Η νέα ανταλλαγή κυρώσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δοκιμάζει την εύθραυστη αποκλιμάκωση στις σχέσεις των δύο χωρών. Ο Σι Τζινπίνγκ επιχειρεί να κατοχυρώσει μια «στρατηγική σταθερότητα», ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να ισορροπήσει μεταξύ ανταγωνισμού και διαλόγου.
Ο δρόμος προς την επόμενη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ κάθε άλλο παρά ομαλός προδιαγράφεται. Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έχουν επαναφέρει μια γνώριμη πρακτική: μέτρα από την Ουάσινγκτον, αντίμετρα από το Πεκίνο και νέες προειδοποιήσεις για περαιτέρω κλιμάκωση.
Λίγο πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ, το Πεκίνο ανακοίνωσε σειρά μέτρων εναντίον αμερικανικών επιχειρήσεων και συμφερόντων, παρουσιάζοντάς τα ως απάντηση σε «λανθασμένες» αμερικανικές ενέργειες.
Νέα ένταση πριν από το επόμενο τετ-α-τετ
Η Ουάσινγκτον έχει απαγορεύσει εισαγωγές νέων ανθρωποειδών ρομπότ, τα οποία παράγονται σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα, έχει επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικούς ναυτιλιακούς φορείς που φέρονται να διαχειρίζονται ιρανικά καύσιμα, ενώ έχει προσθέσει περισσότερες από 40 κινεζικές εταιρείες σε λίστα περιορισμών για φερόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, δύο κορυφαία κινεζικά πανεπιστήμια εντάχθηκαν σε μαύρη λίστα του αμερικανικού Πενταγώνου, ενώ παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων κυρώσεων κατά κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.
Το Πεκίνο υποστήριξε ότι δεν είχε «άλλη επιλογή» από το να λάβει τα αναγκαία αντίμετρα. Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε κυρώσεις σε επτά αμερικανικές επιχειρήσεις, αυστηρότερους ελέγχους στις εξαγωγές drones και σχετικής τεχνολογίας προς τις ΗΠΑ, καθώς και έρευνα για συγκεκριμένο εξοπλισμό γραφείου που λειτουργεί με ξένο λογισμικό.
Παράλληλα, ανεστάλη διαδικασία ταχείας πιστοποίησης αμερικανικών εργοστασίων για προϊόντα, όπως ηλεκτρικές συσκευές, που προορίζονται για την κινεζική αγορά.
Το Πεκίνο συνέδεσε ευθέως τα μέτρα με τις πρόσφατες αμερικανικές αποφάσεις και με προηγούμενους περιορισμούς στον τομέα της τεχνολογίας. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε δείχνει ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, επιδιώκει να ελέγξει την ένταση και όχι να την αφήσει να εξελιχθεί σε νέα ανεξέλεγκτη εμπορική σύγκρουση.
Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει της επόμενης συνάντησης των δύο ηγετών. Το Πεκίνο θεωρεί ότι ο απευθείας διάλογος με τον Τραμπ αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη διαχείριση των διαφορών, ειδικά καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρείται από αρκετούς Κινέζους αναλυτές περισσότερο διαλλακτικός από άλλα, πιο σκληροπυρηνικά στελέχη της κυβέρνησής του.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές στο CNN, η «αυτοσυγκράτηση» της Κίνας δεν πρέπει να συγχέεται με αποδοχή των αμερικανικών ενεργειών. Το Πεκίνο έχει ισχυρό κίνητρο να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα θέλει να καταστήσει σαφές ότι διαθέτει σημαντικά οικονομικά και τεχνολογικά εργαλεία αντίδρασης.
Ο Σι Τζινπίνγκ στην τέταρτη ολομέλεια της 20ής Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΚ στο Πεκίνο © EPA/XINHUA / Ding Haitao
Ο Σι επιχειρεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται πλέον η τεχνητή νοημοσύνη. Μέσα σε περίπου 18 μήνες, η Κίνα έχει μειώσει δραστικά την απόσταση από τις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας μοντέλα που ανταγωνίζονται πλέον ευθέως τις κορυφαίες αμερικανικές λύσεις και αποκτούν χρήστες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ουάσινγκτον. Αμερικανοί αξιωματούχοι και μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας κατηγορούν κινεζικές επιχειρήσεις ότι χρησιμοποιούν τεχνικές «απόσταξης» για να αναπαράγουν τις δυνατότητες προηγμένων αμερικανικών μοντέλων. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο κυρώσεων, επικαλούμενη κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες και καλεί την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει τη λογική της «ηγεμονίας».
