Για τους Βρετανούς που ταξιδεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το φετινό καλοκαίρι δεν σημαίνει μόνο υψηλές θερμοκρασίες και ανησυχίες για τις αερομεταφορές.
Η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συστήματος καταγραφής εισόδου και εξόδου, γνωστού ως EES, έχει προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στα ταξίδια, με επιβάτες να καταγγέλλουν μεγάλες ουρές, ελλιπή ενημέρωση, προβλήματα στην καταγραφή των μετακινήσεών τους και σύγχυση στα σύνορα.
Το EES αφορά πολίτες χωρών εκτός ΕΕ που εισέρχονται ή εξέρχονται από τον χώρο Σένγκεν. Το σύστημα καταγράφει ψηφιακά τις αφίξεις και αναχωρήσεις και συνδέεται με τη λήψη φωτογραφίας και δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Ένας από τους βασικούς στόχους του είναι να παρακολουθείται ηλεκτρονικά η τήρηση του κανόνα που επιτρέπει στους μη Ευρωπαίους επισκέπτες παραμονή έως 90 ημέρες μέσα σε οποιοδήποτε διάστημα 180 ημερών.
H μετάβαση στο νέο σύστημα δεν ήταν ομαλή
Η εφαρμογή του συστήματος ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο και από τον Απρίλιο βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Ωστόσο, η μετάβαση δεν εξελίχθηκε ομαλά.
Αεροδρόμια και αεροπορικές εταιρείες είχαν ζητήσει να ανασταλεί η εφαρμογή του κατά την περίοδο αιχμής του καλοκαιριού, επικαλούμενα τον κίνδυνο σοβαρών καθυστερήσεων.
Οι Βρυξέλλες απέρριψαν το αίτημα, επιτρέποντας όμως στις συνοριακές αρχές να χαλαρώνουν προσωρινά ορισμένες απαιτήσεις όταν οι ουρές γίνονται ανεξέλεγκτες. Η σχετική δυνατότητα αναμένεται να λήξει τον επόμενο μήνα.
Εμπειρίες με προβλήματα και αστοχίες συστημάτων
Οι εμπειρίες ταξιδιωτών που μίλησαν στον Guardian δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ταλαιπωρία της αναμονής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ίδια η ψηφιακή καταγραφή των ταξιδιών εμφανίζεται να παρουσιάζει αστοχίες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 67χρονου συνταξιούχου καθηγητή Μάρτιν Φάραλ, ο οποίος ταξίδεψε με τη σύζυγό του από τη Βρετανία προς την Ολλανδία και στη συνέχεια στη Δανία. Κατά την είσοδό τους στον χώρο Σένγκεν καταγράφηκαν στο EES, χωρίς όμως να τοποθετηθεί σφραγίδα στα διαβατήριά τους.
Όταν επέστρεψαν στη Βρετανία, μέσω του δρομολογίου Δουνκέρκη-Ντόβερ, ο Γάλλος συνοριοφύλακας έλεγξε τα διαβατήριά τους, αλλά και πάλι δεν καταγράφηκε έξοδος με τον παραδοσιακό τρόπο.
Όταν ο Φάραλ έλεγξε αργότερα την ηλεκτρονική καταγραφή του, διαπίστωσε ότι το σύστημα εξακολουθούσε να θεωρεί πως βρισκόταν στον χώρο Σένγκεν.
Το αποτέλεσμα ήταν να βλέπει τις διαθέσιμες ημέρες παραμονής του να μειώνονται, παρότι είχε ήδη επιστρέψει στη Βρετανία. Απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές της Γαλλίας, χωρίς να λάβει άμεσα απάντηση. Αργότερα η καταγραφή διορθώθηκε, αλλά παρέμειναν οι απορίες.
Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση προκάλεσε το γεγονός ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα εμφάνιζε διαφορετικά στοιχεία για τον ίδιο και τη σύζυγό του, παρότι είχαν πραγματοποιήσει ακριβώς το ίδιο ταξίδι. Ο ίδιος διερωτήθηκε πόσοι άλλοι ταξιδιώτες ενδέχεται να έχουν αντίστοιχα προβλήματα, ιδιαίτερα όσοι πέρασαν από τα σύνορα χωρίς να ολοκληρωθεί κανονικά η διαδικασία λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων.
Περίπτωση σύγχυσης στη Φρανκφούρτη
Προβλήματα εντοπίζονται και στη λειτουργία των ελέγχων στα αεροδρόμια. Η Νάντια, δικηγόρος από το Μάντσεστερ, περιέγραψε δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες μέσα στο ίδιο καλοκαίρι.
