία διευρύνουν το χάσμα
Οι διαφορές των δύο ηγετών δεν περιορίζονται στο Ιράν. Η επιμονή του Ισραήλ στις επιχειρήσεις εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στην Ουάσιγκτον, η οποία φοβάται ότι οι συνεχείς βομβαρδισμοί μπορούν να υπονομεύσουν την εύθραυστη κατάπαυση πυρός.
Το Ισραήλ έχει αποδεχθεί μια τριμερή συμφωνία με τον Λίβανο, αλλά αρνείται να αποσύρει πλήρως τις δυνάμεις του από τον νότιο τομέα της χώρας πριν από τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι νέες συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Λιβανέζων εκπροσώπων θα πραγματοποιηθούν στη Ρώμη στις 4 έως 6 Αυγούστου, με στόχο την εφαρμογή της συμφωνίας και τη σταδιακή διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου ειρήνης.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει την υποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από θέσεις στον Λίβανο, στη Γάζα και στη Συρία. Ο Νετανιάχου, σύμφωνα με ισραηλινές πηγές, έχει ξεκαθαρίσει στο υπουργικό συμβούλιο ασφαλείας ότι σκοπεύει να αντιταχθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση.
F-35 και σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα βαραίνουν την ατζέντα
Στη συνάντηση Τραμπ – Νετανιάχου αναμένεται να τεθούν ακόμη δύο ζητήματα που προκαλούν έντονη ανησυχία στο Ισραήλ. Το πρώτο αφορά το ενδεχόμενο πώλησης προηγμένων μαχητικών F-35 στην Τουρκία, μια εξέλιξη που, σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, θα μπορούσε να επηρεάσει το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα της χώρας στην περιοχή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε δημόσια τις ισραηλινές αντιρρήσεις, διαμηνύοντας ότι οι αποφάσεις για τις αμερικανικές πωλήσεις οπλικών συστημάτων ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Air Force One, χαρακτήρισε την Τουρκία «σπουδαίο σύμμαχο» και επανέλαβε τα θετικά του σχόλια για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο αποκάλεσε «φίλο».
«Κανείς δεν θα μου πει τι να πουλήσω», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το Ισραήλ δεν θα είχε επιβιώσει χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ. Αναγνώρισε, πάντως, ότι η Άγκυρα δεν διατηρεί καλές σχέσεις ούτε με το Ισραήλ ούτε προσωπικά με τον Νετανιάχου, σημειώνοντας όμως ότι η τουρκική ηγεσία έχει φερθεί «υπέροχα» απέναντί του.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας. Το Ισραήλ φοβάται ότι η ανάπτυξη ενός σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια ευρύτερη κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.
Ο Τραμπ έχει συνδέσει δημόσια τη συμφωνία με την πιθανότητα εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας και με τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ. Το Ριάντ, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιώσει ότι αποδέχεται αυτήν τη σύνδεση.
Ο Νετανιάχου αναμένεται να ζητήσει δεσμεύσεις ότι ούτε η πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία ούτε η πυρηνική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία θα υπονομεύσουν την ασφάλεια και τη στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ. Παράλληλα, θα επιδιώξει πρόοδο για μια νέα μακροπρόθεσμη αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ, η οποία θα διαδεχθεί το μνημόνιο συνεργασίας της εποχής Ομπάμα.
Η πολιτική επιβίωση Νετανιάχου
Πίσω από τη στρατηγική ατζέντα βρίσκεται η πολιτική επιβίωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν μακριά από την πλειοψηφία που απαιτείται για την εξασφάλιση νέας θητείας στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Η υποστήριξη του Τραμπ αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά εργαλεία του Νετανιάχου. Η εικόνα ενός Ισραηλινού πρωθυπουργού που διατηρεί άμεση πρόσβαση στον Λευκό Οίκο και μπορεί να επηρεάζει την αμερικανική πολιτική έχει ιδιαίτερη σημασία για το προεκλογικό του αφήγημα.
Ο Νετανιάχου ελπίζει ακόμη ότι ο Τραμπ θα επισκεφθεί το Ισραήλ πριν από τις εκλογές. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η συνάντησή τους δεν προβλέπεται να συνοδευτεί από δημόσια φωτογράφηση. Η απουσία καμερών μπορεί να διευκολύνει μια ειλικρινέστερη συζήτηση, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την αίσθηση ότι οι δύο ηγέτες έχουν περισσότερα να διαπραγματευτούν και λιγότερα να γιορτάσουν.
Η εύθραυστη αποκλιμάκωση και η αντίδραση του πετρελαίου
Η επίσκεψη πραγματοποιείται ενώ οι αγορές προσπαθούν να αποτιμήσουν την προσωρινή παύση των αμερικανικών και ιρανικών επιθέσεων. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν απότομα, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τις αρχές Απριλίου. Το Brent έκλεισε με απώλειες 11,3%, στα 85,87 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό υποχώρησε περίπου 7%, στα 82,61 δολάρια.
Η αποκλιμάκωση παραμένει, ωστόσο, εύθραυστη. Η κίνηση εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι επιθέσεις ομάδων που υποστηρίζονται από το Ιράν εναντίον στόχων στη Σαουδική Αραβία διατηρούν υψηλό τον γεωπολιτικό κίνδυνο.
Οι αγορές φοβούνται κυρίως το ενδεχόμενο ταυτόχρονης διαταραχής στις δύο βασικές εξαγωγικές οδούς της περιοχής: στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας.
Το αποτέλεσμα της συνάντησης Τραμπ – Νετανιάχου θα είναι επομένως κρίσιμο όχι μόνο για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, αλλά και για την κατεύθυνση της σύγκρουσης με το Ιράν, την ασφάλεια της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και την πορεία των διεθνών ενεργειακών αγορών.