Εάν οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε ευρύτερους περιορισμούς κατά κινεζικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, η σύγκρουση θα μπορούσε να λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Δεν θα αφορούσε μόνο αμερικανικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν κινεζική τεχνολογία, αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε προσπάθεια περιορισμού της παγκόσμιας εμπορικής επέκτασης ενός ολόκληρου κινεζικού κλάδου.
Αυτό θα αποτελούσε για το Πεκίνο ιδιαίτερα σοβαρή εξέλιξη, δεδομένου ότι η αγορά τεχνητής νοημοσύνης εκτιμάται σε επίπεδα τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε επίσης να ξυπνήσει μνήμες από την εκστρατεία της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της Huawei.
Η Κίνα διαθέτει ήδη ένα ευρύ οπλοστάσιο οικονομικών εργαλείων: έρευνες σε ξένες εταιρείες, μαύρες λίστες επιχειρήσεων και προσώπων, καθώς και ελέγχους στις εξαγωγές. Μέχρι σήμερα, πάντως, έχει αποφύγει να πλήξει άμεσα έναν αμερικανικό τεχνολογικό κολοσσό με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση.
Το σημαντικότερο ίσως διαπραγματευτικό της όπλο παραμένουν οι σπάνιες γαίες. Η κυριαρχία της Κίνας στην επεξεργασία και παραγωγή μαγνητών από σπάνιες γαίες, οι οποίοι είναι κρίσιμοι για την αμερικανική βιομηχανία, εξακολουθεί να προσφέρει στο Πεκίνο σημαντική επιρροή. Παρά τις συμφωνίες που έχουν επιτευχθεί στο εμπόριο, η ροή αυτών των υλικών προς τις ΗΠΑ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο τριβής.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα για κρίσιμα υλικά υψηλής τεχνολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πολυπυρίτιο, βασικό υλικό για ημιαγωγούς και φωτοβολταϊκά, στην παραγωγή του οποίου η Κίνα διατηρεί κυρίαρχη θέση. Οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμό 15% και κατώτατες τιμές, με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Από την εμπορική εκεχειρία στη «στρατηγική σταθερότητα»
Η επόμενη συνάντηση Τραμπ – Σι θεωρείται κρίσιμη όχι μόνο για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για την παράταση της εμπορικής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο.
Οι δύο πλευρές έχουν υιοθετήσει την έκφραση «εποχή εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας». Ωστόσο, πίσω από την κοινή ορολογία κρύβονται διαφορετικές ερμηνείες.
Για την Ουάσινγκτον, η έννοια φαίνεται να αφορά κυρίως τη διατήρηση της επικοινωνίας και τη διαχείριση των εντάσεων. Για το Πεκίνο, όμως, συνδέεται περισσότερο με την προσδοκία ότι οι ΗΠΑ δεν θα υπερβούν τα όρια μέσω συνεχών περιορισμών που επικαλούνται λόγους εθνικής ασφάλειας, όπως νέοι έλεγχοι στις εξαγωγές τεχνολογίας ή απαγορεύσεις εισαγωγών.
Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν εμφανίστηκε τυχαία. Το Πεκίνο φαίνεται να αξιοποίησε αναφορά του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στη «στρατηγική σταθερότητα», προσθέτοντας τη λέξη «εποικοδομητική». Με αυτόν τον τρόπο, η κινεζική πλευρά επιχειρεί να προσδώσει έναν σαφώς θετικότερο χαρακτήρα στη σχέση.
Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που η Κίνα προτείνει ένα νέο πλαίσιο για τον καθορισμό των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Το 2013, ο Σι είχε προτείνει στον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα μια «νέα σχέση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων», επιδιώκοντας ουσιαστικά την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμου στρατηγικού πόλου. Η Ουάσινγκτον είχε αντιμετωπίσει τότε την πρόταση με επιφυλακτικότητα.
Σήμερα, όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε πλήρη στρατηγικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ και το γεγονός ότι η έννοια της στρατηγικής αποκλιμάκωσης αντιμετωπίζεται πλέον σοβαρά και από τις δύο πλευρές αποτυπώνει τη μεταβολή της ισορροπίας ισχύος.

Ρομπότ στην Κίνα εκτελούν πολεμικές τέχνες © YouTube screenshot
Ταϊβάν, τεχνολογία και το όριο της αποκλιμάκωσης
Η σχετική ηρεμία στις σχέσεις δεν σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι βαθύτερες αντιθέσεις. Αντίθετα, ζητήματα όπως η Ταϊβάν, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας και η στρατιωτική της παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό μπορούν ανά πάσα στιγμή να επαναφέρουν την ένταση.