Στο αεροδρόμιο της Τενερίφης η διαδικασία ήταν σχετικά ομαλή. Στη Φρανκφούρτη, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια τεράστια ουρά και ελάχιστη ενημέρωση για το πού έπρεπε να κατευθυνθεί.
Η ίδια, αν και έμπειρη ταξιδιώτισσα, δεν ήταν βέβαιη ότι βρισκόταν στη σωστή σειρά. Άλλοι επιβάτες περιφέρονταν στον χώρο προσπαθώντας να καταλάβουν ποια διαδικασία έπρεπε να ακολουθήσουν, χωρίς να υπάρχει κάποιος υπεύθυνος κοντά τους για να τους καθοδηγήσει.
Τελικά, όταν έφτασε στον έλεγχο, τα δακτυλικά της αποτυπώματα δεν λήφθηκαν. Η εκτίμησή της ήταν ότι οι αρχές, εξαιτίας του μεγάλου συνωστισμού, αποφάσισαν να παρακάμψουν μέρος της διαδικασίας.
Το περιστατικό αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα της μεταβατικής περιόδου: ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για να κάνει τους συνοριακούς ελέγχους περισσότερο αυτοματοποιημένους και αποτελεσματικούς μπορεί, στην πράξη, να προκαλεί καθυστερήσεις όταν δεν λειτουργεί ομοιόμορφα στα διαφορετικά κράτη-μέλη.
100 επιβάτες έχασαν την πτήση τους
Σχεδόν 100 επιβάτες της easyJet που επρόκειτο να ταξιδέψουν από το Μιλάνο προς το Μάντσεστερ έμειναν πίσω, καθώς οι ουρές στον συνοριακό έλεγχο έφτασαν περίπου τις τρεις ώρες, χάνοντας την πτήση τους.
Η καθυστέρηση συνδέθηκε με την πλήρη εφαρμογή του EES και τη νέα διαδικασία βιομετρικής καταγραφής για τους ταξιδιώτες εκτός ΕΕ. Η easyJet χαρακτήρισε τις καθυστερήσεις απαράδεκτες και ζήτησε από τις συνοριακές αρχές να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες ευελιξίας που προβλέπονται για την αποσυμφόρηση των ελέγχων.
Το περιστατικό ήταν από τα πρώτα που έδειξαν στην πράξη ότι το νέο σύστημα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την εκτέλεση των πτήσεων και όχι απλώς να προκαλέσει μεγαλύτερη αναμονή στους επιβάτες.
Οι ευρύτερες συνέπειες για τους ταξιδιώτες
Για τους ταξιδιώτες, οι συνέπειες μπορεί να είναι σημαντικές. Οι καθυστερήσεις δεν σημαίνουν μόνο ταλαιπωρία, αλλά μπορούν να οδηγήσουν σε χαμένες πτήσεις και συνδέσεις. Και σε μια τέτοια περίπτωση, ο επιβάτης μπορεί να βρεθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες ενός συστήματος για το οποίο δεν έχει καμία ευθύνη.
Παράλληλα, το EES ανοίγει και ένα διαφορετικό ζήτημα: την προστασία των βιομετρικών δεδομένων. Η επαναλαμβανόμενη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων προκαλεί ήδη αντιδράσεις από ταξιδιώτες που θέτουν ερωτήματα για το πού αποθηκεύονται τα δεδομένα, ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτά και κατά πόσο η διαδικασία εφαρμόζεται όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Η λογική του συστήματος είναι ότι, αφού ένας ταξιδιώτης καταχωριστεί, οι επόμενες διελεύσεις του θα μπορούν να πραγματοποιούνται αποτελεσματικότερα, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να επαναλαμβάνεται ολόκληρη η διαδικασία. Οι διαφορετικές εμπειρίες στα ευρωπαϊκά σύνορα, όμως, δείχνουν ότι η εφαρμογή του απέχει ακόμη από αυτόν τον στόχο.
Σε αναζήτηση πιο αξιόπιστων συστημάτων
Το EES αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη διαχειρίζεται τα εξωτερικά της σύνορα.
Η μετάβαση από τις παραδοσιακές σφραγίδες διαβατηρίων σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα φιλοδοξεί να προσφέρει μεγαλύτερο έλεγχο και καλύτερη εικόνα των μετακινήσεων.
Για να πετύχει, όμως, θα πρέπει τα συστήματα των κρατών-μελών να επικοινωνούν αξιόπιστα μεταξύ τους και οι διαδικασίες να λειτουργούν χωρίς να μετατρέπουν τον συνοριακό έλεγχο σε νέα πηγή καθυστερήσεων.