Ο Σι έχει ήδη προειδοποιήσει τον Τραμπ, με ασυνήθιστα αυστηρό τόνο, ότι η αμερικανική στήριξη προς την Ταϊβάν θα μπορούσε να οδηγήσει σε «σύγκρουση» με την Κίνα. Η προειδοποίηση αυτή περιπλέκει και την απόφαση της Ουάσινγκτον για ένα πακέτο όπλων ύψους περίπου 14 δισ. δολαρίων προς την Ταϊπέι.
Ο Τραμπ έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο της πώλησης, χωρίς να δεσμευτεί για το χρονοδιάγραμμα ή την τελική απόφαση. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, αντιτίθεται κατηγορηματικά σε κάθε επίσημη επαφή Αμερικανών αξιωματούχων με τον πρόεδρο της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε.
Παρά τις διαφορές, οι δύο ηγέτες φαίνεται να επενδύουν στη διπλωματία κορυφής. Ο Τραμπ έχει προσκαλέσει τον Σι στον Λευκό Οίκο, ενώ υπάρχουν και άλλες πιθανές ευκαιρίες για συνάντηση αργότερα μέσα στη χρονιά, μεταξύ άλλων στις συνόδους APEC και G20.
Για τον Σι, η συγκυρία είναι ευνοϊκή για την κατοχύρωση του σημερινού status quo. Η κινεζική ισχύς στις σπάνιες γαίες προσφέρει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ενώ μια περίοδος σχετικής ηρεμίας θα έδινε στο Πεκίνο πολύτιμο χρόνο για να καλύψει μέρος της απόστασης από τις ΗΠΑ στην τεχνητή νοημοσύνη και στα προηγμένα μικροτσίπ.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει μια σχέση που να επιτρέπει οικονομικά οφέλη χωρίς να εγκαταλείπει τον ανταγωνισμό. Η θερμή υποδοχή που του επιφύλαξε το Πεκίνο, με επίσημα δείπνα, συμβολικές κινήσεις και ιδιαίτερα υψηλό πρωτόκολλο, συνέβαλε σε ένα κλίμα αισθητά διαφορετικό από εκείνο της εμπορικής σύγκρουσης.
Ακόμη και η επιλογή μουσικής στο επίσημο δείπνο – το «Y.M.C.A.» των Village People, ένα από τα χαρακτηριστικά τραγούδια των προεκλογικών συγκεντρώσεων του Τραμπ – εντάχθηκε σε αυτή την προσπάθεια δημιουργίας θετικού κλίματος.

Ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ © EPA/Maxim Shemetov
Πίσω, όμως, από τις φιλοφρονήσεις παραμένει μια σκληρή πραγματικότητα: ούτε η Ουάσινγκτον ούτε το Πεκίνο θεωρούν ότι ο στρατηγικός ανταγωνισμός έχει τελειώσει. Και οι δύο προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο επιδείνωσης των σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν ότι ο διάλογος μπορεί να περιορίσει το κόστος της αντιπαράθεσης.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν ΗΠΑ και Κίνα θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να διατηρήσουν τον ανταγωνισμό υπό έλεγχο.
Ακόμη και αν η Ουάσινγκτον υπερβεί κάποια από τις κόκκινες γραμμές του Πεκίνου, η αναβολή μιας συνάντησης κορυφής δεν θεωρείται απαραίτητα το πιθανότερο σενάριο. Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν μιλώντας στο Bloomberg ότι οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν πλέον τη διπλωματία σε επίπεδο ηγετών περισσότερο ως μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων και λιγότερο ως ανταμοιβή για μια καλή διμερή σχέση.
Έτσι, μια νέα περίοδος έντασης θα μπορούσε να οδηγήσει όχι τόσο σε ακύρωση των επαφών, όσο σε περιορισμό της ατζέντας τους. Στόχος θα ήταν να αποτραπεί η συσσώρευση επιμέρους διαφορών από το να εξελιχθεί σε νέο φαύλο κύκλο εμπορικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Για τον Σι Τζινπίνγκ, η πρόκληση είναι να διατηρήσει αυτή τη «στρατηγική σταθερότητα» χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί απέναντι στις ΗΠΑ. Για τον Τραμπ, το στοίχημα είναι αντίστοιχα δύσκολο: να αξιοποιήσει τα οικονομικά και γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της Αμερικής χωρίς να οδηγήσει τις σχέσεις με το Πεκίνο σε μια νέα ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση.
Η επόμενη συνάντησή τους θα δείξει αν η νέα ορολογία αποτελεί πραγματικά βάση για μια πιο σταθερή σχέση ή αν είναι απλώς ένας προσωρινός τρόπος να περιγραφεί ένας ανταγωνισμός που παραμένει βαθύς και διαρκής.

